Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 502 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: α) Πλαστογραφία (216 παρ. 1 & 3 ΠΚ): Γιατί στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαία να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ’ αρκεί ότι έχουν ενταχθεί στο σχέδιο του δράστη και δια/ντη σε προϋποθέσεις με την πλαστογραφία για να υπάρχει ο κίνδυνος, έστω και με την παρεμβολή άλλων - μετά την πλαστογραφία - ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο όφελος ή σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη, β) Απάτη (388 παρ. 1 & 3 ΠΚ): Το παραπλανηθέν πρόσωπο δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακά βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια πράξη κλπ, το δε περιουσιακό όφελος να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου. Αναγκαία η ύπαρξη υλικής αντιστοιχίας (… ταυτότητας) ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και το επιδιωκόμενο όφελος, γ) Ασάφειες και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεκτοί οι σχετικοί λόγοι 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄& Ε΄ ΚΠοινΔ. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 502/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου X1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 2531/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1095/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, Η χρήση του εγγράφου 3πό αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ) Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ' αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αοσκοπεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του παραπάνω περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, και περαιτέρω ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά δε. τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν, 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2531/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Α)Στην Αθήνα την 13/06/1989, κατήρτισε καθολοκληρία πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους τρίτους και από την τελευταία αυτή να αποκομίσει παράνομο όφελος περιουσιακό με βλάβη τρίτων, υπερβαίνον τα 25.000.000 δρχ., και, ειδικότερα, συνέταξε φωτοτυπία (α) της με αριθμό ........ συμβολαιογραφικής πράξης της ανύπαρκτης Σ/φου Ελένης Παπαδοπούλου, κατά την οποία φέρονται ως συμβληθέντες οι Γ1 και Γ2, προς σύσταση της με την επωνυμία ".............ΕΠΕ", ιδρυθείσης με έδρα τον .......... Αττικής εταιρίας, της οποίας ιδρυτές ορίσθηκαν τα προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα, μηδέποτε συναλλαγέντα μεταξύ τους και ή με τον κατηγορούμενο στην πραγματικότητα, ο οποίος και αυτοδιόρισε ως διαχειριστή του εκ των φυσικών ως άνω προσώπων Γ3 και (β) της υπ' αριθμ ............ συμβολαιογραφικής πράξης της ίδιας ως άνω ανύπαρκτης Σ/φου, με την οποία τα ίδια ως άνω φυσικά πρόσωπα φέρονται ως ιδρυτές της με έδρα τον ......... συσταθείσης με την επωνυμία "...........ΕΠΕ" εταιρίας, της οποίας και διόρισε ως διαχειρίστρια την εκ των ιδίων φυσικών προσώπων Γ
- Τα δε ως άνω πλαστά φωτοτυπικά έγγραφα, ανεπικύρωτα, προσεκόμισε στις αρμόδιες Αρχές, δηλαδή στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην ΔΟΥ Αχαρνών, και στην ΔΟΥ Η' Αθηνών, κατά παραπλάνηση των οποίων επέτυχε την καταχώρηση αυτών στα οικεία βιβλία εταιριών του ως άνω Πρωτοδικείου και εν συνεχεία την έκδοση βεβαίωσης ενάρξεως εργασιών και θεώρηση βιβλίων και στοιχείων από τις προαναφερόμενες Δ.Ο.Υ για κάθε μία από τις ανωτέρω ΕΠΕ, οι οποίες κατά το από του έτους 1989 μέχρι του έτους 1992 χρονικό διάστημα, ενεφανίσθησαν ως έχουσες κέρδη 96.573.662 δρχ. και 916.550.771 δρχ. αντιστοίχως, με αντίστοιχη βλάβη των ιδρυτών αυτών και σύστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, ο οποίος (Β) την 31/07/1989, την 15/08/1989, εξηπάτησε τους ως άνω υπαλλήλους εμφανισθείς ως νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω εταιριών, με αντίστοιχη βλάβη των φερομένων ως ιδρυτών των ως άνω ανυπάρκτων εταιριών, εν συνεχεία δε και κατά το από 16/02/1990 μέχρι 10/3/1990 (χρονικό διάστημα εξηπάτησε τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την Η' Δ.