Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 480 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων. Τα επιπλέον ποσά, που αντιστοιχούσαν σε αύξηση μεγαλύτερη του 12%,ορθώς, καταχωρήθηκαν, ως «αρνητική προσωπική διαφορά», σύμφωνα με το άρθρο 9 της από 31-7-2001 ΕΣΣΕ, η οποία υπεγράφη κατ' εφαρμογή της §3 του άρθρου 12 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ, στα πλαίσια μίας γενικής αναμόρφωσης του μέχρι τότε ισχύοντος με προηγούμενες ΕΣΣΕ μισθολογικού καθεστώτος. Οι διατάξεις της δεν αντίκειται στον ως άνω Κανονισμό, ούτε θεσπίζουν δυσμενείς σε σχέση με τους οριζόμενους σε αυτόν όρους εργασίας για τους εργαζομένους της εναγομένης. Αριθμός 480/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Κ., έως και 225) Τ. Ζ., κατοίκων εκ της υπηρεσίας τους …. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 60ου των αναιρεσειόντων Π. Κ., που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 60ος αναιρεσείων Π. Κ. απεβίωσε την 1η-1-2010 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χα Π. Κ., Σ. Π. Κ. και Α. Π. Κ., κάτοικοι ... που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) το επώνυμο της 12ης των αναιρεσειόντων είναι Κ. Α. (πρώην Α. Α.), γ) εκ παραδρομής το επώνυμο της 79ης των αναιρεσειόντων γράφτηκε στο αναιρετήριο "Κ." αντί του ορθού "Κ.", δ) το επώνυμο της 104ης των αναιρεσειόντων είναι Γ. Μ. (πρώην Κ. - Γ. Μ.), ε) το επώνυμο της 157ης των αναιρεσειόντων είναι Μ. Σ. (πρώην Μ. - Π. Σ.), στ) το επώνυμο της 164ης των αναιρεσειόντων είναι Ν. - Κ. Ε. (πρώην Ν. Ε.) και ζ) το επώνυμο της 210ης των αναιρεσειόντων είναι Μ. Φ. (πρώην Τ. Φ.). Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας (δυνάμει της αριθμ. Οικ. 2/11-6-2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και του Υπουργού Οικονομικών) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά. Β. Του αναιρεσείοντος - καθού οι κλήσεις - καθού η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας (δυνάμει της αριθμ. Οικ. 2/11-6-2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και του Υπουργού Οικονομικών) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων - υπερών η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Α. Κ., έως και 225) Τ. Ζ., κατοίκων εκ της υπηρεσίας τους …. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 60ου των αναιρεσιβλήτων Π. Κ., που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 60ος αναιρεσίβλητος Π. Κ. απεβίωσε την 1η-1-2010 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χα Π. Κ., Σ. Π. Κ. και Α. Π. Κ., κάτοικοι ... που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) το επώνυμο της 12ης των αναιρεσιβλήτων είναι Κ. Α. (πρώην Α. Α.), γ) το επώνυμο της 104ης των αναιρεσιβλήτων είναι Γ. Μ. (πρώην Κ. - Γ. Μ.), δ) το επώνυμο της 157ης των αναιρεσιβλήτων είναι Μ. Σ. (πρώην Μ. - Π. Σ.), ε) το επώνυμο της 164ης των αναιρεσιβλήτων είναι Ν. - Κ. Ε. (πρώην Ν. Ε.) και στ) το επώνυμο της 210ης των αναιρεσιβλήτων είναι Μ. Φ. (πρώην Τ. Φ.). Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ., κατοίκου εκ της υπηρεσίας της …η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας - καλούσας: Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης" (ΠΟΣΠΕΡΤ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σωτηρακόπουλο. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, οι πληρεξούσιοι του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξαν. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων/αναιρεσιβλήτων - καλούντων, που δεν συναίνεσε στο αίτημα των αντιδίκων. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων/αναιρεσιβλήτων - καλούντων και της υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητης Μ. Σ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5394/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν: α) αναιρεσείοντες/αναιρεσίβλητοι - καλούντες με την από 28-3-2012 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 20-11-2012 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο της 15-10-2013, οπότε ματαιώθηκε και β) η τότε αναιρεσείουσα ΕΡΤ - ΑΕ με την από 12-5-2011 αίτησή της, η οποία αρχικά προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 24-1-2012 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο της 15-10-2013, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με τις από 15-10-2013 κλήσεις των καλούντων (αναιρεσειόντων/ αναιρεσιβλήτων και προσθέτως παρεμβαίνουσας). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος (ως προς την από 28-3-2012 αίτηση των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων) και την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (ως προς την από 12-5-2011 αίτηση αναιρέσεως της ΕΡΤ - ΑΕ). Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν αντίστοιχα την παραδοχή των αιτήσεών τους και της πρόσθετης παρέμβασης, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν οι, από 12-5-2011 και 28-3-2012, αντίθετες αιτήσεις, για την αναίρεση της 5394/2010 απόφασης του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται µείωση των εξόδων. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/12-3-2012), 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείµενη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση οι παραπάνω αιτήσεις αναίρεσης. Κατά τη συζήτησή των η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη, Σ. Μ. δεν εµφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε µε δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ όλοι οι λοιποί αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των Κων/νου Καρανάσιου. Όµως, όσον αφορά και τους Β. Ε. (17η), Ε. Σ. (52η), Κ. Φ. (70ο) και Τ. Α. (213η), δεν προσκοµίστηκαν πληρεξούσια έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η, µε τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παροχή πληρεξουσιότητας στον παραπάνω δικηγόρο για την εκπροσώπησή των στο δικαστήριο και συνεπώς η παράστασή των δεν είναι νόµιµη και θεωρούνται απόντες. