← Ελλάδα

ΑΠ 501/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 501 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική Βλάβη από αμέλεια οδηγού ΙΧΕ. Α) Οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος, συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Β) Ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, όπως προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Αριθμός 501/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαραγκό, περί αναιρέσεως της 1/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1/2009 απόφασή του, σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 19.05.2001 και περί ώρα 16:20 επί της Εθνικής Οδού ...-... Η κατηγορουμένη (χ) οδηγούσε το υπ' αριθ. ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας της ... κινούμενη επί της Εθνικής Οδού ...-..., έχοντας κατεύθυνση από ... προς .... Στο αυτοκίνητο επέβαινε καθήμενος στη θέση του συνοδηγού ο σύζυγος της ΑΑ. Στο ύψος της 23ης χιλιομετρικής θέσης, η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, μήκους 3,25 μέτρων η καθεμία. Στο οδόστρωμα υπάρχει συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 40 χιλιόμετρα ωριαίως. Επίσης, ως προς την πορεία του εν οχήματος της κατηγορουμένης υπάρχει δεξιά στροφή, αμέσως μετά από ευθεία και ακολούθως νέα δεξιά ως προς την πορεία της στροφή. Υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία αραιή. Και ενώ το όχημα της κατηγορουμένης εξέρχονταν από την πρώτη δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, η κατηγορουμένη, εντελώς ανεπίτρεπτα (αφού στο οδόστρωμα υπήρχε συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και σε μικρή σχετικά απόσταση, περίπου 45 μέτρων, υπήρχε δεξιά ως προς την πορεία της στροφή που περιόριζε την ορατότητα) επιχείρησε υπέρβαση άλλου οχήματος, το οποίο κινούνταν στο ρεύμα πορείας της και έμπροσθεν αυτής. Αποτέλεσμα της απερίσκεπτης αυτής ενέργειας της ήταν να εισέλθει στο προορισμένο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα ρεύμα πορείας, στο οποίο τη στιγμή εκείνη κινούνταν το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του ΒΒ, που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων Ψ και εξέρχονταν από την προαναφερόμενη στροφή (αριστερή ως προς την πορεία του). Η κατηγορουμένη, τη στιγμή της υπέρβασης, αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο όχημα να εξέρχεται της στροφής, οπότε αιφνιδιάστηκε. Έτσι πέδησε και επιχείρησε απότομο δεξιό ως προς την πορεία της αποφευκτικό ελιγμό. Αποτέλεσμα της ενέργειας της αυτής ήταν να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο κινούμενο ανεξέλεγκτα εισήλθε ξανά στο αντίθετο ρεύμα πορείας και κάθετα προς αυτό με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση του οχήματος του Ψ και να επιπέσει με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού. Μετά τη σύγκρουση και λόγω της σφοδρότητας της και τα δύο οχήματα εξετράπησαν του οδοστρώματος και κατέληξαν στις παρακείμενες δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος αγροτικές εκτάσεις. Κατά το ατύχημα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα, τραυματίστηκαν οι οδηγοί τους και απεβίωσε ο συνεπιβάτης της κατηγορουμένης ΑΑ, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις στο κεφάλι και τον αυχένα. Το σημείο της σύγκρουσης τοποθετείται σαφώς εντός του ρεύματος πορείας του πολιτικώς ενάγοντος Ψ σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη διπλή διαχωριστική γραμμή και σε απόσταση 45 μέτρων από την προαναφερθείσα στροφή. Η κατηγορουμένη αρνείται ότι οδηγούσε αυτή το όχημα της, υποστηρίζοντας ότι το οδηγούσε ο θανών σύζυγός της. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν είναι βάσιμος. Το γεγονός ότι οδηγός του οχήματος της ήταν η ίδια και όχι ο ΑΑ, ο οποίος βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, όπως άλλωστε κρίθηκε και με την τελεσίδικη υπ' αριθ. 80/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α) Τα πληγέντα σημεία του σώματος του βρισκόταν στην δεξιά πλευρά αφού ο αποβιώσας έφερε μικρό θλαστικό τραύμα δεξιάς- κροταφικής χώρας, κάταγμα δεξιού κροταφικού και βρεγματικού οστού παρεκτοπισθέντα κάταγμα δεξιού ζυγωματικού, εκδορά μετωπιαίας χώρας, ωτόρροια δεξιά και εκδορές γονάτων άμφω. β) Η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική και το σημείο πρόσκρουσης του οχήματος, στο οποίο αυτός επέβαινε, εντοπίζεται στο εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του, ενώ αντίθετα η καμπίνα του οδηγού είναι σχεδόν ανέπαφη, και γ) Από τις αναγνωσθείσες ένορκες βεβαιώσεις των ..., ... και ..., οι οποίοι κατέφθασαν στον τόπο του ατυχήματος λίγο μετά το συμβάν, προκύπτει ότι ο αποβιώσας βρισκόταν καθισμένος, στη θέση του συνοδηγού. Και ναι μεν στην από 19.5.2001 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας φέρεται ως οδηγός ο αποβιώσας, τούτο όμως δεν ασκεί δεσμευτική επιρροή, δεδομένου ότι η συντασσόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 ΚΠοινΔ από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχθεί το αντίθετο, ενώ εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. Άλλωστε, το πρόσωπο του οδηγού δεν είναι από τα ζητήματα που βεβαιώνει ο συντάκτης ότι έγιναν απ' αυτόν. Επομένως, η ένδικη σύγκρουση, εξ αιτίας της οποίας ο πολιτικώς ενάγων υπέστη τα αναφερόμενα στο διατακτικό τραύματα, οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της κατηγορουμένης Χ. