Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 483 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ληστεία. Περίληψη: Ληστεία από κοινού και κατά συρροή, κ.λπ πράξεις. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.
- στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αριθμός 483/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
- I. G. του K., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας,
- P. Z. του V., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων και
- R. S. του H., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Ζάχου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Με συγκατηγορούμενους τους:
- M. R. M. P. G. G. G. R. του N. R. R. R.,
- V. J. του V. και
- T. V. του I.. Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Οκτωβρίου 2014, 24 Οκτωβρίου 2014 και 22 Οκτωβρίου 2014, τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1099/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι τρεις κρινόμενες με αρ. εκθ. 202/22-10-2014, 203/22-10-2014 και 177/24-10-201 αιτήσεις των τριών καταδικασθέντων κατηγορουμένων περί αναιρέσεως της ιδίας με αρ. 1/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ληστείας απαιτείται αντικειμενικώς αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου, η αφαίρεση να γίνει με σωματική βία κατά προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει αφενός τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου και αφετέρου τη θέληση να το αφαιρέσει και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου. Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας για την οποία γίνεται λόγος στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 380, ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας υπό την έννοια της ληστρικής εκβιάσεως για την οποία γίνεται λόγος στην περίπτωση β' της παρ. 1 του άρθρου 380 υφίσταται όταν το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του πράγματος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, καταδικάσθηκαν σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφίαν (4-1), οι τρεις αναιρεσείοντες αλλοδαποί κατηγορούμενοι, για τις πράξεις, ληστείας από κοινού και κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας, κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δραστών που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες και ενεργούσαν από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά συρροή, επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συμμορίας, σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαεπτά ετών και έξι μηνών ο καθένας. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: "Οι κατηγορούμενοι είναι υπήκοοι Βουλγαρίας και τουλάχιστον από τις αρχές Μαΐου 2011 όλοι ζούσαν στην Ελλάδα. Απ' αυτούς δε οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα (Λάρισα ή Λαμία) από ετών, ενώ ο πέμπτος διαμένει στην Ελλάδα από τις αρχές του έτους 2001 τουλάχιστον. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είναι συγγενείς (ξαδέλφια) και γνωρίζονταν μεταξύ τους (έστω όχι ο καθένας με όλους). Την 1-9-2011, μετά από καταδίωξη από αστυνομικούς στην περιοχή της Λάρισας, συνελήφθησαν οι τέταρτος πέμπτος και έκτος των κατηγορουμένων, ως δράστες ληστείας, που έγινε, την 1-9-2011, στην περιοχή του Τυρνάβου. Κατά την διάρκεια της προανάκρισης ο έκτος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι μαζί με τον τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων και άλλους Βούλγαρους διέπραξαν και ληστείες στη Λαμία, στις οποίες (σε δύο οικίες) έδεσαν τους ενοίκους και αφαίρεσαν χρήματα, χρυσαφικά και ηλεκτρικές συσκευές (βλ. την κατάθεση του αστυνομικού Β. Σ.). Επακολούθησε έρευνα των αστυνομικών στην περιοχή της Λαμίας, από την οποία σύμφωνα με την ορθή εκτίμηση του όλου ως άνω αποδεικτικού υλικού (εγγράφων, μαρτύρων κ.λ.