← Ελλάδα

ΑΠ 498/2014 — Δεδικασμένο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 498 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Δεδικασμένο. Περίληψη: Η απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατ’ έφεση του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη δεν περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του ανακόπτοντος. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου το ίδιο συμβαίνει και με την απόφαση του Εισαγγελέα που εκδίδεται κατ΄ άρθρο 22 του α.ν 1539/

  1. Αριθμός 498/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Δήμου Δυτικής Αχαΐας, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Λαρισσού Αχαΐας και της πρώην Κοινότητας Μετοχίου Πατρών, που εδρεύει στην Κάτω Αχαΐα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 628/1996 μη οριστική, 648/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι: "Εντός ενός έτους από την ημέρα της δημοσιεύσεως του παρόντος, οφείλουν οι ιδιοκτήται των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματείαν ή απ' ευθείας ή δια των αρμοδίων υπαλλήλων, νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιόκτητας, εις δε την δευτέραν θέλει αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν ταύτην όμως, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας, μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα Εθνικά και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα". Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ιδίου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση α) εκείνα, για τα οποία "δι' εγγράφων εκδεδομένων κατά τους νομίμους τίτλους από τας αρμοδίας Τουρκικάς Αρχάς, αποδειχθώσιν ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών", β) εκείνα, τα οποία "κείνται εις ιδιωτικά χωρία - τζεφλίκια - εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων ... και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών ..." και, γ) εκείνα, περί της ιδιοκτησίας των οπίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια "στηριζόμεναι εις νομικά έγγραφα χαρακτηρίζοντας ρητώς την ιδιοκτησία του δάσους ...". Από τις πιο πάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι τα δάση, αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προ αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, είναι δημόσια "αδιαφιλονίκητα εθνικές", ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις τω νόμων 8 παρ.1 Κώδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποσε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 2106/2007 ΕλλΔνη 49.504). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας και ήδη Δήμου Λαρισσού Αχαΐας. Αυτά αποτελούνται από ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 27.226,35 τ.μ., καθώς και από άλλο ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 3.423 τ.μ. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι έγινε ψιλός κύριος ολόκληρου του πρώτου ακινήτου και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δεύτερου ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-6-1992 συμβολαίου γονικής παροχής από τον πατέρα του Ν. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 503 και με αριθμό 100 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυρτουντίων, ενώ την επικαρπία αυτών παρακράτησε εφ' όρου ζωής ο πατέρας του. Επίσης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έγινε ψιλός κύριος των ακινήτων αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του από το 1790 και μέχρι την άσκηση της αγωγής του, καθόσον είχαν τα ακίνητα αυτά στη νομή τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο πατέρας του προπάππου του A. από το 1790 έως το 1815, ο προπάππος του Α. Α. από το 1815 έως το 1860, ο παππούς αυτού Γ. Α. Α. από το 1860 έως το 1922, ο πατέρας αυτού Ν. Γ. Α. από το 1922 έως τις 23-2-1946 υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου και στη συνέχεια τα είχε αυτός στη νομή του με διάνοια κυρίου μέχρι τη μεταβίβαση τους σ' αυτόν το 1992 με το παραπάνω συμβόλαιο. Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν ένα μέρος μιας μεγαλύτερης εκτάσεως 685 στρεμμάτων που βρίσκεται μεταξύ του παράκτιου δάσους της Στροφυλιάς και των λιμνών Προκόπου και Λάμιας. Η αρχικώς δεύτερη εναγομένη Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, με το υπ' αριθμ. 1646/11-1-1981 έγγραφο της προς τη Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Αχαΐας ζήτησε το χαρακτηρισμό της παραπάνω εκτάσεως ως δασικής ή μη. Με την υπ' αριθμ. 