← Ελλάδα

ΑΠ 5/2002 — Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 5 / 2002 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Για τον χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, που τελέστηκε πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, ως κακουργήματος απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μία μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Οι νεότερες διατάξεις 1)του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999 σύμφωνα με την οποία στο άρθρο 98 του Π.Κ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής : «Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε» και 2) του άρθρου 14 παρ. 2 του ίδιου νόμου σύμφωνα με την οποία η με την παραγρ. 7 του ν. 2408/1996 προστεθείσα φράση στο τέλος της παραγρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής: «αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000)», δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα πλαστογραφίας της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ που τελέστηκαν πριν από τις 3.6.1999, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 2721/1999, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες, εφόσον καταλύεται η ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο αυτοτέλεια των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και παρέχεται η δυνατότητα βαρύτερου εκ των υστέρων χαρακτηρισμού των επιμέρους πράξεων από εκείνον που αντιστοιχούσε σ' αυτές κατά το χρόνο τελέσεώς τους και β) για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, ενώ ο αθροιστικός αυτός υπολογισμός ήταν προηγουμένως ανεπίτρεπτος για το σκοπό αυτό. Επομένως, για τον χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, που τελέστηκε πριν από το ν. 2721/1999, ως κακουργήματος απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μία μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 2408/1996, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 94 και 98 ΠΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο απαιτείται οι μερικότερες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου να συνδέονται με την ίδια προς τέλεση απόφαση, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του οφέλους ή της βλάβης, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης (Ολομ. ΑΠ 5/2002, Ποιν.Χρον.ΝΒ. 697 ). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 5/2002 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ) ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΑ' ΣΥΝΘΕΣΗ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Θεόδωρο Τόλια, Ευάγγελο Περλίγκα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Κάπο Αντιπροέδρους, Αριστείδη Κρομμύδα, Αρχοντή Ντόβα, Στυλιανό Μοσχολέα, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Στυλιανό Πατεράκη, Αχιλλέα Ζήση, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη, Νικόλαο Κασσαβέτη, Θεόδωρο Τζέμο, Χρήστο Μαυρογένη – Εισηγητή, Αναστάσιο Πράσσο και Δημήτριο Γυφτάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών). Με την παρουσία και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2002, για να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ...... , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2490/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2490/2000 βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό. Και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2000 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 98/

  1. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 426/2002 βούλευμα του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. 'Επειτα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Διονύσιος Κατσιρέας έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία, που έχει σχηματισθεί κατά του πιο πάνω κατηγορουμένου, μαζί με την από 23 Νοεμβρίου 2000 αίτηση αναιρέσεως για αναίρεση του πιο πάνω βουλεύματος με την πρόταση με αριθμό 259/4.4.2002 του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα : «1.- Με το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...... 2490/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση του εν λόγω κατηγορουμένου κατά του 1165/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος πράξεων πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που είχαν τελεσθεί κατ'εξακολούθηση από τις 10-1-1991 μέχρι τις 16-10-1991 , έγινε δε συγχρόνως δεκτό ότι αυτός με τις ως άνω πράξεις του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του βλάπτοντας άλλον περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά, για όλες τις ανωτέρω πράξεις, το ποσό των 25.000.000 δραχμών. 'Ηδη με τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β'Κ.Π.Δ. μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, και ειδικότερα και αυτές των περί παραγραφής άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 2 Π.Κ. 2.- Ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ο λόγος αυτός παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια για να κριθεί το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, αν για τον χαρακτηρισμό ως κακουργήματος της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που εκτελέσθη πριν από τον ν. 2721.1999 απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μία μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές, ή αρκεί το συνολικό ποσό του οφέλους ή της ζημίας εξ όλων των μερικοτέρων πράξεων να υπερβαίνει το ως άνω χρηματικό ποσό. Φρονώ ότι ορθή είναι η δεύτερη γνώμη [βλ. έτσι και στη Γερμανία υπό την προϋπόθεση της υπάρξεως ενότητας δόλου , η οποία όμως αξιώνεται και από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Dreher- Trondle, StGB, 45h εκδ. , παρατηρήσεις προ της παρ. 52 αριθμ..36, Schonke – Sohroder – Eser, StGB, Kommentar, 24η έκδ. παρ. 243 αριθμ. 56, παρ.248 α αριθμ. 13 και εκεί περαιτέρω παραπομπές]. Εφόσον δηλαδή το Συμβούλιο έκρινε , κατά τρόπο ανέλεγκτο αναιρετικώς, ότι υπάρχει ταυτότητα αποφάσεως και ότι γενικώς συντρέχουν οι όροι του εξακολουθούντος εγκλήματος, πρέπει αναγκαίως να ληφθεί υπόψη το συνολικό ποσό του ίδιου οφέλους ή της βλάβης του άλλου, γιατί σε αντίθετη περίπτωση στερείται εννοίας ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος ως κατ'εξακολούθηση τελεσθέντος, αφού τούτο ταυτίζεται τότε πλέον με την πραγματική ομοειδή συρροή εγκλημάτων, με μόνη τη διαφορά ότι επ'αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ., μπορεί, αντί να εφαρμοσθεί το άρθρο 94 παρ. 1 Π.Κ., να επιβληθεί μία και μόνο ποινή. Ο χαρακτηρισμός όμως του εγκλήματος ως εξακολουθούντος, όπως έχει διαμορφωθεί η έννοιά του στη θεωρία και νομολογία, δεν λειτουργεί πάντοτε αναγκαίως υπέρ του κατηγορουμένου, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και εις βάρος αυτού, όταν μαρτυρείται μία ιδιαίτερη ένταση του δόλου του και μία εντόνως αποκρουστέα ψυχολογική στάση του. 'Όμως στην κρινόμενη υπόθεση στερείται σημασίας το αν οι κατ'εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας , κάθε μία από τις οποίες είχε τελεσθεί με σκοπό οφέλους ή ζημίας ποσού κάτω των 25.000.000 δραχμών, συνιστούσαν πλημμέλημα ή κακούργημα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ., όπως η παράγραφος 3 ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996 [ισχύον και εδώ ως ηπιότερος νόμος κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ.] και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2721/
  2. Τούτο δε διότι, όπως ορθώς γίνεται παγίως δεκτό τόσο από τη νομολογία του Αρείου Πάγου όσο και από τη θεωρία [βλ. Σταμάτη, Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, άρθρο 98 αριθμ. 12 και εκεί παραπομπές. Βλ. υπέρ της αυτής γνώμης στη Γερμανία Schonke - Schroder - Stree, ο.π. ,παρατηρήσεις προ των παρ. 52 επ., αριθμ. 33 και εκεί παραπομπές] οι επί μέρους πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή, δηλαδή κάθε μερικότερη πράξη παραγράφεται αυτοτελώς και δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα, όταν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της. Εφόσον δε η μερικότερη πράξη πλαστογραφίας έχει τελεσθεί με σκοπό οφέλους ή ζημίας ποσού κάτω των 25.000.000 δραχμών, συνιστά πλημμέλημα και υπόκειται στην κατά το άρθρο 111 παρ. 3 Π.Κ. πενταετή παραγραφή. Στην κρινόμενη υπόθεση , σύμφωνα με όσα δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, οι μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας ετελέσθησαν από 10-1-1991 μέχρι 16-10-1991 και καμμία από αυτές δεν είχε σκοπό οφέλους ή ζημίας ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών. Συνεπώς το αξιόποινό τους έχει εξαλειφθεί με παραγραφή , το Συμβούλιο δε Εφετών που δέχτηκε το αντίθετο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 216 παρ. 1 και 3 [όπως η παρ. 3 ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996] Π.Κ., όπως βασίμως προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω : 1] Να αναιρεθεί το 2490/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2] Να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ....... Αθήνα, 3 Απριλίου 2002-04-03Ο Προτείνων Εισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔιονύσιος Κατσιρέας» Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονύσιο Κατσιρέα, που αναφέρθηκε στην πιο πάνω πρόταση, και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  3. Επειδή με την 426/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) και 3 παρ. 3 του ν. 3810/1957, η από 23/12/2000 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..... κατά του 2490/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε το 1165/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έχει παραπέμψει τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος, που τέλεσε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 10.1.1991 έως 16.10.
