← Ελλάδα

ΑΠ 5/2000 — Ποινή, Εξακολουθούν έγκλημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 5 / 2000 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ποινή, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Έννοια καταδικαστικής αποφάσεως. Νομική φύση της ενιαίας ποινής που επιβάλλεται επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται η απόφαση μετά την αναίρεσή της μόνο ως προς την ποινή ή επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, μόνο ως προς ορισμένη ή προς ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει την ενοχή ως προς το έγκλημα ή τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες η καταδίκη κατέστη αμετάκλητη. Η απόφασή του όμως αυτή είναι επίσης καταδικαστική, όπως και η προηγούμενη. Διότι, η απόφαση αυτή συμπληρώνει και ολοκληρώνει την καταδίκη, από καμία δε διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι η απόφαση είναι καταδικαστική μόνο στη συνήθη περίπτωση, που η κρίση για την ενοχή και για την ποινή συνέχονται. Και στις δύο περιπτώσεις η απόφαση για την ποινή προϋποθέτει προηγούμενη κρίση για την ενοχή και λαμβάνεται αφού προηγηθεί η κατά τα άρθρα 79 και 80 ΠΚ, επιμέτρηση. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η εν λόγω απόφαση δεν είναι καταδικαστική υπό την έννοια του άρθρου 473 παρ. 2 εδ.α ΚΠοινΔ, διότι με αυτή γίνεται απλώς επιμέτρηση και επιβολή της προσήκουσας ποινής (Ολομ.ΑΠ 5/2000 Ποιν.Χρον. Ν.687). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 5/2000 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - Β' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Γεώργιο Βελλή και Θεόδωρο Τόλια, Αντιπροέδρους, Ιωάννη Μυγιάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αριστείδη Κρομμύδα, Εμμανουήλ Δαμάσκο, Παύλο Μεϊδάνη, Γεώργιο Ρήγο, Στυλιανό Μοσχολέα, Δημήτριο Ζέρβα, Δαμιανό Παπαθανάση, Θεόδωρο Λαφαζάνο-Εισηγητή, Θεόδωρο Μπάκα, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου και Δημήτριο Παπαμήτσο, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Αρεοπαγιτών) . Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως Χρήστου Αναστασόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 18 Μαϊου 2000, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου των Φυλακών Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 858-860/1999 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Κιούση, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 858-860/1999 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 1999 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1331/1999. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 380/2000 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νομίμως εισάγεται στην Ολομέλεια η παρούσα υπόθεση, κατόπιν παραπομπής από το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα με την απόφασή του 380/2000, επειδή η απόφαση έχει ληφθεί κατά πλειοψηφία, με διαφορά μιας ψήφου, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της αναίρεσης. Επειδή, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 εδαφ. α' Κ.Ποιν.Δικ., η αναίρεση κατά "καταδικαστικής" απόφασης μπορεί να ασκηθεί από τον καταδικασθέντα με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι

(20)ημερών, η οποία, κατά την παρ. 3 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί, καθαρογραμμένη, στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Καταδικαστική είναι η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, όταν επιβάλλεται, κατά το άρθρο 98 ΠΚ, μία ποινή για όλες τις μερικότερες πράξεις, πρόκειται για ενιαία ποινή , η οποία διακρίνεται από τη συνολική ποινή των άρθρων 94-97 ΠΚ (Ολ ΑΠ 32/1990). Αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς την ποινή ή, επί εξακολουθούντος εγκλήματος, μόνο ως προς ορισμένη ή ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήματος ή ως προς την τέλεση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για τις οποίες δεν εχώρησε αναίρεση. Το δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέμπεται, κατά το άρθρο 512 Κ.Ποιν.