1660/16-5-1983 πράξη του ο Δασάρχης Πατρών χαρακτήρισε την έκταση αυτή των 685 στρεμμάτων ως μη δασική. Κατά της παραπάνω πράξεως του Δασάρχη Πατρών άσκησε αντιρρήσεις ο Ο.Δ.Ε.Π. ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών αμφισβητήσεων Νομού Αχαΐας, η οποία με την υπ' αριθμ. 8/1984 απόφασή της χαρακτήρισε την έκταση αυτή ως μη δασική. Στη συνέχεια, ο Ο.Δ.Ε.Π. άσκησε την από14-7-1984 προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 8/1984 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Αχαΐας ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών. Η Επιτροπή αυτή χαρακτήρισε την έκταση αυτή ως δασική με την υπ' αριθμ.8/22-10-1986 απόφασή της. Η αρχικώς δεύτερη εναγομένη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της παραπάνω αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών και η απόφαση αυτή ακυρώθηκε ως αναιτιολόγητη. Έτσι, η υπόθεση αυτή μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας εισήχθη ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών, προκειμένου να αιτιολογήσει το χαρακτήρα της παραπάνω εκτάσεως ως δασικής. Η παραπάνω Δευτεροβάθμια Επιτροπή με την υπ' αριθμ. 6/1993 απόφαση της χαρακτήρισε την έκταση αυτή ως δασική,καθόσον αυτή αποτελεί ενιαίο οικοσύστημα του δάσους Στροφολιάς και του υγροβιότοπου Προκόπου -Λάμιας-Κοτυχίου και εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 998/1979 (άρθρο 3 παρ.2 και 3), αφού παράγει δασικά προϊόντα και συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας της περιοχής, πράγμα το οποίο φαίνεται, άλλωστε, από το γεγονός ότι η έκταση αυτή στη θέση "..." μαζί με το δάσος της Στροφυλιάς και τις λίμνες Προκόπου και Λάμιας και την προς νότο λιμνοθάλασσα Κοτυχίου υπήχθησαν στις προστατευτέες εκτάσεις σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση του Ραμσάρ (Ν.Δ. 191/1974), περιοχές μάλιστα που αποτελούν την πρώτη ζώνη προστασίας του γενικότερου υγροβιότοπου της περιοχής. Από πλευράς ωφελιμότητας και λειτουργίας που αυτή εξυπηρετεί υπάγεται στην κατηγορία της παρ. 1 περίπτωση α' (υγροβιότοπος), δ' (αναψυχή) και της παρ. 2 περίπτωση β' (παραλιακή-παραλίμνια) του άρθρου 4 του Ν. 998/1979.Κατά της παραπάνω υπ' αριθμ.6/1993 αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών τόσο η αρχική δεύτερη εναγομένη, κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, όσο και η Ε. σύζ. Κ. Π.-Κ. και ο Ν. Γ. Α., κάτοικοι της παραπάνω Κοινότητας, άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τις από 22-3-1994 αιτήσεις ακυρώσεως. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 2996/2003 και 2997/2003 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες απέρριψαν τις αιτήσεις αυτές, αφού δέχτηκαν ότι η έκταση των 685 στρεμμάτων στη θέση "..." της περιοχής της αρχικώς δεύτερης εναγομένης Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας είναι δασική σύμφωνα με όσα ανέφερε στο σκεπτικό της, όπως αναφέρεται παραπάνω, η υπ' αριθμ. 6/1993 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών. Ειδικότερα, οι παραπάνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχτηκαν ότι η έκταση των 685 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα, αποτελεί επιμήκη λωρίδα γης ευρισκόμενη μεταξύ του δάσους της Στροφυλιάς που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα προς δυσμάς και των λιμνών Προκόπου και Λάμιας. Επίσης, οι αποφάσεις αυτές δέχτηκαν την εισήγηση του μέλους της παραπάνω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Η. Κ., δασολόγου, στην οποία η έκταση αυτή περιγράφεται ως επίπεδη, με εξαίρεση διάσπαρτους αμμόλοφους, έχοντας αμμώδη υφή και καλυπτόμενη από δενδρώδη και θαμνώδη δασικά φυτά (φράξο, φυλλοβόλο δρυ, ιτιά, πεύκη, παλιούρι κ.λ π.), τα οποία είναι διατεταγμένα σε διάσπαρτες λόχμες και συδενδρίες εν μέσω χορτολιβαδικής βλαστήσεως, ενώ στο ανατολικό της τμήμα προς τις λίμνες βρίσκονται λόχμες υδρόφιλων δασοπονικών φυτών, όπως φράξου, φτελιά, ιτιά κλπ. και ότι αυτή μαζί με το παρακείμενο δάσος της Στροφυλιάς, τις λίμνες Προκόπου και Λάμιας και τη λιμνοθάλασσα Κοτυχίου αποτελούν υγροβιότοπο μεγάλης σημασίας που προστατεύεται από τη Διεθνή Σύμβαση του Ραμσάρ (Ν.Δ.191/1974). Επίσης, οι αποφάσεις αυτές δέχτηκαν την παραπάνω εισήγηση, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των διάσπαρτων δένδρων σχηματίζουν διάκενα διάφορων μεγεθών και μαζί με τη χορτολιβαδική έκταση συνιστούν ειδικό δασογενές περιβάλλον που συνδέεται άρρηκτα με το παρακείμενο δάσος της Στροφυλιός και ότι η έκταση αυτή των 685 στρεμμάτων αποτελεί δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του Ν. 998/