  4. Με τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια μοναδικό λόγο της άνω αίτησης τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, αν για το χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση , που τελέστηκε πριν από το ν. 2721/1999, ως κακουργήματος, απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές, ή αρκεί το συνολικό ποσό της ωφέλειας ή της ζημίας από τις μερικότερες πράξεις να υπερβαίνει το άνω χρηματικό ποσό. ΙΙ. Κατά το άρθρο 216 ΠΚ «
  5. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση των εγγράφων από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
  6. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.
  7. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». Με το άρθρο 1 παρ. 7 εδαφ. α' του ν. 2408/1996 στο τέλος της παραγράφου 3 του άνω άρθρου προστέθηκε η φράση «εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών». Η με την προσθήκη αυτή διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996 (4.6.1966), διότι είναι προδήλως επιεικέστερη, αφού κατά την προηγούμενη διατύπωση της παραγρ. 3 αρκούσε μόνο ο σκοπός οφέλους ή βλάβης για το χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας ως κακουργήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999) «αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων». Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης. Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ακόμη, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης των 25.000.000 δραχμών κ.λπ είναι το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξης και όχι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων. Και τούτο διότι α) κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της και υπόκειται αυτοτελώς σε παραγραφή και έγκληση, β) το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος μόνο για την επιβολή μιας ποινής και όχι για τον χαρακτηρισμό αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, γ) ο χαρακτηρισμός του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος με βάση το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων, χωρίς να προβλέπεται τούτο από διάταξη νόμου, είναι αντίθετος προς τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι με τον τρόπο αυτό μία μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, η οποία κατά το χρόνο που τελέστηκε τιμωρείτο ως πλημμέλημα, αναβαθμίζεται εκ των υστέρων σε κακούργημα με την προσθήκη χρηματικού ποσού που δεν υπήρχε κατά το χρόνο τελέσεώς της, αλλά δημιουργήθηκε μετέπειτα με την τέλεση άλλης μερικότερης πράξης, με περαιτέρω δυσμενείς για τον κατηγορούμενο συνέπειες να επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής των προηγούμενων πράξεων και να δύναται να χωρήσει αυτεπάγγελτη δίωξη, ενώ κατά το χρόνο τελέσεώς τους, διώκονται κατ' έγκληση (π.χ. στην περίπτωση κλοπής και υπεξαίρεσης ευτελούς αξίας - ΠΚ 377 παρ. 2) και δ) αν ο νομοθέτης με την προσθήκη στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ της φράσης «αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών» ήθελε να καθιερώσει, για τον χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας ως κακουργήματος, αθροιστικό υπολογισμό του περιουσιακού οφέλους ή της περιουσιακής βλάβης, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως είχε πράξει με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του νδ 2576/1953 προκειμένου για τα εγκλήματα του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/
  8. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 του ΠΚ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής : «Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε». Εξάλλου με την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου η με την παραγρ. 7 του ν. 2408/1996 προστεθείσα φράση στο τέλος της παραγρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής : « αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000)». Οι νεότερες αυτές διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα πλαστογραφίας της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ που τελέστηκαν πριν από τις 3.6.1999, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 2721/1999, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες εφόσον α) καταλύεται η ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο αυτοτέλεια των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και παρέχεται η δυνατότητα βαρύτερου εκ των υστέρων χαρακτηρισμού των επιμέρους πράξεων από εκείνον που αντιστοιχούσε σ' αυτές κατά το χρόνο τελέσεώς τους και β) για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, ενώ ο αθροιστικός αυτός υπολογισμός ήταν προηγουμένως ανεπίτρεπτος για το σκοπό αυτό. Επομένως, για τον χαρακτηρισμό της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, που τελέστηκε πριν από το ν. 2721/1999, ως κακουργήματος απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από καθεμία μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Όμως οκτώ

