Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 49 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αριθμός 49/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 869/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/2014. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποία ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 869/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για ψευδορκία μάρτυρα, κατά πλειοψηφία, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)μηνών, ανασταλείσα για δύο έτη. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, αποδείχθηκαν τα εξής: "Η πολιτικώς ενάγουσα εργάστηκε στον παιδικό σταθμό της πρώτης κατηγορουμένης (Γ. Τ.) από τον Οκτώβριο του 1998 έως 31/1/2002 ως νηπιαγωγός. Τον Απρίλιο του 2002 η πολιτικώς ενάγουσα επισκέφτηκε τον β' κατηγορούμενο (Δ. Π.), λογιστή της πρώτης κατηγορουμένης, στο γραφείο που διατηρούσε αυτός στην οδό Ιωλκού, για να λάβει τα ένσημα που αντιστοιχούσαν στο ως άνω χρονικό διάστημα εργασίας της. Ο β' κατηγορούμενος της πρότεινε ότι καλό θα ήταν να είχε μία βεβαίωση εργασίας. Και επειδή οι σχέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και της πρώτης κατηγορουμένης δεν ήταν καλές, η μηνύτρια ζήτησε από τον β' κατηγορούμενο να το φροντίσει ο ίδιος. Την επόμενη ημέρα προσήλθε με την φίλη της, Μ. Γ., στο γραφείο του β' κατηγορουμένου και έλαβε μία βεβαίωση, όπως βεβαιώνει και η ως άνω μάρτυρας, από αυτόν. Στην βεβαίωση αυτήν που δεν ανέφερε ημερομηνία κατά λέξη αναφερόταν : "Η κάτωθι υπογεγραμμένη Τ. Γ. του Α. ιδιοκτήτρια Παιδικού σταθμού-Νηπιαγωγείου που εδρεύει στο Βόλο επί της οδού … 24, ΑΦΜ ... & A.M. 1KA ... βεβαιώνω ότι απασχόλησα στην επιχείρηση μου την εργαζόμενη Κα Ε. Δ. με ΑΦΜ ... και AM IKA ... από 01/10/1998 έως και 31/01/2002 ως νηπιαγωγό για 22 (είκοσι δύο) ημέρες το μήνα καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ μας σχέσης εργασίας. Η βεβαίωση αυτή δίνεται για κάθε νόμιμη χρήση". ΣΤΟ τέλος έφερε σφραγίδα της επιχείρησης της πρώτης κατηγορούμενης και υπογραφή. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, το 2006 η πρώτη κατηγορούμενη έλαβε γνώση της ως άνω βεβαίωσης για πρώτη φορά και κατέθεσε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας μήνυση καταμηνύοντας την, ότι " η ανωτέρω βεβαίωση ουδέποτε γράφτηκε από μένα, ούτε χειρόγραφα, ούτε σε Η/Υ και ουδέποτε έθεσα τη σφραγίδα της επιχείρησης μου και την υπογραφή μου. Η βεβαίωση αυτή συντάχθηκε από την μηνυόμενη, η οποία, χωρίς τη συναίνεση μου και εν αγνοία μου, υφάρπαξε τη σφραγίδα από κάποιο γραφείο του παιδικού σταθμού μου κι επιπλέον πλαστογράφησε την υπογραφή μου, κατ' απομίμηση της. Κατήρτισε δηλαδή εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει τις Αρμόδιες Αρχές, περί της, δήθεν, προϋπηρεσίας της. Το έγγραφο μάλιστα αυτό το χρησιμοποίησε καταθέτοντας το στο 1ο Γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ηλείας, παραπλανώντας την ανωτέρω υπηρεσία και περί της εκδότριας του εγγράφου και περί της γνησιότητας του και περί της αλήθειας του περιεχομένου του. Η ανωτέρω βεβαίωση, εκτός από πλαστογραφημένη, είναι και κατά περιεχόμενο ψευδής, αφού η μηνυόμενη δεν εργαζόταν καθ1 όλη την αναφερόμενη στη βεβαίωση περίοδο, δηλαδή από 1-10-1998 έως 31-01-2002, για 22 ημέρες το μήνα, αλλά απασχολήθηκε στην επιχείρηση μου με συμβάσεις μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα με τις ακόλουθες συμβάσεις που προσκομίζω: α) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 5-10-1998 έως 30-6-