Δ., η υπόθεση, περιορίζεται στην επιβολή νέας ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει την ενοχή ως προς το έγκλημα ή ως προς τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη. Εφόσον όμως το δικαστήριο της παραπομπής επιβάλλει, ύστερα από επιμέτρηση, νέα ποινή, η απόφασή του είναι και αυτή "καταδικαστική", όπως και η προηγούμενη. Διότι, η απόφαση αυτή συμπληρώνει και ολοκληρώνει την καταδίκη, από καμία δε διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι η απόφαση είναι καταδικαστική μόνο στη συνήθη περίπτωση, που η κρίση για την ενοχή και για την ποινή συνέχονται. Και στις δύο περιπτώσεις η απόφαση για την ποινή προϋποθέτει προηγούμενη κρίση για την ενοχή και λαμβάνεται αφού προηγηθεί η, κατά τα άρθρα 79 και 80 ΠΚ, επιμέτρηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο ..... καταδικάστηκε, με την απόφαση 350-362/1998 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για κατ' εξακολούθηση πράξεις κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως οκτώ
(8)ετών. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την απόφαση 780/1989 του Αρείου Πάγου α) ως προς τη διάταξη που αφορούσε την καταδίκη για ορισμένες μερικότερες πράξεις του ίδιου κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής και έπαυσε, για τις πράξεις αυτές, η ποινική δίωξη, β) ως προς τη διάταξη που αφορούσε μια μερικότερη πράξη (του έτους 1981), λόγω ασαφούς αιτιολογίας, και γ) ως προς την ποινή. Στη συνέχεια παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Πενταμελές Εφετείο, για νέα συζήτηση, ως προς την ενοχή για τη μία μερικότερη πράξη και για να επιβληθεί νέα ποινή για το όλο κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Το Πενταμελές Εφετείο, με την απόφαση 858, 859, 860/1999 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τη μία μερικότερη πράξη, λόγω παραγραφής, και επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά
(7)ετών και έξι
(6)μηνών για τις υπολειπόμενες μερικότερες πράξεις, η τέλεση των οποίων είχε κριθεί αμετάκλητα. Η απόφαση αυτή είναι "καταδικαστική", καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. στις 14 Ιουλίου 1999. Η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Ιουλίου 1999, δηλαδή μέσα στην πιο πάνω εικοσαήμερη προθεσμία. Επομένως η αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή. Μειοψήφησαν οκτώ
(8)μέλη, ήτοι οι Στέφανος Ματθίας, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και Παύλος Μεϊδάνης, Δαμ. Παπαθανάσης, Θεόδωρος Μπάκας, Νικόλαος Γεωργίλης, Κωνσταντίνος Βαρδαβάκης, Ανδρέας Μοσχανδρέου, Δημήτριο Παπαμήτσος, οι οποίοι διατύπωσαν τη γνώμη ότι η απόφαση η οποία, μετά μερική αναίρεση, μόνο ως προς την ποινή, με δεδομένη την αμετάκλητη καταδίκη για την τέλεση της πράξης ή μερικότερων πράξεων εξακολουθούντος εγκλήματος, επιμετρά απλώς και επιβάλλει την προσήκουσα ποινή, δεν είναι "καταδικαστική" υπό την έννοια του ως άνω άρθρου 473 παρ. 2 α' Κ.Π.Δ. Διότι ως "καταδίκη" νοείται, κατά την κοινή αντίληψη, η κρίση για την ενοχή και η κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου. Μόνη η επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής και η επιβολή της δεν αποτελεί "καταδίκη". Εφόσον δε η ως άνω διάταξη εισάγει εξαίρεση, δεν επιτρέπεται διεύρυνση ή αναλογική επέκτασή της. Επομένως κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η αναίρεση, που ασκήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μετά δε την πάροδο της, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδαφ. α' Κ.Ποιν.Δ., δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο, είναι διττώς απαράδεκτη. Μετά την κρίση του Δικαστηρίου για το παραδεκτό της αναίρεσης, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ΣΤ' Ποινικό Τμήμα για την περαιτέρω έρευνα. Για τους λόγους αυτούςΑποφαίνεται, ότι η από 26 Ιουλίου 1999 αναίρεση του ..... κατά των αποφάσεων 858-860/1999 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Αναπέμπει την υπόθεση στο ΣΤ' Ποινικό Τμήμα για περαιτέρω έρευνα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2000 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2000. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.