(8)μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας, οι αντιπρόεδροι Ευάγγελος Περλίγκας και Αντώνιος Παπαθεοδώρου και οι αρεοπαγίτες Αρχοντής Ντόβας, Δημήτριος Σουλτανιάς, Δημήτριος Λινός, Σπυρίδων Μπαρμπαστάθης και Θεόδωρος Τζέμος έχουν την εξής γνώμη : Από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρων 216 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 94 και 98 ΠΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό , ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο απαιτείται οι μερικότερες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου να συνδέονται με την ίδια προς τέλεση απόφαση, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του οφέλους ή της βλάβης, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης. Η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού επιβεβαιώθηκε με την μεταγενέστερη διευκρινιστική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999 . Επομένως , το προαναφερθέν έγκλημα χαρακτηρίζεται μεν ως κακούργημα εάν το όφελος ή η ζημία συνολικώς υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές , χαρακτηρίζεται δε ως πλημμέλημα άν το συνολικό όφελος ή ζημία εξικνείται μέχρι του ανωτέρω ποσού. ΙΙΙ.Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σαυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :Την 12-7-1990 ο κατηγορούμενος συνέστησε την ενταύθα εδρεύουσα ετερόρρυθμη εταιρία υπό την επωνυμία «...... Ε.Ε.», που είχε ως σκοπό την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεως ετοίμων ενδυμάτων, με ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστή τη σύζυγό του και ετερόρρυθμο εταίρο τον ίδιο. Ακολούθως, έχοντας αυτός στην κατοχή του ένα μπλοκ τιμολογίων-δελτίων αποστολής, που είχε νομίμως θεωρηθεί από την Β' ΔΟΥ Αθηνών και έφερε τα στοιχεία της ατομικής επιχειρήσεως του μηνυτή ...... που είχε ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων και είχε διακόψει τις εργασίες της χωρίς να το δηλώσει στην εφορία και κλείσει τα εμπορικά της βιβλία, προκειμένου να εμφανίσει αυξημένες δαπάνες για αγορές εμπορευμάτων της ανωτέρω επιχειρήσεώς του και επιτύχει με τον τρόπο αυτό την παραπλάνηση των αρμοδίων φορολογικών αρχών και την έκπτωση του αναλογούντος στις πωλήσεις της δικής του επιχειρήσεως Φ.Π.Α., προέβη , κατά το από 10 Ιανουαρίου μέχρι 16 Οκτωβρίου 1991 χρονικό διάστημα, στη συμπλήρωση δέκα εννέα τιμολογίων του ανωτέρω μηνυτή, με τα οποία εφέρετο ότι ο πιο πάνω μηνυτής είχε πωλήσει διάφορα εμπορεύματα στην πιο πάνω από αυτόν συσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρία. Ειδικότερα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα συμπλήρωσε τα εξής τιμολόγια-δελτία αποστολής: 1) Το υπ' αριθμ. ..... με αναγραφόμενο τίμημα 2.402.500 δραχμές , στο οποίο αναλογεί ΦΠΑ 432.450 δραχμών. 2) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 7.393.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 1.330.740 δραχμών, 3) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 6.883.280 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 1.238.990 δρχ., 4) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 3.013.190 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 542.374 δρχ., 5) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 2.338.100 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 420.858 δρχ., 6) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 5.286.500 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 951.570 δρχ., 7) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 6.337.090 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 1.140.076 δρχ.,8) Το υπ' αριθμ. .....,αξίας 4.520.713 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 813.729, 9) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 6.034.020 και αναλογούντα ΦΠΑ 1.086.124 δρχ., 10) Το υπ' αριθμ. .....,αξίας 33.247.500 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 5.984.550 δρχ., 11) Το υπ' αριθμ. .....,αξίας 19.517.535 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 3.513.156 δρχ., 12) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 17.226.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 3.100.680 δρχ., 13) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 24.000.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 4.320.000 δρχ., 14) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 13.500.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 2.430.000 δρχ., 15) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 13.500.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 2.006.845 δρχ., 16) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 31.510.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 5.671.800 δρχ., 17) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 2.945.