← Ελλάδα

ΑΠ 482/2015 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 482 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1,2,3 ν. 1882/1990, όπως τροπ. με 34 παρ.1 ν. 3220/

  1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ, Ε και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αριθμός 482/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3568/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/
  2. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/
  3. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, ακόµη και αν δεν προταθούν ή προταθούν αορίστως, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν και αυτεπάγγελτα στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως, που δε ζητήθηκε. Εφόσον, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 3568/2014 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: "Στην Αθήνα την 30.5.2010 ο κατηγορούμενος όντας οφειλέτης του Δημοσίου με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας "ΜΑΤΡΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα την Αθήνα σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως αναλυτικά (κατ' είδος, ποσό, χρόνο και τρόπο πληρωμής) αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της (αρ. ειδ. βιβλίου 116/2010), που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 24.9.2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της, μνημονεύονται δε ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό τούτο (ΑΠ 399/2013 ΝΟΜΟΣ), ηθελημένα δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών και μέχρι σήμερα το συνολικό ποσό τους, που ανερχόταν σε 263.892,49 ευρώ (μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις), παρότι τα ως άνω χρέη είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/
  4. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της προαναφερόμενης πράξεως. Ο ισχυρισμός του περί αναγνώρισης συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως α) του άρθρου 842α ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) διότι έχει δημιουργήσει οικογένεια και έχει λευκό ποινικό μητρώο πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η ύπαρξη του "λευκού" ποινικού μητρώου και η ανυπαρξία άλλης καταδίκης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του ως άνω ελαφρυντικού, η δε λοιπή ατομική και οικογενειακή του κατάσταση αναφέρεται σε συμπεριφορά του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και όχι σε θετική συμπεριφορά έναντι της κοινωνίας (ΑΠ 878/2012, 364/2013 ΝΟΜΟΣ), β) του άρθρου 84§2β ΠΚ, διότι έχει κηρυχθεί σε πτώχευση η εταιρεία του και ο ίδιος από το 2012 εργάζεται ως υπάλληλος, η σύζυγός του από το Νοέμβριο του 2012 είναι άνεργη, ενώ αμφότεροι έχουν προβλήματα υγείας ο μεν κατηγορούμενος από το 2004 η δε σύζυγός του από το 2013, πρέπει να απορριφθεί, διότι τα ως άνω περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση της συνδρομής του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα στις 30/5/2010 όντα οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΤΡΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα την Αθήνα, της οποίας τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρέων της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου 116/2010) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 24/09/2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 263.892,49 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 3568/2014 αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 263.892,49 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ. 1, 2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος: α) το αιτιολογικό είναι πλήρες και περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωχθέντος εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και δε χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών, συμπληρώνεται δε παραδεκτά από το προπαρατεθέν διατακτικό, στο οποίο και ρητά παραπέμπει και συνιστά έτσι ένα ενιαίο σύνολο. β) προσδιορίζεται στην απόφαση, προσαρτώμενου στο διατακτικό αυτής του μνημονευόμενου σε αυτή με αρ. 116/2010 Πίνακα Χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, που είχε προσαρτηθεί στην από 24-9-2010 μηνυτήρια αναφορά της άνω αρμόδιας ΔΟΥ, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (η ΦΑΕΕ Αθηνών), το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση (φόρος εισοδήματος ΝΠ, μη απόδοση ΦΠΑ) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά και συγκεκριμένα, βεβαιωμένα και καταβλητέα εφάπαξ και σε δόσεις αναλυτικά και ορισμένου ποσού, που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως της πρώτης κάθε δόσης και της τελευταίας δόσης, με χρόνο τελέσεως την 30-5-2010, μετά τετράμηνο από τη λήξη και της τελευταίας μη καταβληθείσας δόσης, αναφέρεται δηλαδή και ο ακριβής τρόπος και χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, ως διευθύνοντα σύμβουλο της αναφερόμενης οφειλέτριας ΑΕ "ΜΑΤΡΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", παρελθόντος τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το κάθε χρέος, χωρίς εξόφληση και κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής των βεβαιωμένων χρεών δεν είναι ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών, το δε ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται απλώς με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος να εισπραχθεί, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει και ατομική ειδοποίηση του υπόχρεου προς καταβολή των βεβαιούμενων ληξιπρόθεσμων χρεών. γ) κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2, 3 του ν. 1882/1990 στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί του αδικήματος της μη καταβολής χρεών, προκειμένου για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες θεωρούνται πλην άλλων και οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι αυτών των εταιρειών που είχαν την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη ή και κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς αυτών, στην προκειμένη δε περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές ο καταδικασθείς αναιρεσείων ήταν διευθύνων σύμβουλος της υπόχρεης οφειλέτριας ΑΕ και κατά τους ανωτέρω χρόνους και δεν υπάρχει ασάφεια ότι αυτός καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών της άνω ΑΕ και όχι για μη καταβολή ατομικών χρεών αυτού προς το Δημόσιο, δ) στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου στο Εφετείο, ότι με τη με αρ. 687/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η άνω οφειλέτρια ΑΕ κηρύχθηκε στις 3-2-2010 (ημέρα παύσης πληρωμών) σε κατάσταση πτώχευσης και συνακόλουθα αυτός στερήθηκε αυτοδίκαια της διοίκησης της εταιρείας μη έχων έκτοτε δυνατότητα καταβολής ποσών για τα χρέη στο Δημόσιο και επομένως στερείτο δυνατότητας καταβολών και του αναγκαίου δόλου, το δικαστήριο με αυτοτελή αιτιολογικό (σελ. 6 πρακτικών), δέχθηκε ότι τα ένδικα χρέη της ΑΕ ως δημιουργηθέντα μέχρι τον Ιανουάριο του 2010 είναι προπτωχευτικά, (βλ. τα πρακτικά και τον πίνακα χρεών) και συνεπώς δεν τίθεται θέμα άρσης του δόλου του κατηγορουμένου. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά πράγματι αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και άρνηση της υποκειμενικής υπόστασης και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και το δικαστήριο της ουσίας ορθά και με επαρκή ειδική αιτιολογία απάντησε και απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο, η δε απαγόρευση καταβολής εκ των άρθρων 2 Α.Ν. 635/1937 και 679 παρ.4 Εμπ.Ν., από την κήρυξη της πτωχεύσεως της ΑΕ και μετά, αφορά αποκλειστικά και μόνο τον σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνον εκπροσωπεί την εταιρεία και επομένως ο αναιρεσείων είχε ποινική ευθύνη για τα προπτωχευτικά χρέη της ανωτέρω ΑΕ που ο ίδιος εκ της διοικήσεως της εταιρείας ως διευθύνων σύμβουλος δημιούργησε προς το Ελληνικό Δημόσιο και δεν υπάρχει καμία ασάφεια, ενώ, με την παραδοχή ότι "δεν τίθεται θέμα άρσεως του δόλου" το δικαστήριο απαντά στον προβληθέντα στην αρχή ισχυρισμό πτώχευσης της ΑΕ και έλλειψης εκ τούτου μόνον δόλου αυτού, δε σημαίνει παραδοχή έλλειψης- ανυπαρξίας δόλου, χωρίς ακρόαση και χωρίς αποδείξεις στο στάδιο αυτό που απάντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό, παραδοχές δε για ύπαρξη δόλου υπάρχουν στο προπαρατεθέν κύριο επί της ενοχής αιτιολογικό του δικαστηρίου (σελ.12) μετά πρόταση της εισαγγελέως και της συνηγόρου υπερασπίσεως και δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την ακρόαση της εισαγγελέως, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, ε) το δικαστήριο επί του προρρηθέντος ισχυρισμού, που υπέβαλε η συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελ. 5), απάντησε και τον απέρριψε ως παραπάνω, αφού προηγουμένως έδωσε το λόγο στην εισαγγελέα της έδρας που πρότεινε την απόρριψή του και στη συνήγορο του κατηγορουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτός, στ) το δικαστήριο επί του προβληθέντος και απορριφθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. α και β του ΠΚ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελ. 12), απάντησε και τον απέρριψε ως παραπάνω, αφού προηγουμένως έδωσε το λόγο στην εισαγγελέα της έδρας που πρότεινε την απόρριψή του, ενώ στην προβαλλούσα και αναπτύξασα προηγουμένως προφορικά στο ακροατήριο συνήγορο του κατηγορουμένου, που δε δόθηκε ο λόγος μετά την απορριπτική πρόταση της εισαγγελέως επί των ισχυρισμών, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο, εκτός αν αυτή η συνήγορος ζητούσε το λόγο, πράγμα που προκύπτει από τα πρακτικά ότι δε ζήτησε, ενώ προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στην συνήγορο υπεράσπισης επί της επιβλητέας ποινής και αυτή ζήτησε το ελάχιστον της ποινής (σελ. 20 πρακτικών), ζ) το δικαστήριο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να προβεί στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα, χωρίς να κάνει οιαδήποτε αναφορά στην έφεσή του και χωρίς προηγουμένως να προβεί στην τυπική παραδοχή της εφέσεώς του, διότι από την επισκοπούμενη με αρ. 1954/2014 αναβλητική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι το δικαστήριο είχε προβεί σε τυπική παραδοχή της εφέσεως και μετά ανέβαλε την υπόθεση και δεν ήταν απαραίτητο να επανέλθει επί του παραδεκτού της εφέσεως αυτής, γιατί το μετ' αναβολή δικαστήριο δεσμεύεται από την ανωτέρω απόφασή του, κατ' άρθρο 506 παρ. 6 του ΚΠΔ, ενώ με την τυπική παραδοχή της εφέσεως εξαφανίζεται η πρωτόδικη εκκαλούμενη απόφαση και άνευ πανηγυρικής ρητής σημειώσεως της εξαφάνισης, η) το δικαστήριο όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν αιτιολογικό, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και β' του ΠΚ (μόνον), ενώ για τον έτερο ισχυρισμό αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, που δεν εκτίθεται καμία αιτιολογία, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και δη να αιτιολογήσει την σιγή απόρριψή του, διότι από τα πρακτικά προκύπτει (σελ.10-11), σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αναίρεσή του, ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου δε ζήτησε την αναγνώριση και αυτής της ελαφρυντικής περίστασης, ούτε εξέθεσε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως του κατηγορουμένου επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως, όλοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και υπέρβαση εξουσίας, όπως και ο έτερος συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-10-2014 αίτηση του Α. Τ. του Δ., περί αναιρέσεως της με αρ. 3568/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα

(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.