π.) αποδεικνύεται με πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι: Α) Κατά το πρώτο 20ήμερο του μηνός Μαΐου 2011 ενώθηκαν σε ομάδα, με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων, δηλαδή ληστειών και διακεκριμένων κλοπών, κατά τα εκτιθέμενα και παρακάτω. Β) Ενεργώντας από κοινού, με σωματική βία εναντίον των παρακάτω προσώπων και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλους ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό την παράνομη ιδιωτικοποίηση τους και συγκεκριμένα : α) Στις 22-5-2011 στο Ρεγγίνι Φθιώτιδας, εισήλθαν εντός της οικίας του Α. Κ. του Ν. και αφού τον έδεσαν με ένα σκισμένο σεντόνι τον τελευταίο και την οικιακή βοηθό του M. A., με την απειλή μαχαιριού αφαίρεσαν από την κατοχή του άνω Α. Κ. το ποσό των 8000 Ευρώ, πέντε χρυσά δαχτυλίδια και δύο κινητά τηλέφωνα, β) στις 23-5-2011, στη Λαμία εισήλθαν εντός της οικίας του Ι. Δ. και αφού έδεσαν αυτόν και τα μέλη της οικογένειας του (την σύζυγο του Ό. και τη θυγατέρα του Σ.), με ένα σχισμένο σεντόνι, με την απειλή μαχαιριών (ιδίως- και αρχικά- προς την άνω θυγατέρα του Ι. Δ.) και χτυπώντας τον τελευταίο, αφαίρεσαν από την κατοχή του 10.000 ΕΥΡΩ, κοσμήματα και τρία κινητά τηλέφωνα και γ) στις 29-5-2011, στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδας, εισήλθαν εντός της οικίας του Ν. Π. και αφού τον έδεσαν, απειλώντας τον ίδιο και τη σύζυγο του Ά. με τη χρήση μαχαιριών, αφαίρεσαν από την κατοχή τους 620 ΕΥΡΩ. Γ) Στους παραπάνω τόπους και χρόνους και ειδικότερα: Στις 23-5-2011, από κοινού προκάλεσαν σωματικές βλάβες σε άλλον με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του και ειδικότερα κατά την διάπραξη της ως άνω ληστείας σε βάρος του Ι. Δ., τον κτυπούσαν με γροθιές σε όλο του το σώμα, ενώ επιπλέον, επέφεραν στο κεφάλι του πολλαπλά κτυπήματα με ένα σίδερο, με αποτέλεσμα να προξενήσουν σε αυτόν συνεχή και ακατάσχετη αιμορραγία. Όλοι οι κατηγορούμενοι, ανεξάρτητα αν δεν χτυπούσαν και οι έξι τον άνω παθόντα, γνώριζαν και ήθελαν να διαπράξουν την ως άνω άδικη πράξη κατά την προηγούμενη συμφωνημένη από όλους πράξη τους, έστω αν δεν προκύπτει όλων οι επί μέρους ενέργειες. Δ)Στις 22-5-2011, στη Λαμία, από κοινού έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ληστείες : α) Στην περιοχή "Ταράτσα" Λαμίας, αφαίρεσαν από την κατοχή του Δ. Τ. το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του και β) έχοντας αποφασίσει να ιδιοποιηθούν παράνομα ξένα κινητά πράγματα, αποκόλλησαν από το έδαφος, στο οποίο ήταν στερεωμένο, το αυτόματο μηχάνημα ανάληψης χρημάτων (ATM) της Αγροτικής Τράπεζας που ήταν τοποθετημένο στο χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, και προσπάθησαν να το φορτώσουν σε καροτσάκι μεταφοράς φιαλών για να το απομακρύνουν και να αφαιρέσουν τα χρήματα, πλην όμως εγκατέλειψαν την ως άνω προσπάθεια τους και τράπηκαν σε φυγή, γιατί έγιναν αντιληπτοί από υπάλληλο της εταιρίας φύλαξης του νοσοκομείου (τον Α. Ρ.). Οι κατηγορούμενοι τις ως άνω κλοπές (τετελεσμένη και σε απόπειρα) διέπραξαν όχι μόνο έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αλλά ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι δεν ενέργησαν ευκαιριακά, αλλά βάση σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχτηκε, με βάση τα ανωτέρω, ότι συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων η ως άνω επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αξιοποίνου, ως άνω δράσης τους, αφού εκ της ως άνω υποδομής, που είχαν αυτοί διαμορφώσει (συναντήθηκαν από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, χρησιμοποίησαν ΙΧΦ αυτοκίνητο) και της οργανωμένης ετοιμότητας τους, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι με αυτή την συμπεριφορά τους είχαν ως σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αβίαστα διαπιστώνεται και προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται όλοι τη συμμετοχή τους στις ως άνω πράξεις. Ωστόσο, έστω και αν από τους μάρτυρες δεν γίνεται αναφορά, με άμεση γνώση, για συμμετοχή καθενός των κατηγορουμένων σε όλες τις ως άνω πράξεις; από την ορθή συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας κατά τα άνω, τέλεσαν όλες τις παραπάνω πράξεις, καθόσον ειδικότερα πέραν των άλλων: 1) Ο έκτος κατηγορούμενος απολογούμενος προανακριτικά στη Λάρισα (μετά την σύλληψη του την 1-9-2011 ως δράστης ληστείας, στον Τύρναβο) ανέφερε ότι μαζί με τον τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων διέπραξε και δύο ληστείες (σε οικίες) στη Λαμία, γεγονός, που αποδέχθηκαν και οι τελευταίοι, 2) στην οικία του άνω Ι. Δ. ανευρέθηκαν αποτυπώματα τα οποία ταυτίζονται με τα αποτυπώματα του τέταρτου κατηγορουμένου, 3) η μάρτυρας Α. Σ., η οποία τον Μάιο 2011 εργαζόταν ως φύλακας, στο άνω νοσοκομείο Λαμίας, αναγνώρισε προανακριτικά τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως έναν από τους δράστες της απόπειρας κλοπής του ATM από το χώρο του νοσοκομείου (αναφέρει για 4 άτομα, που προσπαθούσαν να μετακινήσουν το ATM), 4) η μάρτυρας A. M. η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, στην οικία του Α. Κ., το βράδυ που κατά τα ανωτέρω, έγινε ληστεία, αναγνώρισε προανακριτικά, αλλά και ενώπιον του Ανακριτή ως δράστες της ως άνω ληστείας τον πρώτο και τον τρίτο των κατηγορουμένων, 5) η μάρτυρας Σ. Δ. προανακριτικά αναγνώρισε ως δράστη της ληστείας, που έγινε στην ως άνω οικία του πατέρα της Ι. Δ., τον πρώτο κατηγορούμενο αυτός που έδεσε κατά τα άνω μαζί με άλλους που δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει), 6) οι δράστες για τη ληστεία στην οικία του Ν. Π. χρησιμοποίησαν για τη διαφυγή τους, το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορούμενου, το οποίο τότε οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και εκτός αυτού ήταν πέντε άτομα, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του αστυνομικού Α. Α.. Η άνω ληστεία έγινε το βράδυ (ώρα 03:00) της 29-5-2011 και οι άνω υπόλοιπες δύο (στην οικία του Ι. Δ. και στην οικία του Α. Κ.) έγιναν στις 23-5-2011 (ώρα 02:30) και στις 22-5-2011 (ώρα 02:00). Το γεγονός δε ότι το ως άνω αυτοκίνητο διήλθε από τα διόδια Μοσοχωρίου Λάρισας στις 17:01'.14" της 23ης-5-2011 (με κατεύθυνση προς Αθήνα) και στις 20-5-2011 και ώρα 19:55'.22" από τα διόδια της Πελασγίας (με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη) όπως προκύπτει από τις ως άνω αναγνωσθείσες βεβαιώσεις της εταιρίας "Αυτοκινητόδρομος Αιγαίου Α.Ε." δεν αναιρεί τα άνω, καθόσον χρονικά υπήρχε η δυνατότητα να έγινε χρήση του αυτοκινήτου στις ως άνω ληστείες και κυρίως δεν επιβεβαιώνει ότι κατά τις άνω διελεύσεις από τα διόδια οδηγούσε το όχημα ένας εκ των κατηγορουμένων. Κατά τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, (οι τρεις πρώτοι κατά πλειοψηφία και οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος εξ' αυτών ομόφωνα) των κατά το διατακτικό, όπως συμπληρωματικώς γίνεται αναφορά πράξεων της ληστείας από κοινού κατά συρροή (τρεις ληστείες), της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα από περισσότερους από δύο δράστες, που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες και ενεργούσαν από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συρροή της παράνομης οπλοφορίας κατά, συρροή και της σύστασης συμμορίας. Περαιτέρω, απορριπτόμενων εντεύθεν, ως αβασίμων κατ' ουσίαν, των περί του αντιθέτου, προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών των τριών πρώτων κατηγορουμένων". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 1/2014 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, της ληστείας από κοινού και κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας, κλοπής τετελεσμένης και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δραστών που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες και ενεργούσαν από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά συρροή, επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συμμορίας για τις οποίες πράξεις καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45, 94, 187 παρ.3, 308-309, 374 περ.δ', ε', 372 παρ.1 και 380 του ΠΚ, 1 παρ.1 α, 2 β', 10 παρ.1,3 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, επιλεκτική ή αντιφατική αιτιολογία και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος τέλεσης κάθε συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης και ο δόλος των κατηγορουμένων, β) δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τις αναγνωσθείσες με αρ. 3022/9/87/86- α/25-7-2011 και 3022/9/8/8787-α/ 25-7-2011 δύο εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, σχετικά με τον προσδιορισμό του γενετικού τύπου πάνω στα ανευρεθέντα από την Αστυνομία αντικείμενα στο χώρο τελέσεως των κλοπών και των ληστειών, αφού το περιεχόμενο και τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών δεν είναι αντίθετα με τις γενόμενες δεκτές παραδοχές του δικαστηρίου, γ) το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμά κυριαρχικά, κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης εκ του άρθρου 177 ΚΠΔ, όλα τα αποδεικτικά μέσα και την αξιοπιστία των μαρτύρων και των αναγνωσθεισών προανακριτικών και ανακριτικών καταθέσεων και εγγράφων, η