← Ελλάδα

ΑΠ 486/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 486 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως και απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία των εγκλημάτων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου, ο οποίος νόθευσε τιμολόγια και τα προσκόμισε στο Δικαστήριο για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Είναι επιτρεπτή η μεταβολή κατηγορίας από κατάρτιση πλαστού σε νόθευση και το αντίθετο. Όταν η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται κατ' ουσία από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή του και μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις, χωρίς η μέχρι τότε παραμονή του να ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παράνομη παράσταση αυτού, γιατί η αποβολή ανατρέχει σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία. Η ένορκη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επάγεται ακυρότητα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 486/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 1428/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες:

  1. Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη και
  2. Ψ που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/
  3. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτήν το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει σε ψευδείς εν γνώσει του ισχυρισμούς ενώπιον Δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, τους οποίους υποστηρίζει με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά με ανακριβές περιεχόμενο (κατάθεση ψευδομάρτυρος κ.λ.π.) ή με άλλα ανακριβή αποδεικτικά μέσα και παραπλανά έτσι το δικαστήριο στην έκδοση απόφασης υπέρ των απόψεών του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει και όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Όταν, όμως, υπάρχει, σύμφωνα με τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του, ενεργητική νομιμοποίηση, αλλ' αυτή εξαρτάται κατ' ουσίαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής και μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων και κατά συνέπεια η παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι το πιο πάνω χρονικό όριο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού η αποβολή ανατρέχει σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία από τη δήλωση της σχετικής παραστάσεως μέχρι την αποβολή. Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1428/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Βάσει της από 30-1-2002 προσφοράς η εταιρία του κατηγορουμένου με την επωνυμία "... ΟΕ" ανέλαβε έναντι της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο ..., με σύμβαση έργου να κατασκευάσει και τοποθετήσει στο κατάστημα καφέ εστιατόριο με τον διακριτικό τίτλο "...", που αυτή διατηρεί στη ... επί της οδού ..., σκελετό τύπου πέργολας με υποδομή στήριξης 32 τεντών τύπου ΡΕRGOLAFΟΤ και 32 τεντών ΡΕRGOLAFΟΤ με ύφασμα DICKSΟΝ Γαλλίας και τις λοιπές προδιαγραφές που αναφέρονται στην εν λόγω προσφορά, την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας. Η αμοιβή για την εκτέλεση του έργου ορίστηκε στο ποσό των 51.120 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% και η παράδοση αυτού συμφωνήθηκε να γίνει μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ανάθεση του έργου, δηλαδή από τις 30-1-002, καθόσον η προσφορά της εργολήπτριας έγινε αυθημερόν δεκτή. Στις 12-2-2002 η εγκαλούσα προκατέβαλε μέρος της αμοιβής ύψους 17.600 Ευρώ με έκδοση ισόποσης τραπεζικής επιταγής σε διαταγή του κατηγορουμένου, η οποία φέρει τη σφραγίδα της εγκαλούσας και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της. Η εργολήπτρια εκτέλεσε το έργο με καθυστέρηση μέχρι τις αρχές Μαΐου 2002, αλλά η εργοδότρια δεν το παρέλαβε και δεν κατέβαλε το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής, επικαλούμενη κακοτεχνίες και ελλείψεις, ενώ με την από 9-10-2002 εξώδικη δήλωση της κάλεσε την εργολήπτρια να προβεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην ολοκλήρωση αυτού και στην παράδοση του χωρίς ελαττώματα. Στο μεταξύ διάστημα και ενόψει τη διένεξης ως προς την κανονική εκτέλεση του έργου και τη μη εξόφληση της συμφωνημένης αμοιβής, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας, υπέβαλε προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-7-2002 αίτηση για έκδοση σε βάρος της εγκαλούσας διαταγής πληρωμής ποσού 94.702, 56 Ευρώ ως δήθεν υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος (και όχι αμοιβής). Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, εμφανίζοντας εν γνώσει του ψευδώς την παραπάνω σύμβαση έργου σαν δήθεν πώληση εμπορευμάτων συνολικής αξίας 112.302,56 Ευρώ, επικαλέστηκε και προσκόμισε τέσσερα τιμολόγια με στοιχεία 421/4-3-2002 αξίας 1.205,96 Ευρώ, 431/4-4-2002 αξίας 4.786,08 Ευρώ, 443/3-5-2002 αξίας 105.322,86 Ευρώ και 461/10-6-2002 αξίας 987,66 Ευρώ, αντίστοιχα, και δώδεκα δελτία αποστολής εμπορευμάτων που εξειδικεύονται στη σχετική αίτηση, με σκοπό να αποδείξει μ' αυτά την (εγγράφως αποδεικτέα για έκδοση διαταγής πληρωμής) επικαλούμενη πώληση εμπορευμάτων και την από μέρους της δήθεν πωλήτριας προεκπλήρωση αυτής με την παράδοσή τους προς την εγκαλούσα. Τα προαναφερόμενα δελτία αποστολής εκδόθηκαν κανονικά κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης του έργου, αφορούν προϊόντα - υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση αυτού και φέρουν την γνήσια υπογραφή του 2ου εγκαλούντος Ψ, ο οποίος είναι διευθυντής του καταστήματος της εγκαλούσας και παραλάμβανε για λογαριασμό της τα σχετικά υλικά κατά τη μεταφορά και την απόθεση τους στον τόπο εκτέλεσης του έργου. Τα επίμαχα, όμως τιμολόγια, πέραν του ότι παριστούν ανύπαρκτη σύμβαση πώλησης για τις ανάγκες έκδοσης διαταγής πληρωμής, είναι όλα πλαστά ως προς τη φερόμενη σαν υπογραφή του δευτέρου εγκαλούντος, ο οποίος κατά την πρωτοβάθμια και κατά την παρούσα δίκη κατέθεσε ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν υπέγραψε ποτέ κανένα τιμολόγιο της εργολήπτριας εταιρίας, ούτε έθεσε σ' αυτά τη σφραγίδα της εγκαλούσας, η οποία άλλωστε δεν βρισκόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα. Το ίδιο κατέθεσαν και όλοι οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας (... και ..., ..., ...), οι οποίοι προσέθεσαν ότι τα σχετικά τιμολόγια έφθασαν ταχυδρομικά στο λογιστήριο της εγκαλούσας στη .... Με τις εν λόγω καταθέσεις συμπορεύονται και οι εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης των γραφολόγων ... και ..., οι οποίες συντάχτηκαν με εντολή των εγκαλούντων και αποφαίνονται σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποίθησης ότι οι φερόμενες σαν υπογραφές του Ψ στα επίμαχα τιμολόγια πώλησης δεν είναι γνήσιες υπόγραφες αυτού, ότι έχουν χαραχθεί από τρίτο άτομο κατ' απομίμηση δείγματος γνήσιας υπογραφής του και ότι πλαστή είναι και η φερόμενη σαν σφραγίδα της εγκαλούσας που συνοδεύει τις εν λόγω υπογραφές. Σε αντίθετο πόρισμα έχει καταλήξει η από 4-2-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδίδει την πραγματικότητα, καθόσον αντικρούεται από το προαναφερόμενο, ουσιώδες και πειστικό, αποδεικτικό υλικό, αλλά εμπεριέχει και στοιχεία κλονιστικά της ορθότητας της. Τέτοια στοιχεία είναι: α) Το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν δείγματα υπογραφών του Ψ αλλά αξιολογήθηκαν μόνο υπάρχοντα δείγματα υπογραφής του σε έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, β) Το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας αντιπαρήλθε αναιτιολόγητα τα σημαντικά και γραφολογικά αξιολογητέα ευρήματα, ότι οι επίμαχες υπογραφές έχουν τεθεί στον ίδιο γραφικό χώρο των τιμολογίων και ότι εμφανίζουν υπερβολική και αφύσικη ομοιότητα, παρότι ανάγονται σε διαφορετικούς χρόνους και παρότι οι γνήσιες δειγματικές υπογραφές του Ψ παρουσιάζουν ποικιλόμορφες αποκλίσεις, όπως διαπιστώνει και ο ίδιος ο πραγματογνώμονας στο φύλλο 10 της έκθεσης του και γ) Σειρά άλλων ασθενών σημείων που αναδεικνύονται και αξιολογούνται ως εσφαλμένες παραδοχές ιδίως στην προαναφερόμενη γραφολογική γνωμοδότηση της ... (φύλλο 32 επ.). Επιπρόσθετα σημειώνεται και το γεγονός ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα ... δεν αποφαίνεται για τη γνησιότητα ή μη της σφραγίδας, η οποία συνοδεύει τις ελεγχόμενες υπογραφές και φέρεται σαν σφραγίδα της εγκαλούσας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι επί της από 12-7-2002 αίτησης της εταιρίας του κατηγορουμένου και βάσει των παραπάνω πλαστών τιμολογίων πωλήσεως εκδόθηκε με παραπλάνηση του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η 5555/20-9-2002 διαταγή πληρωμής, που υποχρέωσε την εγκαλούσα να πληρώσει ως τίμημα στην αιτούσα το ποσό των 94.702,56 Ευρώ με τον νόμιμο τόκο (από την πάροδο 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου) και το ποσό των 3.167 Ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, χωρίς την απατηλή εμφάνιση της σύμβασης έργου σαν δήθεν πώληση και χωρίς την πλαστογράφηση και χρήση των πλαστών τιμολογίων από τον κατηγορούμενο - μόνο ωφελούμενο από αυτές τις πράξεις - δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση της διαταγής πληρωμής, στην οποία ο τελευταίος απέβλεψε, για να προσπορίσει στην εταιρία του και στον εαυτό του ως εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους (94.702,56-51.120=) 43.582,56 Ευρώ προς αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται με δικανική βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση των πλαστών τιμολογίων και της απάτης επί δικαστηρίου, για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης. Επίσης πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, αφού αποδείχτηκε ότι αυτός μέχρι την τέλεση των πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου και άλλων ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, το δε σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Τέλος, πρέπει να αποβληθεί η πολιτική αγωγή που άσκησε ο Ψ, αφού από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές σχηματοποιούνται και συγκροτούνται ως προς το αντικειμενικό σκέλος τους, άμεση βλάβη επέρχεται μόνο στην εγκαλούσα και όχι σ' αυτόν". Στη συνέχεια το Διακαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο α) νόθευσης (κατ' ακριβή νομικό χαρακτηρισμό) εγγράφων κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως και β) απάτης στο δικαστήριο και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξη

(6)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της νόθευσης εγγράφων κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως και απάτης στο δικαστήριο, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου νόθευση των τιμολογίων της εταιρίας της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος, ώστε να εμφανίζουν πώληση εμπορευμάτων αξίας 94.708,56 Ευρώ προς την εγκαλούσα εταιρεία και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του διευθυντή της εγκαλούσης Ψ, ώστε να φαίνεται ότι παρέλαβε αυτός τα εν λόγω εμπορεύματα, ενώ τα εμπορεύματα (υλικά) που είχαν παραδοθεί με βάση σύμβαση έργου και όχι πώληση ανέρχονταν σε 51.120 Ευρώ, β) τη χρησιμοποίηση των ανωτέρω τιμολογίων για την από μέρους του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκδοση διαταγής πληρωμής γ) την ψευδή παράσταση προς τον Δικαστή ότι τα τιμολόγια αντιπροσωπεύουν πώληση εμπορευμάτων τα οποία παραλήφθηκαν, από την οποία αυτός πείστηκε και εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, την οποία δεν θα εξέδιδε αν γνώριζε ότι επρόκειτο για σύμβαση έργου, αφού η εξ αυτής απαίτηση δεν θα αποδεικνυόταν εγγράφως και δ) τη ζημία της εγκαλούσης η οποία ανέρχεται στο ποσό των 43.582,56 Ευρώ, παραδοχή από την οποία προκύπτει ότι το Δικαστήριο αφαίρεσε το ποσό των 51120 Ευρώ που αφορούσε τα παραδοθέντα υλικά βάσει της συμβάσεως έργου που πράγματι καταρτίστηκε. Επομένως είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι α) δεν αναφέρεται ότι την υπογραφή του Ψ στα τιμολόγια κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών" την έθεσε αυτό (κατηγορούμενος) και β) υπάρχει ασάφεια ως προς τη ζημία της εγκαλούσης, αν ανέρχεται στο ποσό των 94.702,56 Ευρώ για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ή στο ποσό των 43.582,56 Ευρώ. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ορθά το Δικαστήριο μετέβαλε την κατηγορία από κατάρτιση πλαστού σε νόθευση, αφού τέτοια μεταβολή επιτρέπεται, εφόσον προκύπτει από τις αποδείξεις, όπως επιτρέπεται και το αντίθετο. Εξάλλου, η από μέρους του Δικαστηρίου αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος Ψ με την αιτιολογία ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι αυτός είναι εμμέσως ζημιωθείς από τις πράξεις του κατηγορουμένου, η οποία αποβολή έλαβε χώρα μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης προέκυψε από τις αποδείξεις και έτσι ήταν νόμιμη η μέχρι της αποβολής του παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία, λόγω της αναδρομής της αποβολής σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία. Τέλος, η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος Ψ, δεν επάγεται ακυρότητα, αφού τέτοια ακυρότητα δεν απαγγέλλεται ρητώς, όπως απαγγέλλεται στο άρθρο 218 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλαδή όταν δεν ορκιστεί ο μάρτυρας πριν εξεταστεί. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλο λόγο, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176,183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-4-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1428/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
(500)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.