Ο.Υ Αθηνών, εμφανισθείς ως νόμιμος εκπρόσωπος της ".......ΕΠΕ", ιδρυθείσης με το υπ'αριθμ. ........ συμβολαιογραφικό έγγραφο της Σ/φου Αθηνών Δήμητρας Παναγιωτοπούλου, (που) κατηρτίσθη κατ' εξαπάτηση της τελευταίας, δι' εμφανίσεως τρίτου προσώπου υποδυθέντος τον Γ1, και εν συνεχεία, κατώρθωσε με τις μηχανορραφίες αυτές, αυτός μεν να αποκομίζει τα προαναφερόμενα αθέμιτα οφέλη, οι δε Γ1 και Γ2, να υφίστανται βλάβη, ως υπεύθυνοι για την καταβολή των επιβληθέντων προστίμων στις ...... ΕΠΕ και ........ ΕΠΕ, λόγω φορολογικών ατασθαλιών, όπως εις το διατακτικό της παρούσης ειδικότερα εκτίθενται. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των εις αυτόν αποδιδόμενων πράξεων ως εις το διατακτικό". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του κήρυξε τον κατηγορούμενο του ότι: "
- Στην Αθήνα την 13-6-1989, με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το δε όφελος υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. και ειδικότερα: α) την 13-6-1989 συνέταξε ο ίδιος τη με αριθμ. ....... συμβολαιογραφική πράξη, που φέρεται να έχει συνταχθεί από την ανύπαρκτη συμβολαιογράφο, Ελένη Παπαδοπούλου, με εταίρους τους Γ1, μηνυτή, και την Γ2, των οποίων τα στοιχεία βρήκε από τις απολεσθείσες με αριθμ. ....... και ....... αστυνομικές ταυτότητές τους, αντίστοιχα, με την οποία φέρονται να συστήνουν την εταιρία με την επωνυμία "......... ΕΠΕ" με έδρα το ...... και την οδό ....... (περιοχή ........), της οποίας το κεφάλαιο ορίσθηκε στο ποσό των 200.000 δρχ. και στο οποίο συμμετείχαν τα ως άνω πρόσωπα με ποσοστό 90% και 10%, αντίστοιχα, με διαχειριστή το μηνυτή, β) την 13-6-1989 συνέταξε ο ίδιος την με αριθμ. ......... συμβολαιογραφική πράξη, που φέρεται να έχει συνταχθεί από την ίδια ως άνω ανύπαρκτη συμβολαιογράφο με τους αυτούς εταίρους, οι οποίοι φέρονται να συστήνουν την εταιρία με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" με έδρα το ........ (.........), της οποίας το κεφάλαιο ορίσθηκε, επίσης, στο ποσό των 200.000 δρχ. και σ' αυτό συμμετείχαν η Γ2 κατά ποσοστό 90%, ο δε Γ1 κατά ποσοστό 10%. Ως διαχειρίστρια δε αυτής ορίσθηκε η πρώτη απ' αυτούς. Στην κατάρτιση των πλαστών αυτών εγγράφων προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις δημόσιες αρχές ότι δήθεν συστάθηκαν νομίμως οι προαναφερόμενες εταιρίες και μπορούσαν να αναπτύξουν επιχειρηματική δραστηριότητα. Στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα προσκόμισε αντίγραφο των συμβολαίων αυτών στο Πρωτοδικείο Αθηνών και εξαπατήσας τον αρμόδιο Γραμματέα πέτυχε την καταχώρησή τους στο βιβλίο εταιριών περιωρισμένης ευθύνης του Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια προσκόμισε το πρώτο απ' αυτά στη ΔΟΥ Αχαρνών και το δεύτερο στη Δ.Ο.Υ Η' Αθηνών και πέτυχε την έκδοση βεβαίωσης έναρξης εργασιών και τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων επ' ονόματι των εικονικών αυτών εταιριών. Με την πράξη του αυτή σκόπευε βλάπτοντας το μηνυτή, Γ1, και την Γ2, καθώς και τους συναλλαγέντες μαζί του τρίτους να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, από την εμπορική δραστηριότητα και τα κέρδη των ως άνω εταιριών, που κατά τα έτη 1989 έως 1992 ανέρχονταν για μεν την εταιρία "........ ΕΠΕ" σε 96.573.662 δρχ., για δε την "........ ΕΠΕ" σε 916.550.771 δρχ. 2) Στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη υπερβαίνουν τα 5.000.000 δρχ., την πράξη δε αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ειδικότερα με τον παραπάνω σκοπό: α) την 31-7-1989 επιδίωξε την εν μέρει νομιμοποίηση της προαναφερομένης ψευδοεταιρίας με την επωνυμία " .......... ΕΠΕ", και παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ότι το ως άνω καταστατικό είναι καθόλα νόμιμο και ότι αυτός υπήρξε ο νόμιμος εκπρόσωπός της και πέτυχε την καταχώρηση του με αριθμ. ........ πλαστού καταστατικού της στο βιβλίο εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια στις αρχές Αυγούστου 1989, εμφανίσθηκε στη Δ.Ο.