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 449.100 δρχ., 18) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 8.864.000 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 1.595.520 δρχ. και 19) Το υπ' αριθμ. ....., αξίας 15.462.094 δραχμών και αναλογούντα ΦΠΑ 2.783.177 δρχ. Σε όλα τα παραπάνω τιμολόγια, τα οποία στη θέση του εκδότη έφεραν τη σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης του μηνυτή, έθεσε στη θέση του μηνυτή τα στοιχεία της φερόμενης ως αγοράστριας εταιρείας «...... ΕΕ», προσέτι δε και στα πιο πάνω υπ' αριθ. ..., .... και .... τιμολόγια κατ' απομίμηση και την υπογραφή του μηνυτού, χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμα εν αγνοία του και παρά τη θέλησή του. Δέχτηκε επίσης το Συμβούλιο ότι των πλαστών αυτών εγγράφων έκανε χρήση ο κατηγορούμενος κατά το έτος 1991 παραδίδοντάς τα στον λογιστή του για καταχώρηση στα βιβλία της παραπάνω εταιρίας και ότι με τη πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παρανόμως τον αναλογούντα στα τιμολόγια αυτά ΦΠΑ, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 39.812.339 δραχμών, με αντίστοιχη βλάβη του μηνυτού που έπρεπε να καταβάλει στο Δημόσιο το ίδιο ποσό του ΦΠΑ και να περιλάβει τα τιμολόγια αυτά στην κίνηση της επιχειρήσεώς του, σε βάρος του οποίου έχει ήδη επιβληθεί πρόστιμο 119.437.017 δρχ. για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και πρόστιμο 152.000 δραχμών για παράβαση του Κώδικος Φορολογικών στοιχείων. Τέλος δέχθηκε το Συμβούλιο ότι με τις ως άνω μερικότερες πράξεις του ο κατηγορούμενος απεσκόπει στον πορισμό του ως άνω συνολικού ποσού των 39.812.339 δραχ. και ότι η αποδιδόμενη σαυτόν πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση έχει χαρακτήρα κακουργήματος και συνεπώς δεν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής με παραγραφή. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου που μπορούν να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ήτοι για πράξη φέρουσα χαρακτήρα κακουργήματος και κατόπιν αυτού απέρριψε στην ουσία της την από 17-4-2000 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 1165/2000 πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, που είχε κρίνει ομοίως, το οποίο και επικύρωσε. Κατά του πιο πάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αίτησή αναιρέσεως, με το μοναδικό λόγο της οποίας προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα διατείνεται, ότι εφόσον κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος το όφελός του και η αντίστοιχη ζημία του μηνυτή του από κάθε ένα από τα ως άνω πλαστά τιμολόγια δεν υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, έπρεπε η αποδιδόμενη σαυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη να χαρακτηρισθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστικό Συμβούλιο ως πλημμέλημα και να παύσει οριστικώς η γιαυτήν σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού η τελευταία μερικότερη πράξη φέρεται τελεσθείσα την 16-10-1991, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας και όχι να χαρακτηρισθεί ως κακούργημα για το λόγο ότι το συνολικό όφελος που επεδίωξε και ωφελήθηκε με τις πιο πάνω μερικότερες πράξεις και η ζημία που προήλθε, απ' αυτές υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών όφειλε, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και εκείνες των άρθρων 111-113 ΠΚ, να δεχθεί την έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανίσει το πρωτόδικο βούλευμα και να παύσει την κατ' αυτού ποινική δίωξη για όλες τις μερικότερες πράξεις , που είναι πλημμελήματα, αφού από το χρόνο τελέσεως αυτών είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αναστολή αυτής, αφού δεν είχε επιδοθεί σ' αυτόν εντός πέντε
(5)ετών από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης κλήση για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Είναι επομένως βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρα 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου που μειοψήφησαν η υπό κρίση αναίρεση έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το τελεσθέν από τον αναιρεσείοντα έγκλημα δεν είχε ακόμη παραγραφεί ως κακούργημα, καθόσον το σύνολο του οφέλους και της βλάβης του μηνυτή, στο οποίο απέβλεπε ο αναιρεσείων, με την τέλεση όλων των μερικότερων πράξεων, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, αφού όλες οι μερικότερες πράξεις του διωκομένου κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου διαπιστώνεται ότι έχουν παραγραφεί και η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και από τον 'Αρειο Πάγο , πρέπει , κατ' εφαρμογή του άρθρου 310 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος για όλες τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων, για το οποίο έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 2490/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ..... για το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό οφέλους, που τέλεσε στην Αθήνα από 10.1.1991 έως 16.10.1991 , εις βάρος του ......, όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται στο 1165/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 26 Ιουνίου 2002. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.