- β) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 30-6-1999 έως 31-7-
- γ) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 22-10-1999 έως 30-6-
- δ) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 30-6-2000 έως 27-7-
- ε] Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 4-9-2000 έως 30-6-
- στ) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 30-6-2001 έως 31-7-
- ζ) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 22-8-2001 έως 31-10-
- η) Με σύμβαση μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, από 31-10-2001 έως 31-1-
- Έτσι, η μηνυόμενη διέπραξε το αδίκημα της πλαστογραφίας με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης πλαστού εγγράφου και ότι η μηνυόμενη, προκειμένου να αποδείξει την προϋπηρεσία της και να επιτύχει καλύτερη τοποθέτηση ή μετάθεση, προσκόμισε στο 1° Γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ηλείας". Τα ανωτέρω γεγονότα που περιέλαβε στη μήνυση σχετικά με το περιεχόμενο της βεβαίωσης ήταν αληθή αφού η πολιτικώς ενάγουσα εργαζόταν σ' αυτήν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ανανεώνονταν κατ' έτος και όχι συνεχόμενα για το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως τον Ιανουάριο του
- Επί πλέον αποδείχθηκε και γραφολογικώς ότι η υπογραφή που ετέθη στην βεβαίωση δε ήταν δική της. Πίστευε λοιπόν όταν κατέθεσε την ως άνω μήνυση, ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε διαπράξει το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, αφού οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, η υπογραφή δεν ήταν της κατηγορουμένης και το περιεχόμενο της βεβαίωσης δεν ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματικότητα. Εξάλλου κανένας μάρτυρας ούτε και η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε ότι η πρώτη κατηγορουμένη έλαβε γνώση από τον β' κατηγορούμενο για την έκδοση της βεβαίωσης αυτής από τον ίδιο και δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συναίνεσε ή ενέκρινε την έκδοση αυτής. Ενώ αποδείχθηκε ότι όλα τα σχετικά έγγραφα που συνέτασσε ο β' κατηγορούμενος σχετικά με την επιχείρηση της πρώτης τα υπέγραφε η ίδια. Βέβαια η πολιτικώς ενάγουσα για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου μετά από αναίρεση με την υπ' αριθμ. 703/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κηρύχθηκε αθώα με το σκεπτικό ότι " η επίμαχη βεβαίωση προϋπηρεσίας χορηγήθηκε στην κατηγορούμενη με τη σφραγίδα της επιχείρησης της εγκαλούσας και υπογράφει κάτω από τη σφραγίδα, ως προερχόμενη από την εγκαλούσα, από το λογιστή της επιχείρησης της τελευταίας, Δ. Π., ο οποίος είχε εξουσιοδότηση από την εγκαλούσα να συντάσσει σχετικές βεβαιώσεις προϋπηρεσίας. Τούτο βεβαίωσε ρητώς και κατηγορηματικώς και η μάρτυρας υπεράσπισης, Μ. Γ., η οποία την συνόδευε όταν μετέβη στο λογιστήριο του Δ. Π. και είδε την κατηγορούμενη να βγαίνει από το λογιστήριο κρατώντας την εν λόγω βεβαίωση. Συνεπώς, και αν ήθελε υποτεθεί ότι η υπογραφή της εγκαλούσας στη βεβαίωση ήταν πλαστογραφημένη, δεν προέκυψε ότι τούτο ήταν σε γνώση της κατηγορούμενης, και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί αθώα, ελλείψει δόλου". Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη κατέθεσε την από 26-7-06 μήνυση της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου, όπου διέλαβαν τα υπό στοιχ. Α1 του παρόντος περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια επιβεβαίωσε ενόρκως πιστεύοντας ότι αυτά είναι αληθή. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι η ανωτέρω κατηγορουμένη με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο και ειδικότερα με παντοειδείς υποσχέσεις, προτροπές και παρακλήσεις που έγιναν με φορτικότητα και πειθώ προκάλεσε και παρήγαγε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της Δ. Π. του Ν., την απόφαση για την διάπραξη της παρακάτω υπό στοιχ. Β' του παρόντος περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, αλλά όσα κατέθεσε αυτός στις 13/3/2007 ενώπιον του Πταισματοδίκη Βόλου, τα κατέθεσε από ίδια γνώση και αντίληψη αφού όπως αποδείχθηκε αυτός συνέταξε την ως άνω βεβαίωση και έθεσε την υπογραφή της α' κατηγορουμένης χωρίς να ενημερώσει την τελευταία. Συνεπώς πρέπει η α' κατηγορουμένη να κηρυχθεί αθώα των αποδιδόμενων σε αυτήν πράξεων α) της ψευδούς καταμήνυσης, β) της ψευδορκίας μάρτυρα και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά πλειοψηφία. Ένα μέλος της συνθέσεως και συγκεκριμένα ο Εφέτης κ. Σπυρίδων Μελάς, είχε τη γνώμη ότι η πρώτη κατηγορούμενη έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Π. του Ν., στο Βόλο στις 13-3-07, με πρόθεση δηλ. θέλοντας την πραγμάτωση των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας τα αληθή και συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκη Βόλου, που είναι αρμόδια αρχή να δέχεται ένορκες καταθέσεις, κατά την διενεργηθείσα επί της από 26/7/06 μηνύσεως της συγκατηγορούμενής του Γ. Τ. του Α. κατά της ήδη εγκαλούσας Δ. Ε. του Ν. προανάκριση, για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι : "...Η μηνυομένη κα Ε. προκειμένου να διοριστεί στο Δημόσιο, κατέθεσε μία βεβαίωση στον αρμόδιο φορέα, η οποία έφερε την υπογραφή της κας Τ. και το περιεχόμενο της ανέφερε ως προϋπηρεσία ολόκληρα έτη και όχι περιόδους, όπως συνηθίζεται να γίνεται βάσει των συμβάσεων. Εγώ δεν είδα την βεβαίωση, με ενημέρωσε η κα Τ. ότι είναι πλαστή και ως προς το περιεχόμενο και ως προς την υπογραφή της. Τώρα που μου δείχνετε την επίδικη βεβαίωση καταθέτω μετά λόγου γνώσεως, επειδή γνωρίζω πάρα πολύ καλά την υπογραφή της κας Τ., ότι η υπογραφή της βεβαίωσης δεν είναι δική της. Επίσης και το περιεχόμενο δεν είναι αυτό που δίνουμε εμείς στις βεβαιώσεις που μας ζητούνται, δηλαδή όταν μας ζητούνται τέτοιου είδους βεβαιώσεις, εμείς γράφουμε τις σχολικές περιόδους απασχόλησης του ενδιαφερομένου και όχι ολόκληρα τα έτη..." και ναι μεν την ως άνω βεβαίωση δεν υπέγραψε η α' κατηγορουμένη, αλλά ούτε και η κα. Ε. όπως προέκυψε από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη γεγονός που ο β' κατηγορούμενος γνώριζε, εν τούτοις, αυτός, κατέθεσε τα ανωτέρω εν γνώσει του ότι είναι ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο ίδιος είχε συντάξει την ως άνω βεβαίωση και είχε υπογράψει για λογαριασμό της κας Τ., χωρίς την έγκριση ή την συναίνεση αυτής. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση της μάρτυρος κας Ε. σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος Μ. Γ., της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της απολογίας της α' κατηγορουμένης και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο β' κατηγορούμενος της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα κατά πλειοψηφία, υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α' ΠΚ, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, μέχρι την τέλεση της πράξης έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ένα μέλος της συνθέσεως και συγκεκριμένα η Εφέτης Αρχοντούλα Σταυρίδου, είχε τη γνώμη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι όσα κατέθεσε ενόρκως ο παραπάνω κατηγορούμενος στο Βόλο στις 13/3/2007 ενώπιον της Πταισματοδίκη Βόλου ήταν ψευδή." Στο