Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 487 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτού του κατηγορουμένου, ο οποίος κατέθεσε ψευδώς περί του χρόνου προσλήψεως της εγκαλούσης, προκειμένου να απορριφθεί εργατική αγωγή αυτής. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 487/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 192/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 192/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η εγκαλούσα προσλήφθηκε από την ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 4.2.2002 για να εργαστεί, με πλήρη απασχόληση, ως πωλήτρια στο κατάστημα πωλήσεως παιδικών υποδημάτων που διατηρούσε αυτός στη .... Τις λογιστικές εργασίες του κατηγορουμένου από την ως άνω επιχείρηση διεκπεραίωνε ο κατηγορούμενος που είναι λογιστής. Αμέσως μετά την πρόσληψη της, ζήτησε η εγκαλούσα από τον εργοδότη της να προχωρήσει στην αναγγελία της προσλήψεως της στην Επιθεώρηση Εργασίας και το ΙΚΑ. Ο εργοδότης της ζήτησε απ' αυτήν να προμηθευτεί κάρτα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ για να προχωρήσει σε πρόσληψη της και την παρέπεμψε στον κατηγορούμενο, για τις λεπτομέρειες. Ο τελευταίος σε επικοινωνία που είχε με την εγκαλούσα της υπέδειξε να προμηθευτεί κάρτα ανεργίας διάρκειας δύο μηνών, ώστε να μπορεί να γίνει πρόσληψη της με επιδότηση. Παρά την πάροδο όμως ικανού διαστήματος δεν προέβη ο εργοδότης της εγκαλούσας στην επίσημη πρόσληψη της, ενώ παράλληλα προέκυψαν μεταξύ τους και ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αποδοχών και επιδομάτων. Τον Ιούλιο του 2002 η εγκαλούσε ενέτεινε τις διαμαρτυρίες της και επειδή δεν της γνωστοποιούσε ο εργοδότης της πρόσληψη, του γνωστοποίησε ότι θα προβεί σε καταγγελία του στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο τέλος Ιουλίου 2002 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Ύστερα από τις προειδοποιήσεις της εγκαλούσας για καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 25.7.2002 ο εργοδότης της, πλαστογραφώντας την υπογραφή της στη σχετική έγγραφη αναγγελία, ανήγγειλε την πρόσληψη της στην Επιθεώρηση Εργασίας, με ημερομηνία πρόσληψης την 19.7.
- Λόγω των διαφωνιών αυτών με τον εργοδότη της η εγκαλούσα άσκησε κατ' αυτού την με αριθμό καταθέσεως 14806/30.12.2002 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ζητώντας διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και άδειας και αμοιβή για υπερωρίες. Η αγωγή εκδικάσθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης την 15.4.
- Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την ως άνω δικάσιμο εξετάσθηκε με επιμέλεια του "εργοδότη της εγκαλούσας στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος ο οποίος κατέθεσε τα εξής "Έχω λογιστικό γραφείο. Ο ... μου έφερε πρόσληψη για την .... Έπαιρνε 440 ευρώ συν ένσημα. Δούλευε από 15/7 και η πρόσληψη έγινε 19/
- δεν της οφείλει. Δούλεψε για δύο εβδομάδες η ενάγουσα στο κατάστημα. Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω. Το κατάστημα δεν είχε ανάγκη υπερωριών. Είχε ανοίξει και δεύτερο κατάστημα. Εκεί εργάσθηκαν η σύζυγος του και ο ίδιος". Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου όσον αφορά τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας είναι ψευδής και κατέθεσε ο κατηγορούμενος ότι η εγκαλούσα εργάσθηκε από 15.7.2002 και η πρόσληψη έγινε 19.7.2002 εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές, αφού όπως προαναφέρθηκε η ίδια η εγκαλούσα είχε μαζί του επικοινωνήσει από της ενάρξεως της εργασίας της τον Φεβρουάριο του 2002 κατ1 επανάληψη τηλεφωνικά μαζί του και αυτός της υπέδειξε να εφοδιαστεί με κάρτα ανεργίας, διάρκειας δύο μηνών ώστε να γίνει η τυπική πρόσληψη της, προκειμένου να επιτύχει για λογαριασμό του πελάτη του, εργοδότη της εγκαλούσας, επιδότηση για την απασχόληση ανέργου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όσα κατέθεσε τα κατέθεσε με βάση το έγγραφο της πρόσληψης που του επέδειξε ο πελάτης του, εργοδότης της εγκαλούσας και ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική αντίληψη και ότι με την εγκαλούσα δεν επικοινώνησε πριν από την πρόσληψη αλλά μετά. