Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 503 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Χρησικτησία έκτακτη. Περίληψη: Κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Αναίρεση. Λόγοι από τους αρ. 8 και 19 ά. 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1β’ του ά. 559 ΚΠολΔ όταν τα φερόμενα παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. [Επικυρώνει ΕφΠατρ 106/2010]. Αριθμός 503/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δροσιά Μπάκου. Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Σ. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/1999 μη οριστική, 116/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος του πράγματος (έκτακτη χρησικτησία). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Παρέπεται ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης, προβαλλόμενος, είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζει ουσιώδη, ως ανωτέρω, ισχυρισμό (πράγμα) που προτάθηκε νομίμως και τον δέχεται ή τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο πατέρας του διαδίκου ήταν κύριος ενός ακινήτου (αγροκτήματος), εμβαδού 6,5 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., ότι κατά τις αρχές της δεκαετίας του χίλια ενιακόσια εβδομήντα (1970-1972) ο ανωτέρω παραχώρησε ατύπως, λόγω προικός, στην αναιρεσίβλητη το ειρημένο ακίνητο, η τελευταία δε νεμόταν έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούνιος 1997). Το ακίνητο αυτό, το οποίο περιέφραξε με συρμάτινη περίφραξη και ξύλινους πασσάλους, στηριζόμενους σε τσιμεντένιο τοιχείο (σενάζ), και το καλλιεργούσε με σιτηρά, βρώμη και κηπευτικά, εναλλάξ, πότε η ίδια και πότε εκμισθώνοντάς το σε τρίτους, και αφού το μετέτρεψε από ξερικό σε ποτιστικό αγρόκτημα με την κατασκευή αρτεσιανού φρέατος, επιπλέον δε και αποθήκης με σκεπή από λαμαρίνα, ότι ο πατέρας των διαδίκων με το υπ'αριθμ…./29-3-1988 συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο (επίδικο) λόγω γονικής παροχής στον αναιρεσείοντα, ότι ο τελευταίος έγινε μεν με τον τρόπο αυτό κύριος του επιδίκου, αφού η αναιρεσίβλητη δεν είχε ακόμη συμπληρώσει εικοσαετή νομή στο ακίνητο και δεν είχε καταλυθεί έτσι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος σ'αυτό, ο ίδιος όμως (αναιρεσείων) μετά την κατά τα ανωτέρω γονική παροχή και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι επί χρονικό διάστημα εννέα
(9)ετών, εκτός από την κοινοποίηση προς την αναιρεσίβλητη του ως άνω συμβολαίου και την κλήση προς αυτήν να του αποδώσει το ακίνητο, δεν άσκησε καμιά πράξη νομής σ'αυτό, ούτε επεδίωξε τη δικαστική αποβολή της αναιρεσίβλητης από τη νομή του επιδίκου και την προστασία του δικαιώματος του (κυριότητα) επ'αυτού, και ότι η αναιρεσίβλητη, συνεχίζοντας αδιαλείπτως, και μετά την ειρημένη γονική παροχή, την κατά τα ανωτέρω νομή της επί του επιδίκου, επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, που είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής, έγινε κυρία του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και με αντίστοιχη κατάλυση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου που ο αναιρεσείον είχε απαιτήσει κατά τον προαναφερθέντα παράγωγο τρόπο. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του ανωτέρω ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. ΙΙΙ. Με τον πρώτο και κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, κατά παραδοχήν της οποίας και απέρριψε την αγωγή του, αφού, υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τέτοια ένσταση δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τον δεύτερο δε, από την ίδια διάταξη, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι επίσης παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων παραχώρησε ατύπως το επίδικο κατά τις αρχές της δεκαετίας "του εβδομήντα" (1970-1972) ενώ η ίδια είχε ισχυρισθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της ότι το ακίνητο είχε παραχωρηθεί σ'αυτήν (από τον πατέρα της το έτος 1968, παραχώρηση η οποία συνέχεται με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης για την έναρξη της νομής και εντεύθεν χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης εκτός του ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι α)όπως προκύπτει από τις από 7-5-1998 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει την ανωτέρω ένσταση, με τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, λόγος άλλωστε για τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθμ.46/1999 παρεμπίπτουσα απόφασή του έταξε ιδιαίτερο θέμα αποδείξεως στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) για την ένσταση αυτή, η ίδια δε αναιρεσίβλητη επανέφερε στο Εφετείο την ένστασή της, παραπονούμενη κατά της πρωτόδικης (οριστικής) απόφασης, που την είχε απορρίψει, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Και β)η παραδοχή του Εφετείου ότι ο πατέρας των διαδίκων παραχώρησε ατύπως το επίδικο στην αναιρεσίβλητη κατά τις αρχές της δεκαετίας "του εβδομήντα" (1970-1972), προφανώς εμπεριέχεται στον ισχυρισμό της ίδιας (αναιρεσίβλητης) ότι η παραχώρηση αυτή έγινε το έτος 1968 και ότι έκτοτε η τελευταία νέμεται το επίδικο, αφού ο κατά το Εφετείο ως άνω χρόνος της παραχώρησης, ως χρόνος ενάρξεως νομής και μεταγενέστερος, εμπίπτει στον επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη χρόνο της νομής της (1968 και εντεύθεν). Τα υποστηριζόμενα δε με το δεύτερο σκέλος του ίδιου πρώτου και από την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου του αναιρετηρίου ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προτείνει την ειρημένη ένσταση για δική της κυριότητα στο επίδικο κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε και στο Εφετείο, με το εφετήριό της, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο ανωτέρω ουσιώδης ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είχε προταθεί νομίμως, κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, στηριζόμενης στην έκτακτη χρησικτησία, που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και της εντεύθεν κατάλυσης του δικαιώματος κυριότητας που ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει στο επίδικο με τον προαναφερθέντα (ανωτ.υπό ΙΙ) παράγωγο τρόπο, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του οικείου ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 (και 1033, που επικαλείται ο αναιρεσείων) του ΑΚ, και τον οποίο (κανόνα) δεν παραβίασε το Εφετείο, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους τρίτον και τέταρτο, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου, αναφερομένους κατά τα λοιπά απαραδέκτος (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και σε επιχειρήματά του που σχετίζονται με τις αποδείξεις. IV. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου κατά τη διάταξη, του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β'του ΚΠολΔ, δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, όχι δε όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008). Εν προκειμένω προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη με τον πέμπτο και υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το δικαστήριο με το να δεχθεί ότι α)η περίφραξη του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη και η κατασκευή σ'αυτό αποθήκης και αρτεσιανού φρέατος που έγιναν το 1985 δικαιολογούνται μόνο στα πλαίσια άσκησης ιδίας νομής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και όχι στα πλαίσια μισθωτικής σχέσης προς το επίδικο που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος είχε η αναιρεσίβλητη, ως μισθώτρια (από τον πατέρα των διαδίκων) του επιδίκου, και ότι β)η εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη αμέσως μετά την κατάρτιση του ειρημένου (ανωτ.υπό ΙΙ) συμβολαίου γονικής παροχής και η γνωστοποίηση προς την τελευταία ότι ο αναιρεσείων κατέστη κύριος του επιδίκου, με πρόσκληση για απόδοσή του στην οποία η αναιρεσίβλητη δεν απάντησε, υποδηλώνει νομή της αναιρεσίβλητης, παραβίασε (το Εφετείο) τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1045 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού τα φερόμενα ως παραβιασθέντα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το Εφετείο αναφέρει προς ενίσχυση της κρίσεώς του για τη νομή του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, που δέχεται ως αποδεικνυόμενη από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προφανώς χρησίμευσαν στο Εφετείο για την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορούν (τα διδάγματα αυτά) την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου (επικαλούμενο άρθρο 1045 του ΑΚ) ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτόν. V. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-6-2010 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.106/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων
(2700)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