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει νόµιµη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης και από τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους, ούτε αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι αυτοί κλητεύθηκαν, νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστούν στην παρούσα δικάσιµο από την αντίδικό τους αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ή το Ελληνικό Δημόσιο που υπεισήλθε στη θέση της ΕΡΤ ΑΕ και συνεχίζει τη δίκη ή τους λοιπούς αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, την οικεία έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης αίτησης αναίρεσης, µε την πράξη ορισµού δικασίµου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή. Πρέπει, εποµένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των κρινόµενων αιτήσεων αναίρεσης, ως προς τους παραπάνω διαδίκους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρµόζεται και επί αναίρεσης (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελµατικά σωµατεία εργαζοµένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωµα να παρέµβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι µέλος τους ή µέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση". Στην προκειµένη υπόθεση άσκησε, για πρώτη φορά, πρόσθετη παρέµβαση, υπέρ των αναιρεσίβλητων στην πρώτη αίτηση αναίρεσης, η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυµία "Πανελλήνια Οµοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης" (ΠΟΣΠΕΡΤ), με την από 12-1-2012 πρόσθετη παρέμβασή της, την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα ΕΡΤ ΑΕ (βλ. .../18-1-2012 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή …) επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων μελών πρωτοβάθμιων σωματείων, που υπάγονται σ' αυτήν. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/ 1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του, κατά τον, στην προκειμένη περίπτωση, κρίσιμο χρόνο ισχύοντος ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ). Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι, ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (πρβλ. και άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/ 1990, όσον αφορά τη σχέση ΣΣΕ και νόμων). Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά το συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής σύμβασης ή, γενικότερα, κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα. Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη, ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων. Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990. Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή ΣΣΕ). Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν χρονικά νεότερη ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Για να καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1730/ 1987 και εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/ 815/12-4-1989 (ΦΕΚ 283/ 13/20-4-1989) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, "ο παρών ΓΚΠ της ΕΡΤ Α.Ε. καθορίζει τους όρους, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού... καθώς και τις εν γένει σχέσεις του προσωπικού με την εταιρία", ενώ, κατά την §1 του άρθρου 12 αυτού, "το τακτικό προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που έχει σε ενιαία μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Κατά την §3 του ίδιου άρθρου "ο βασικός μισθός κάθε μισθολογικού κλιμακίου καθορίζεται με ειδική - συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνάπτεται μεταξύ της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και της ΕΡΤ ΑΕ...", και κατά την §10 του αυτού άρθρου "μειωμένες αποδοχές καταβάλλονται στο προσωπικό στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα Κανονισμό και από τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας". Με την από 31-7-2001 ΕΣΣΕ, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (5/1-8-2001 πράξη), τροποποιήθηκε ο μέχρι τότε ισχύων ΓΚΠ της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω ΕΣΣΕ, ορίσθηκε ότι "Στην παρούσα ΣΣΕ υπάγεται το τακτικό και έκτακτο (πλην δημοσιογράφων, ιατρών και δικηγόρων) προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, που καλύπτεται από τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα οποία είναι μέλη της ΠΟΣΠΕΡΤ". Με το άρθρο 2 της ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "1. Με την παρούσα σύμβαση θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, το οποίο αποκαθιστά τις δυσχέρειες και αδυναμίες του προηγούμενου, όπως και τις ακραίες εξατομικεύσεις των αμοιβών, δημιουργώντας νέο, δικαιότερο, ορθολογικότερο, ευνοϊκότερο για τους εργαζομένους, κατανοητό και εύκολα εφαρμόσιμο λογιστικά, μισθολογικό καθεστώς. 2. Οι διαφορές αποδοχών, που θα προκύψουν μεταξύ των καταβαλλομένων την 28-2-2001 και των δικαιουμένων με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου την 1-3-2001, θα καταβληθούν σταδιακά ως εξής: Α) Το 50% της διαφοράς από την 1-3-2001. Β) Το υπόλοιπο 50% της διαφοράς από την 1-3-2002. 3. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας, καταργούνται οι. αντίστοιχες διατάξεις του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ, όπως ενδεικτικά τα άρθρα 12, 13 κ.λπ. και γενικά κάθε διάταξη που ρυθμίζει θέματα μισθολογικά ή σχετίζεται με τις καταργούμενες ρυθµίσεις. 4. Όπου στον ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ γίνεται παραποµπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν µισθολογικά θέµατα, εφεξής θεωρείται ότι η παραποµπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσης. 5. Η επανένταξη του προσωπικού µε βάση τα νέα µισθολογικά κλιµάκια (ΜΚ) θα ολοκληρωθεί µέσα σε προθεσµία τριών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.