  2. Ενόψει αυτών πράγματι η έκταση των 685 στρεμμάτων , στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα , είναι δασική παρά τον εν μέρει χορτολιβαδικό χαρακτήρα της, δεδομένου ότι στην έννοια των δασικών εκτάσεων (άρθρο 3 παρ.4 εδάφ. α' και 6 περ.β' του Ν. 998/1979, όπως ισχύει) εμπίπτουν και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν οργανική συνέχεια δάσους, κατά τρόπο ώστε να αποτελούν ενιαίο δασικό οικοσύστημα μι αυτό. Εξάλλου, το γεγονός ότι η έκταση αυτή ήταν βοσκήσιμη δεν αναιρεί το χαρακτήρα της ως δασικής, αφού η βόσκηση επιτρεπόταν στο δάσος της Στροφυλιάς και στην έκταση αυτή. Τόσο ο ενάγων όσο κι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (πατέρας, παππούς και προπάππος) λόγω του χορτολιβαδικού χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων τα χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση των ζώων τους. Μάλιστα, αυτοί είχαν εγκαταστήσει στα επίδικα ακίνητα αρκετές κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις από τσίγκους, τσιμεντόλιθους και ξύλα, προκειμένου να σταβλίζουν τα ζώα τους. Επίσης, την παραπάνω έκταση των 685 στρεμμάτων, όπου βρίσκονται και τα δύο επίδικα ακίνητα, χρησιμοποιούσαν και άλλοι κάτοικοι της αρχικώς δεύτερης εναγομένης, Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας, καθώς και το δάσος της Στροφυλιάς για να βόσκουν τα ζώα τους. Πλην όμως ο ενάγων, αλλά και οι λοιποί κάτοικοι της παραπάνω Κοινότητας δεν ασκούσαν τις παραπάνω πράξεις με διάνοια κυρίου, αλλά αυτοί ασκούσαν το δικαίωμα βοσκής στην παραπάνω έκταση που τους παρείχε η αρχικώς δεύτερη εναγομένη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, έναντι συγκεκριμένου τέλους βοσκής. Πράγματι, η καταβολή του τέλους βοσκής προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1796/12-12-1981 βεβαίωση της παραπάνω Κοινότητας, αλλά η είσπραξη από αυτήν του τέλους βοσκής από τους κατοίκους της που ήταν κτηνοτρόφοι δε θεμελιώνει δικαίωμα κυριότητας αυτής στην παραπάνω έκταση, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα. Η Κοινότητα αυτή δεν έχει γίνει κυρία με τον παραπάνω τρόπο, αλλά διατηρεί μόνο δικαίωμα χρήσεως στην παραπάνω έκταση, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, το οποίο αυτή απέκτησε λόγω της ανοχής που επέδειξε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το παραπάνω δικαίωμα βοσκής στην παραπάνω έκταση, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, απέκτησε η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, με βάση την υπ' αριθμ. 95725/21-8-1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκαν σ' αυτήν προς γεωργική και κτηνοτροφική αποκατάσταση των κατοίκων της οι εκτάσεις που είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του άρθρου 16 του Π.Δ. της 17ης-8-1923 και ήταν της Μονής Μ. Σπηλαίου. Εξάλλου, στις εκτάσεις αυτές περιλαμβάνονταν οι φυτεμένες, καλλιεργημένες και μη, εκτός από τις δασικές εκτάσεις επί των οποίων διατηρήθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και παραχωρήθηκε μόνο δικαίωμα βοσκής και απαγορεύθηκε απολύτως η καλλιέργεια αυτών. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι του δεν απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα ακίνητα (καθόσον αυτά αποτελούσαν πάντοτε δασική έκταση, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος από την έναρξη ισχύος του Β.Δ. της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 3 παρ. 1 του παραπάνω Β.Δ, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώριση του ως κυρίου. Αυτοί δε νέμονταν τα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίου, αφού κατέβαλαν τέλος βοσκής στην αρχικώς δεύτερη εναγομένη Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας. Ο ενάγων που ήταν κατηγορούμενος παραδέχτηκε το δικαίωμα βοσκής σε άλλο μοναστηριακό κτήμα που βρίσκεται μέσα στην έκταση των 685 στρεμμάτων κατά την εκδίκαση της εφέσεως του κατά της υπ' αριθμ. 201/1981 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1017/1981 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Επίσης, ο πατέρας του ενάγοντος Ν. Α. στο από 2-12-1982 απολογητικό του υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του Πταισματοδίκη Δύμης, κατηγορούμενος για κατάληψη μοναστηριακού κτήματος στην ίδια παραπάνω έκταση ανέφερε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα των μοναστηριακών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν υπέρ του Δημοσίου από τις 17-8-1923 και κατόπιν περιήλθαν στην Κοινότητα Μετοχίου για τη γεωργική και κτηνοτροφική αποκατάσταση των κατοίκων αυτής δυνάμει της υπ' αριθμ. 