διατακτικό ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος ψευδορκίας του ότι: "Στο Βόλο στις 13-3-07, με πρόθεση δηλ. θέλοντας την πραγμάτωση των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας τα αληθή και συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκη Βόλου, που είναι αρμόδια αρχή να δέχεται ένορκες καταθέσεις, κατά την διενεργηθείσα επί της από 26-7-06 μηνύσεως της συγκατηγορούμενης του Γ. Τ. του Α. κατά της ήδη εγκαλούσας Δ. Ε. του Ν. προανάκριση, για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: "...Η μηνυομένη κα Ε. προκειμένου να διοριστεί στο Δημόσιο, κατέθεσε μία βεβαίωση στον αρμόδιο φορέα, η οποία έφερε την υπογραφή της κας Τ. και το περιεχόμενο της ανέφερε ως προϋπηρεσία ολόκληρα έτη και όχι περιόδους, όπως συνηθίζεται να γίνεται βάσει των συμβάσεων. Εγώ δεν είδα την βεβαίωση, με ενημέρωσε η κα Τ. ότι είναι πλαστή και ως προς το περιεχόμενο και ως προς την υπογραφή της. Τώρα που μου δείχνετε την επίδικη βεβαίωση καταθέτω μετά λόγου γνώσεως, επειδή γνωρίζω πάρα πολύ καλά την υπογραφή της κας Τ., ότι η υπογραφή της βεβαίωσης δεν είναι δική της. Επίσης και το περιεχόμενο δεν είναι αυτό που δίνουμε εμείς στις βεβαιώσεις που μας ζητούνται, δηλαδή όταν μας ζητούνται τέτοιου είδους βεβαιώσεις, εμείς γράφουμε τις σχολικές περιόδους απασχόλησης του ενδιαφερομένου και όχι ολόκληρα τα έτη...". Τα παραπάνω κατέθεσε και επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος ως ανωτέρω περιγράφηκαν κατά περίπτωση αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδή, καθόσον γνώριζε ότι ουδέποτε αυτά συνέβησαν." Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 869/2014 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 224 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) παρατίθενται τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, τον δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο αιτιολογικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού, με την έννοια της βεβαιότητας για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία και κατατέθηκαν σχετικά με την πλαστότητα και τη χρήση βεβαίωσης προϋπηρεσίας - απασχόλησης της πολιτικώς ενάγουσας Δ. Ε., με την παραδοχή ότι αυτός ο ίδιος, ως λογιστής της εργοδότιδας είχε συντάξει την ως άνω ψευδή εν μέρει κατά το περιεχόμενο απασχόλησης βεβαίωση και είχε υπογράψει για λογαριασμό της εργοδότιδας του παιδικού σταθμού Γ. Τ., χωρίς την έγκριση ή τη συναίνεση αυτής, και με την τελευταία αυτή παραδοχή, αυτοδιαψεύδει όλα όσα αντίθετα κατέθεσε ο ίδιος στον Πταισματοδίκη σαν μάρτυρας, β) το άνω αιτιολογικό ενοχής του αναιρεσείοντος είναι πλήρες και επαρκές και δεν είναι τυπικό, δεν αποτελεί επανάληψη, ούτε παραπέμπει στο διατακτικό, δεν περιέχει αντιφάσεις σε σχέση με τις παραδοχές του διατακτικού αναφορικά με τα αληθή και ψευδή κρίσιμα περιστατικά, δεν είναι αντιφατικό σε σχέση με τις παραδοχές αθώωσης της συγκατηγορουμένης του Γ. Τ., η ενοχή δε του αναιρεσείοντος δεν στηρίζεται στην προηγούμενη αθωωτική απόφαση της πολιτικώς ενάγουσας Δ. Ε., αλλά σε περιστατικά που παρατίθεται σαφώς και εμπεριστατωμένα στο αιτιολογικό. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'(κατ'εκτίμηση) του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, της ένδικης αιτήσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου από έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-07-2014 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του Δ. Π. του Ν., περί αναιρέσεως της με αρ. 869/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