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν είναι βάσιμος, προβάλλεται δε μετά την σε βάρος του έγκληση για να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδούς μαρτυρικής του καταθέσεως. Για το ότι εν γνώσει της αναληθείας κατέθεσε ψευδώς στην ως άνω μαρτυρική κατάθεση του ο κατηγορούμενος, ως προς το χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας, σαφείς και πειστικοί στις καταθέσεις του είναι και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή η εγκαλούσα, ο τώρα σύζυγος της, ο οποίος τότε που έγινε η πρόσληψη ήταν απλώς γνωστός της, την έφερε δε σε επαφή με τον εργοδότη, που ήταν και αυτός γνωστός του, για να την προσλάβει στην εργασία και η μητέρα της, που και η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί τόσο στον εργοδότη της εγκαλούσας όσο και στον ίδιο τον κατηγορούμενο για την μη επικόλληση ενσήμων, έχουν δηλαδή όλοι τους προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην επίδικη μαρτυρική κατάθεση του, όπως αυτή στο σύνολο της περιγράφεται ανωτέρω ενώ δηλώνει ότι δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις υπερωρίες, λέγοντας "... Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω..", ουδεμία αμφιβολία εκφράζει ως προς τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας. Μάλιστα ενώ στην απολογία του αναφέρει ότι με βάση το έγγραφο της αναγγελίας που του προσκόμισε ο πελάτης του, εργοδότης της εγκαλούσας κατέθεσε περί του χρόνου προσλήψεως της, από το αναγνωσθέν έγγραφο της αναγγελίας προκύπτει ότι σ' αυτό δεν αναφέρεται ως χρόνος πρόσληψης η 15.7.2002 αλλά η 19.7.
- Δηλαδή και σ' αυτό το σημείο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια η άποψη του κατηγορουμένου. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι δεν έχουν προσωπική αντίληψη των γεγονότων που αφορούν την πρόσληψη της εγκαλούσας και την εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώση ή μη του αληθούς χρόνου πρόσληψης της, αλλά καταθέτουν ο μεν πρώτος γενικώς για το πώς κατά κανόνα λειτουργεί το λογιστικό γραφείο του κατηγορουμένου, στο οποίο και αυτός εργάζεται, ο δε δεύτερος ως λογιστής γενικές πληροφορίες περί του τρόπου λειτουργίας των λογιστικών γραφείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών
(3)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδίκασε κατηγορούμενο τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224§2 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος, ποια είναι τα αληθή περιστατικά και τη γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές των περιστατικών, την οποία γνώση στηρίζει στις καταθέσεις της εγκαλούσης, η οποία επανειλημμένα είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα της είχε υποδείξει να εφοδιαστεί με κάρτα ανεργίας, ενώ εργαζόταν από το Φεβρουάριο του 2002, προκειμένου να λάβει επιδότηση ανέργου ο εργοδότης της και πελάτης του κατηγορουμένου λογιστή, καθώς επίσης και στις καταθέσεις του μετέπειτα συζύγου της εγκαλούσης και της μητέρας της, η οποία είχε διαμαρτυρηθεί στον κατηγορούμενο για τη μη επικόλληση ενσήμων στο βιβλιάριο της εγκαλούσης για το ανωτέρω διάστημα της εργασίας της. Το ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε πρωτοδίκως για το τμήμα της καταθέσεώς του που αφορούσε στις υπερωρίες της εγκαλούσης, δεν δημιουργεί αντίφαση με την καταδίκη του για το τμήμα της καταθέσεως που αφορούσε στο χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσης, αφού το Δικαστήριο δικαιολογεί τη διαφορετική κρίση με την περικοπή "ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ενώ δηλώνει ότι δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις υπερωρίες, λέγοντας "... Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω ...", ουδεμία αμφιβολία εκφράζει ως προς τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας". Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις του κατηγορουμένου για μη αιτιολόγηση του δόλου του και για αντίφαση του καταδικαστικού μέρους της αποφάσεως με το αθωωτικό, είναι αβάσιμες, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις του είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 192/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