95725/1924 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και ότι τόσο αυτός όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του χρησιμοποιούσαν την έκταση αυτή για παρόμοιες χρήσεις, εννοώντας ότι είχαν μόνο δικαίωμα βοσκής στην έκταση αυτή. Περαιτέρω, η αρχικώς δεύτερη εναγομένη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, με την από 16-11-1992 αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων κατά του ενάγοντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών ζήτησε ν' αναγνωριστεί αυτή νομέας και κάτοχος ενός τμήματος σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλογράμμου διαστάσεων 300 μ. χ 200 μ., εκτάσεως 60 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "..." και στην έκταση των 685 στρεμμάτων που έχει ήδη χαρακτηριστεί δασική. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/1994 απόφαση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, η οποία απέρριψε την αίτηση αυτή για προστασία της νομής της παραπάνω Κοινότητας στην έκταση αυτή με το σκεπτικό ότι δε συνέτρεχε κατεπείγουσα περίπτωση. Στη συνέχεια, η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, άσκησε την από 16-3-1994 ανακοπή της κατά της υπ' αριθμ. 1/1994 αποφάσεως του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, ζητώντας την εξαφάνιση της. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/1994 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η οποία δέχτηκε τυπικά την ανακοπή αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή δέχτηκε ότι η παραπάνω επίδικη έκταση των 60 στρεμμάτων χρησιμοποιούνταν από τον πατέρα του ενάγοντος Ν. Α. και από τον ίδιο τον ενάγοντα για τη βόσκηση των ποιμνίων τους και ότι δεν υπήρχε καμία μεταβολή το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1992 στην πραγματική κατάσταση της επίδικης εκτάσεως σχετικά με τη διακατοχή αυτής, αφού από πολλά έτη ο ενάγων και ο πατέρας του διενεργούσαν σ' αυτή διακατοχικές πράξεις. Πλην όμως οι παραπάνω υπ' αριθμ. 1/1994 και 14/1994 αποφάσεις του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, αντίστοιχα, δε δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, αφού αυτές έχουν προσωρινό χαρακτήρα και με αυτές δεν επιδικάστηκε νομή ή κατοχή. Με τις υπ' αριθμ. 6/1982 και 7/1982 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Δύμης ακυρώθηκαν τα υπ' αριθμ. 5452/6-10-1980 και 5455/54/2-10-1980 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πατρών μετά την άσκηση ανακοπής κατ' αυτών από το Γ. Φ. Α. και το Γ. Κ. Χ., ..., αντίστοιχα, ενώ με τις υπ' αριθμ. 3060/1982 και 3112/1982 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επικυρώθηκαν, αντίστοιχα, οι παραπάνω αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Δύμης. Πλην όμως οι παραπάνω αποφάσεις με τις οποίες κρίθηκε ότι οι εκτάσεις από τις οποίες έγινε διοικητική αποβολή από το Λασάρχη Πατρών και οι οποίες περιλαμβάνονται στην έκταση των 685 στρεμμάτων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της αρχικώς δεύτερης εναγόμενης, Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, δεν είναι δασικές, δε δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο ως προς το χαρακτηρισμό των επίδικων ακινήτων ως δασικών, αφού η αμφισβήτηση ως προς το χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη αποτελεί διαφορά, η οποία επιλύεται από την Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων και στην προκείμενη περίπτωση ο χαρακτήρας των επίδικων ακινήτων ως δασικών κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 6/1993 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Πατρών, η οποία μετά την απόρριψη των από 22-3-1994 αιτήσεων ακυρώσεως κατ' αυτής με τις υπ' αριθμ. 2996 και 2997/2003 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέστη αμετάκλητη. Τέλος, το γεγονός ότι ο πατέρας του ενάγοντος Ν. Α. δήλωσε τα επίδικα ακίνητα στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας του 1982 και στη δήλωση στοιχείων ακινήτων 1995 (Ε9) δε σημαίνει ότι αυτός έχει αποκτήσει δικαιώματα στα ακίνητα αυτά. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως δασικά, καθόσον αυτά ακόμη πριν από το 1836 αποτελούσαν δασική έκταση, ενώ η αρχικώς δεύτερη εναγομένη, Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, απέκτησε σ' αυτά μόνο το δικαίωμα βοσκής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", ότι τα επίδικα ακίνητα είναι δημόσια, ως αποτελούντα πριν από το έτος 1836 δασική έκταση και ο απώτερος δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος δεν εμφάνισε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 3 παρ.1 του παραπάνω β.