δε ειδική αναφορά ορισμένων αποδεικτικών μέσων στο αιτιολογικό, όπως ορισμένων προανακριτικών και μαρτυρικών καταθέσεων, δε σημαίνει μη λήψη υπόψη των λοιπών αποδεικτικών μέσων που εισφέρθηκαν στην ποινική διαδικασία του ακροατηρίου, ενώ η μη αναγνώριση των κατηγορουμένων από ορισμένους παθόντες δε σημαίνει οπωσδήποτε και αθωότητα, αφού το δικαστήριο επαρκώς αιτιολογημένα αναφερόμενο και σε αναγνωρίσεις των κατηγορουμένων δραστών από άλλους μάρτυρες, αποφαίνεται με βεβαιότητα για την ενοχή των κατηγορηθέντων δραστών - αναιρεσειόντων, δ) από τη διάταξη οριστικής απόδοσης του κατασχεθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο I. G., με την αιτιολογία ότι δε χρησιμοποιήθηκε αυτό, δεν συνάγεται αντίφαση της παραδοχής ότι αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του τέλεσαν τα εγκλήματα κλοπών και ληστειών για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, ε) όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Επομένως, οι σχετικοί κοινοί λόγοι των κρινόμενων τριών αιτήσεων όλων των αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' (κατ' εκτίμηση)του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 233 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσων έγιναν στη διαδικασία, από την Ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Επίσης, αν από τα πρακτικά της απόφασης δεν προκύπτει ότι διερµηνεύθηκαν στον κατηγορούµενο όλα όσα έγιναν στο ακροατήριο, όπως οι καταθέσεις των µαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η πρόταση του εισαγγελέα περί της ενοχής και της ποινής, η απόφαση περί της ενοχής και της ποινής, παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 233, 236 και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, οι οποίες αφορούν την υπεράσπισή του και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, και οι τρεις αλλοδαποί αναιρεσείοντες, υπήκοοι Βουλγαρίας, προβάλλουν απόλυτα ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων τους, διότι ισχυρίζονται ότι ενώ διορίστηκε από την Πρόεδρο του δικαστηρίου διερμηνέας της Βουλγαρικής γλώσσας η Y. M., η οποία και ορκίστηκε ότι θα διερμηνεύσει πιστά από τη Βουλγαρική γλώσσα στην Ελληνική και αντίστροφα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καθώς και τα αναγνωστέα έγγραφα, από τα πρακτικά προκύπτει ότι δεν έγινε αυτή η διερμήνευση. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας , προκύπτουν τα εξής: Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως, αμέσως με την εκφώνηση του ονόματος των τριών αλλοδαπών κατηγορουμένων, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Εφετών, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτοί δεν ομιλούσαν την Ελληνική γλώσσα αλλά την Βουλγαρική, διόρισε σε αυτούς ως διερμηνέα, όπως τα άρθρα 233 και 234 ΚΠΔ ορίζουν, την Y. M., γεννηθείσα στην Βουλγαρία, η οποία και ορκίστηκε κατ'άρθρο 236 ΚΠΔ ότι θα διερμηνεύσει ακριβώς και πιστά από τη Βουλγαρική γλώσσα στην Ελληνική και αντίστροφα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καθώς και τα αναγνωστέα έγγραφα, που γνώριζε τόσο την Βουλγαρική όσο και την Ελληνική γλώσσα κάτοικο Πατρών και κατόπιν η διερμηνέας ανέλαβε τα καθήκοντά της. Στο τέλος των πρακτικών της δίκης δεν αναφέρεται ότι "όλα τα παραπάνω διερµηνεύθηκαν δια της διερµηνέως στους κατηγορούµενους", πλην όμως από την παραπάνω αναφορά στα πρακτικά ότι η διορισθείσα διερμηνέας ανέλαβε τα καθήκοντά της και στη συνέχεια, από τις απαντήσεις των ιδίων κατηγορουμένων σε ερωτήσεις των παραγόντων της δίκης και από τις δοθείσες εκτενείς απολογίες αυτών, που έχουν καταχωρισθεί στα πρακτικά, προκύπτει με βεβαιότητα ότι διερµηνεύθηκαν στους κατηγορούµενους όλα τα λεχθέντα κατά τη διαδικασία, δηλαδή όλα όσα εκφράσθηκαν δια προφορικού λόγου, στα οποία περιλαµβάνεται και το περιεχόµενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, αλλά και η πρόταση του εισαγγελέα και η απόφαση του δικαστηρίου περί ενοχής και της επιβληθείσης συνολικής ποινής καθείρξεως και η μη αναγραφή στο τέλος της παραπάνω πανηγυρικής φράσης "όλα τα παραπάνω διερµηνεύθηκαν δια της διερµηνέως στους κατηγορούµενους", οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Εποµένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης των τριών αιτήσεων των αναιρεσειόντων, που υποστηρίζουν ότι δεν έγινε