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχη, όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη οδηγός ΙΧΕ αυτοκινήτου κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια του πολιτικώς ενάγοντος, οδηγού άλλου ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούσθηκε και δη ως υπαιτία του ότι: "Στο 23ο χλμ της Εθνικής Οδού ...-..., την 19η Μαΐου 2001 και περί ώρα 16.20', ως οδηγός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, η κατηγορουμένη, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και βαίνοντας με αυτό επί της εθνικής οδού ...-..., με κατεύθυνση από ... προς ..., στο ύψος του 23ου χλμ της ανωτέρω οδού, επεχείρησε προσπέραση του έμπροσθεν αυτής κινουμένου οχήματος, καταλαμβάνοντας, για το λόγο αυτό, τμήμα του οδοστρώματος που προορίζετο για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή της κυκλοφορία, διαβαίνοντας έτσι, την, εκ δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση της ανωτέρω οδού, παρότι κινείτο σε τμήμα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητος και ειδικότερα πλησίον στροφής, με αποτέλεσμα, που δεν πρόβλεψε, να αποκλείσει την πορεία του αντιθέτως κινουμένου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ψ, να προσκρούσει επ' αυτού και να τραυματισθεί ο ανωτέρω οδηγός αυτού, ο οποίος υπέστη "θλαστικό τραύμα αριστεράς υπερόφρυας, θλαστική κάκωση μετώπου, πολλαπλές εκδορές και θλάσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχος (άρθρα 28, 314 παρ.1 α, 315 παρ.1 ΠΚ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, α) ειδικώς αιτιολογεί την κρίση του περί συνδρομής αμέλειας στο πρόσωπο της κατηγορουμένης οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου και δη αναφέρονται μεν τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, αλλά δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα και δη οι αναγνωσθείσες τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και αντικρούεται το συμπέρασμα της από 19-5-2001 εκθέσεως αυτοψίας της Τροχαίας, για να καταλήξει το Δικαστήριο στο αντίθετο συμπέρασμα ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο οδηγούσε η κατηγορουμένη και όχι ο θανών κατά τη σύγκρουση συνοδηγός σύζυγός της ΑΑ, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη η απολογία της κατηγορουμένης, οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως που κατέθεσαν τα αντίθετα και οι από 12-3-2007 αναγνωσθείσες ένορκες εξετάσεις των μαρτύρων που πρότεινε η κατηγορουμένη, β) από τις παραδοχές του αιτιολογικού σε συνδυασμό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη οδηγός, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και δη από απερισκεψία, πλησίον στροφής με περιορισμένη ορατότητα, διέβη την εκ δύο συνεχών γραμμών διαγράμμιση της οδού, εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα πορείας που εκινείτο αντιθέτως, οδηγώντας άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο παθών, με αποτέλεσμα, που δεν προέβλεψε η ιδία, να αποκλείσει την πορεία του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου και να προσκρούσει επ'αυτού και να προκαλέσει σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της, σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχεται αποκλειστικά συνδρομή άνευ συνειδήσεως αμέλειας της κατηγορουμένης και όχι ταυτόχρονα και ενσυνείδητης αμέλειας και ουδεμία αντίφαση υπάρχει γ) αιτιολογημένα δεν δέχθηκε συνυπαιτιότητα του παθόντος οδηγού και δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω εξειδίκευση της οδικής συμπεριφοράς του παθόντος οδηγού. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος, συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επήγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητες της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας απ' την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς "....
  2. έξι

(6)έγχρωμες φωτογραφίες και 14. οι από 12-3-2007 ένορκες εξετάσεις τριών μαρτύρων (..., ..., ...) που πρότεινε προς ανάγνωση η κατηγορουμένη". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την επισκόπηση των φωτογραφιών και με την ανάγνωση του κειμένου των λοιπών εγγράφων, που μάλιστα προσκόμισε η ιδία η κατηγορουμένη, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο και τις απεικονίσεις τους στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τις φωτογραφίες, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν έχει την πρόδηλη έννοια ότι οι φωτογραφίες αυτές επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από την αναιρεσείουσα καθόσον φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγνώσκονται" κατά κυριολεξίαν, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως (σκέλος Β2, Β3), εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς και ο υπό στοιχεία Α1 σκέλος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, δε δόθηκε ο λόγος τελευταία, όπως επιβάλλει το άρθρο 369 του ΚΠοινΔ, στην κατηγορουμένη και τον συνήγορό της, προκειμένου να αντιτάξουν την υπεράσπιση κατά της αποδιδόμενης κατηγορίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής και μετά την αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, δόθηκε από την προεδρεύουσα τελευταία ο λόγος και στους δύο συνηγόρους της κατηγορουμένης, οι οποίοι και "ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την επιείκεια του Δικαστηρίου", όπως σημειώνεται στα πρακτικά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-3-2009 αίτηση - δήλωση της Χ περί αναιρέσεως της 1/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.