δ/τος τίτλους ιδιοκτησίας, και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αναγνωριστική ψιλής κυριότητας ακινήτων του αναιρεσείοντος- ως προς το πρώτο των ανωτέρω ακινήτων και ως προς το δεύτερο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου-, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο (από γονική παροχή του πατέρα του προς αυτόν δυνάμει του προμνημονευθέντος .../18.6.1992 συμβολαίου) και επικουρικά την έκτακτη χρησικτησία, και να απορριφθεί η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. ' Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και την προμνημονευθείσα 95725/21.8.1924 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την έκτακτη χρησικτησία, ενώ δέχτηκε με σαφήνεια ότι τα επίδικα αποτελούσαν δασική έκταση πριν από το έτος 1836, ως εμπίπτοντα "στο προστατευόμενο από τη Διεθνή Σύμβαση του Ραμσάρ (Ν.Δ. 191/1974) ενιαίο οικοσύστημα του δάσους Στροφυλιάς και του υγροβιότοπου Προκόπου-Λάμιας-Κοτυχίου", και περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη άσκηση νομής στα επίδικα από μέρους των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1836 έως 11.9.1915 και τη μη απόκτηση, έτσι, από αυτούς κυριότητας στα επίδικα με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων. Δεν υπάρχει δε αντίφαση από την παραδοχή του Εφετείου, ότι το προμνημονευόμενο δικαίωμα βοσκής "απέκτησε η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη, κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας, με βάση την υπ' αριθμ. 95725/21.8.1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκαν σ' αυτήν προς γεωργική και κτηνοτροφική αποκατάσταση των κατοίκων της οι εκτάσεις που είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του άρθρου 16 του Ν.Δ. της 17-8-1923 και ήταν της Μονής Μ. Σπηλαίου", αφού δέχτηκε με σαφήνεια, ότι οι επίδικες εκτάσεις - ως δασικές-δεν εμπίπτουν σ' εκείνες που παραχωρήθηκαν στην εν λόγω Κοινότητα Μετοχίου Αχαΐας με την ανωτέρω Απόφαση, αλλά ότι επ' αυτών- οι οποίες, ως δασικές πριν από το 1836, είναι δημόσιες σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" "διατηρήθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και παραχωρήθηκε μόνο δικαίωμα βοσκής και απαγορεύτηκε απολύτως η καλλιέργεια αυτών". Ούτε ανακύπτει παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ από το ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε "επί ενός εκάστου λόγου έφεσης (του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου)" αλλά απάντησε- όπως άλλωστε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση-συλλήβδην επ' αυτών. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και έβδομος κατά το πρώτο μέρος τους, έκτος κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος κατά το τρίτο μέρος τους, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και έβδομος κατά το δεύτερο μέρος του (κατ' ορθήν εκτίμησή του όχι από τον αριθμό 12 αλλά και αυτός) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996). Ειδικότερα, λόγω έφεσης συνιστά και η αιτίαση για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 403/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτο κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσης επτά συνολικά που πρόβαλε με την έφεσή του κατά της εκκαλούμενης απόφασης ο αναιρεσείων και μάλιστα τον πέμπτο λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το μέρος τους που αναφέρονται στους λοιπούς-πέραν του πέμπτου- λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας του, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα τα παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης που αυτοί περιέχουν. Σε κάθε περίπτωση, οι ερευνώμενοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε εκ του πράγματος-όπως και την έφεση στο σύνολό της-ως ουσιαστικά αβασίμους. ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα και τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθήν εκτίμησή του (όχι και από τον αριθμό 8 αλλά μόνο) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχτηκε την προαναφερθείσα ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου κατά δήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά το τέταρτο μέρος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων, ήτοι α) της 1017/1981 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών και 2) του από 2.12.1982 απολογητικού υπομνήματος του πατέρα του στον Πταισματοδίκη Δύμης, τα οποία αναφέρονται σε δικαίωμα βοσκής του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του επί διαφορετικών των επιδίκων κτήματα, με το να δεχθεί μετά από εκτίμηση των εγγράφων αυτών ότι οι προαναφερθέντες είχαν επί των επιδίκων μόνο δικαίωμα βοσκής- και εν τέλει ότι δεν νέμονταν αυτά με διάνοια κυρίου-. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους. V. Η απόφαση του ειρηνοδικείου και κατ' έφεση του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί ανακοπής κατά πρωτόκολλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη (άρθρο 61 παρ.1 του ν.δ. 86/1969 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 996/1971) δεν περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του ανακόπτοντος, εφ' όσον αντικείμενο της ανακοπής δεν είναι η έστω και προσωρινή αναγνώριση κυριότητας του ανακόπτοντος, πολλώ μάλλον η επιδίκαση αυτής, αλλά η έρευνα του κύρους του προσβληθέντος πρωτόκολλα αποβολής. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η απόφαση του Εισαγγελέα, που εκδίδεται κατ' άρθρο 22 του α.ν. 1539/1938 και ρυθμίζεται προσωρινά η διακατοχή ορισμένου κτήματος, δεν συνιστά δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του αιτούντος. Γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας επί αγωγής κυριότητας ακινήτου δεν δεσμεύεται από τις προμνημονευόμενες αποφάσεις, αλλά, εφόσον νόμιμα τέτοιες προσκομίζονται, τις εκτιμά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από την παραβίαση των ορισμένων του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, το Εφετείο, με το να εκτιμήσει ελεύθερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) τη 1/1994 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, β) τη 14/1994 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, γ) την 6/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης, δ) την 3060/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ε) την 7/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης και στ) την 3112/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με τις οποίες απορρίφτηκε αίτηση της αρχικώς δεύτερης εναγόμενης πρώην Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας και ήδη Δήμου Δυτικής Αχαΐας (δεύτερου ήδη αναιρεσιβλήτου) για προστασία της διακατοχής της επί τμήματος έκτασης 60 στρεμμάτων στη θέση "..." που έχει ήδη χαρακτηρισθεί δασική και ακυρώθηκαν τα αναφερόμενα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πατρών μετά την άσκηση ανακοπής κατ' αυτών από κατοίκους της προαναφερόμενης Κοινότητας Μετοχίου Αχαΐας, αντίστοιχα, και τις οποίες (ανωτέρω αποφάσεις) ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο έκτος κατά το πρώτος μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους της αναίρεσης τέταρτο και πέμπτο κατά το δεύτερο μέρος τους, αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμηση με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα: α) την από 20.12.1981 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και επιφύλαξη του πατέρα του αναιρεσείοντος Ν. Α. προς τον ΟΔΕΠ, που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν -ΟΔΕΠ- δυνάμει της 5343Β' /20.1.1982 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Λογίου, ότι την έκταση "εν θέσει Σικούλες Στροφυλιάς Δύμης" εξουσίαζαν οι προκτήτορες και δικαιοπάροχοί του, ήτοι ο πατέρας του Γ. Α. και ο πάππος του Α. Α. και ότι θα συνεχίσει και ο ίδιος να την εξουσιάζει, β) το από 26.5.1983 υπόμνημα επίσης, του πατέρα του αναιρεσείοντος Ν. Α.υ προς τον Εισαγγελέα Εφετών, με το οποίο εξηγεί τους λόγους και σχολιάζει και "τη σκόπιμη ψευδή καταμήνυσή (του) από τον ΟΔΕΠ, και γ) τις αποφάσεις 1) 4527/24.9.1997 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, 2) 4528/24.9.1997 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, 3) 1313/24.6.1998 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και 4) 456/8.2.1988 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με τις τρεις πρώτες από τις οποίες αθωώθηκε ο αναιρεσείων της κατηγορίας για "παράνομη κατάληψη κοινοτικού κτήματος" και με την τέταρτη από αυτές τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο προαναφερόμενος πατέρας του της κατηγορίας για "κατάληψη εκκλησιαστικού κτήματος". Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα, παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι. το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως, προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να αιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17.7.2012 αίτηση του Γ. Α. για αναίρεση της 641/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια

(300)ευρώ και για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Δυτικής Αχαΐας σε εξακόσια
(600)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.