διερµήνευση στους αναιρεσείοντες και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, για την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόµενης απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόµενου στον κατηγορούµενο από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώµατος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά µε το αποδεικτικό αυτό µέσο, επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιµωλίαν διεξαγωγή της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαµβάνονται στην έννοια της δηµοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δηµιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Αν όμως το περιεχόμενο των εν λόγω μη αναγνωσθέντων εγγράφων προκύπτει σαφώς από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα, ουδεμία ακυρότητα προκαλείται. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση: α) όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: " α/α 7, οι από 29-5-2011 τέσσερις εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως , α/α 8, οι από 29-5-2011 τρεις εκθέσεις έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης κατά την ημέρα. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών και του είδους αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους ή του συντάκτη τους, αφού, ειδικότερα, είναι οι μοναδικές εκθέσεις κατασχέσεως και έρευνας που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων και με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες και στους παρισταμένους κατά την ανάγνωση συνηγόρους τους , οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα αναγνωσθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. β) το περιεχόμενο της μη αναγνωσθείσας στο ακροατήριο προανακριτικής κατάθεσης της μάρτυρος Α. Σ. που αναφέρεται στο αιτιολογικό για την αναγνώριση υπ'αυτής του δεύτερου κατηγορουμένου για την απόπειρα κλοπής από το ΑΤΜ Τράπεζας στο χώρο του νοσοκομείου, το περιεχόμενο της μη αναγνωσθείσας στο ακροατήριο προανακριτικής, αλλά και ανακριτικής κατάθεσης της μάρτυρος κατηγορίας A. M. που αναφέρεται στο αιτιολογικό για την αναγνώριση υπ'αυτής προανακριτικά, αλλά και ενώπιον του ανακριτή του πρώτου και του τρίτου κατηγορουμένου, ως δραστών της ληστείας, και το περιεχόμενο της μη αναγνωσθείσας στο ακροατήριο προανακριτικής κατάθεσης της μάρτυρος Σ.ς Δ. που αναφέρεται στο αιτιολογικό για την αναγνώριση υπ'αυτής του πρώτου κατηγορουμένου ως δράστη της ληστείας που έγινε στην οικία του πατέρα της Ι. Δ., προκύπτουν σαφώς από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος αστυνομικού Ά. Α. για αναγνώριση των δραστών από τους παθόντες (βλ. σελ. 6 πρακτικών), όσον και από την κατάθεση του άλλου αστυνομικού μάρτυρος Β. Σ., (βλ. σελ. 8 πρακτικών), οι οποίοι μάρτυρες αναφέρονται και στις γενόμενες ως παραπάνω αναγνωρίσεις των κατηγορουμένων δραστών, ενώ η μάρτυρας Α. Σ., υπάλληλος ασφαλείας Nοσοκομείου Λαμίας καταθέτοντας στο ακροατήριο, (σελ. 9 -10 πρακτικών), αναφέρθηκε στην προανακριτική της κατάθεση, λέγοντας ότι "αυτή τη στιγμή δε μπορώ να τους αναγνωρίσω, τότε τα θυμόμουν καλύτερα", εννοώντας όταν κατέθεσε προανακριτικά. Επομένως οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι γνώριζαν το περιεχόμενο των επιβαρυντικών γι αυτούς προανακριτικών μαρτυρικών καταθέσεων και της αναφερόμενης στο αιτιολογικό ανακριτικής κατάθεσης, των τριών αυτοπτών μαρτύρων για αναγνώριση αυτών ως δραστών και μπορούσαν κατά την αποδεικτική διαδικασία να προβούν σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις και σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο αυτών και ειδικότερα ως προς τις αναγνωρίσεις αυτών ως δραστών κλοπών και ληστείας ΑΤΜ Νοσοκομείου Λαμίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως των τριών αναιρεσειόντων με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες τρεις αυτοτελείς με ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτήσεις και να καταδικασθούν οι τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αρ. εκθ. 203/22-10-2014, 177/24-10-2014 και 202/22-10-201 αιτήσεις αντίστοιχα των τριών καταδικασθέντων κατηγορουμένων,
- I. G. του K.,
- P. Z. του V. και
- R. S. του H., περί αναιρέσεως της ιδίας με αρ. 1/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ, για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