Υ Αχαρνών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ίδιας εταιρίας και προσκομίζοντας το ανωτέρω πλαστό καταστατικό πέτυχε να εξαπατήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της και να λάβει για την εταιρία αυτή βεβαίωση έναρξης εργασιών, ΑΦΜ, καθώς και να θεωρήσει τα βιβλία και στοιχεία αυτής. β) Την 16-8-1989 παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της Η' ΔΟΥ Αθηνών ότι το υπ'αριθμ. ........ καταστατικό ήταν γνήσιο και ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της Εταιρίας με την επωνυμία "......... ΕΠΕ"., η οποία συστάθηκε με το ως άνω καταστατικό και πέτυχε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της και να λάβει για την εταιρία αυτή βεβαίωση έναρξης εργασιών και ΑΦΜ, καθώς και να θεωρήσει τα βιβλία και στοιχεία αυτής". γ) Κατά το έτος 1989, και κατά ημερομηνία, που δεν εξακριβώθηκε, εμφανίσθηκε στη Δ' ΔΟΥ Αθηνών και παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι είναι ο Γ1 και πέτυχε να εξαπατήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της και να λάβει βεβαίωση έναρξης εργασιών, ΑΦΜ, καθώς και τα απαραίτητα βιβλία και στοιχεία για την άσκηση ατομικής επιχείρησης στο όνομα του μηνυτή, Γ1, στην οδό ........... δ)Κατά το από 16-2-90 έως 10-3-90 χρονικό διάστημα και κατά ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε, εμφανίσθηκε τόσον στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και στους αρμοδίους υπαλλήλους της Η' ΔΟΥ Αθηνών και παρέστησε σ' αυτούς ψευδώς ότι το με αριθμ. ............ συμβολαιογραφικό έγγραφο, που συντάχθηκε από την συμβολαιογράφο Αθηνών- Δήμητρα Παναγιωτοπούλου, με το. οποίο εφέρετο ο μηνυτής να είναι εταίρος της εταιρίας "..........ΕΠΕ" με ποσοστό 96,45% (καθώς και ο ........ κατά ποσοστό 4, 55%) καθώς επίσης και διαχειριστής της εταιρίας αυτής, ήταν γνήσιο και νόμιμο και είχε υπογραφεί από τον τελευταίο. Ενώ γνώριζε ότι η συμβολαιογραφική αυτή πράξη είχε συνταχθεί κατόπιν εξαπατήσεως της ως άνω συμβολαιογράφου, ενώπιον της οποίας εμφανίσθηκε άγνωστο σε μας πρόσωπο, κατόπιν προτροπών και παραινέσεων του κατηγορουμένου, ως Γ1 και υπέγραψε το ως άνω συμβόλαιο με το όνομα αυτού. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του πέτυχε το μεν να καταχωρήσει το ως άνω εικονικό συμβόλαιο-καταστατικό στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών το δε να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Η' Δ.Ο.Υ Αθηνών και να δεχθούν έναρξη εργασιών της εν λόγω εταιρίας και να θεωρήσουν τα βιβλία και στοιχεία αυτής. Αποτέλεσμα δε των ως άνω ψευδών διαβεβαιώσεων του ήταν να αναπτύξει τεράστια εμπορική δραστηριότητα στο όνομα των ως άνω εταιριών και της ατομικής επιχείρησης του Γ1, παραπλανώντας παράλληλα και τους συναλλαχθέντες μαζί του τρίτους, βλάπτοντας τόσο τον τελευταίο, όσο και την Γ2, οι οποίοι άλλοτε ως διαχειριστές και εκπρόσωποι των ως άνω εταιριών και άλλοτε ως μέλη αυτών (ο πρώτος μάλιστα και ως ασκών ατομική επιχείρηση) θεωρήθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως υπόχρεοι και υπεύθυνοι για να καταβάλουν τα επιβληθέντα από τις αρμόδιες ΔΟΥ πρόστιμα για τις ως άνω εικονικές εταιρίες και δραστηριότητες του κατηγορουμένου. Έτσι σε βάρος της Γ2 επιβλήθηκε πρόστιμο για την εταιρία ".......... ΕΠΕ" της οποίας εφέρετο ως διαχειρίστρια, 500.000.000 δρχ. για ΦΠΑ και 4.000.000 δρχ. ως πρόστιμο. Παράλληλα δε ενεπλάκησαν σε δικαστικό αγώνα και υπέστησαν ζημιά πάνω από 5.000.000 δρχ. για αμοιβές δικηγόρων, σύνταξη μηνύσεως, που υπέβαλαν στις Δικαστικές Αρχές και στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ προκειμένου να αποδείξουν την έλλειψη συμμετοχής τους στην εγκληματική του δραστηριότητα. Προσέτι δε, ο μηνυτής καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 8 μηνών ως φοροδιαφυγάς. Με τις πράξεις του δε αυτές σκόπευε ακόμη βλάπτοντας τους ως άνω (μηνυτή και Γ2), καθώς και τους συναλλαγέντες τρίτους, να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος από την εμπορική δραστηριότητα και τα κέρδη των ως άνω εταιριών, τα οποία ανέρχονται για μεν την εταιρία " ....... ΕΠΕ" σε 96.573.662 δρχ. για δε τη "........ ΕΠΕ" σε 916.550.771 δρχ., ενώ για την τελευταία ως άνω εταιρία "............ ΕΠΕ" αγγίζουν σε ύψος πολλών εκατομμυρίων δραχμών, αφού εξέδωσε επ' ονόματι αυτής κατά τη διαχειριστική περίοδο 1988-1993 μεγάλο αριθμό τιμολογίων καθαρής αξίας 1.075.309.836 δρχ." Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του από την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφενός μεν συνεπεία αντιφάσεων τόσο του αιτιολογικού της όσο και μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, αφετέρου δε λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασαφειών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του Π.Κ. Ειδικότερα, Α)ως προς την πράξη της πλαστογραφίας: 1)ενώ στο σκεπτικό, σε σχέση με τη δεύτερη φερόμενη ως πλαστή συμβολαιογραφική πράξη, δέχεται το Πενταμελές Εφετείο ότι ο αναιρεσείων με πρόθεση συνέταξε φωτοτυπία της υπ' αριθ. ......... συμβολαιογραφικής πράξεως της ανύπαρκτης συμβολαιογράφου Ελένης Παπαδοπούλου, στο διατακτικό αναφέρεται ότι συνέταξε την υπ' αριθ. ......... συμβολαιογραφική πράξη, 2)Ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι συνέταξε πλαστές "φωτοτυπίες" των υπ' αριθ. ......... και ....... συμβολαιογραφικών πράξεων της πιο πάνω ανύπαρκτης συμβολαιογράφου, τις οποίες προσκόμισε "ανεπικύρωτες" στις αναφερόμενες αρμόδιες αρχές, στο διατακτικό αναφέρεται ότι συνέταξε τις υπ' αριθ. ........ και ........ πλαστές "συμβολαιογραφικές πράξεις" της πιο πάνω συμβολαιογράφου, "αντίγραφα" των οποίων προσκόμισε στις άνω αρμόδιες αρχές, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται αν επρόκειτο για πρωτότυπα ή (φωτοτυπημένα) αντίγραφα και δη επικυρωμένα ή μη, και 3)ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων "αυτοδιόρισε" ως διαχειριστή της άνω εταιρίας "..........ΕΠΕ" τον Γ3 (σελ. 27 στιχ. 2), στο διατακτικό αναφέρεται ότι διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας διορίσθηκε ο μηνυτής Γ1 (σελ. 29 στιχ. 12 και 21). Και Β) ως προς την πράξη της απάτης: α)ως προς την πιο πάνω μερικότερη τρίτη πράξη αυτής, ουδέν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την περιουσιακή βλάβη (ήτοι παθών, ύψος ζημίας κλπ), β)δεν αιτιολογείται καθόλου στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής η απαιτούμενη εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, υλική αντιστοιχία (ή υλική ταυτότητα), η οποία πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας, ήτοι των φερομένων ως εταίρων των άνω ΕΠΕ Γ1 και Γ2, και στο επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο όφελος, ώστε να προκύπτει φανερά ότι το τελευταίο προέρχεται από την περιουσία εκείνων (εταίρων), γ)ενώ δέχεται η απόφαση ότι ο αναιρεσείων εμφάνισε πλαστές και ανεπικύρωτες φωτοτυπίες των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων στους αρμόδιους υπαλλήλους του Πρωτοδικείου Αθηνών και των αναφερομένων Δ.Ο.Υ, δεν διευκρινίζει περαιτέρω πως οι εν λόγω δημόσιοι υπάλληλοι παραπλανήθηκαν στην προκείμενη περίπτωση και δέχθηκαν να προβούν στην καταχώριση των καταστατικών των άνω εταιριών "........ ΕΠΕ" και "......... ΕΠΕ" στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην έκδοση βεβαιώσεως ενάρξεως εργασιών κλπ, δεδομένου ότι κατά νόμο, αλλά και κατά την κοινή πείρα και πρακτική οι ειρημένοι υπάλληλοι δεν αποδέχονται ανεπικύρωτες φωτοτυπίες συμβολαιογραφικών πράξεων και δεν προχωρούν με βάση αυτές στις προβλεπόμενες από το νόμο υπηρεσιακές ενέργειές τους, δ)ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως διαχειρίστρια της άνω εταιρίας "....... ΕΠΕ" είχε ορισθεί η Γ2, δεν εκτίθεται περαιτέρω πως ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στους άνω αρμόδιους υπαλλήλους και τους έπεισε ότι είναι η αναφερόμενη στο φερόμενο ως πλαστό καταστατικό της εταιρίας αυτής άνω διαχειρίστριά της, και ε)αναφορικά με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της εξακολουθητικής απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν διαλαμβάνονται καθόλου, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι τέλεσε αυτός την εν λόγω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2531/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