← Ελλάδα

ΑΠ 504/2008 — Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 504 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Λόγοι αναιρέσεως: Πρώτος: Δεν πλήττεται μ’ αυτόν η παραδοχή της αποφάσεως ότι εγκύρως του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής η εκκαλουμένη, αλλά γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα στην πρωτόδικη δίκη λόγω μη κλητεύσεώς του. Απορριπτέος. Η επίδοση της εκκαλουμένης κίνησε την προθεσμία της εφέσεως, ανεξαρτήτως της άνω απόλυτης ακυρότητας. Δεύτερος λόγος: Σχετικός με το άρθρο 502§6 ΚΠοινΔ. Απορριπτέος. Δεν ισχυρίζεται, αλλ’ ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 4.4.06 το Δικαστήριο έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση, η δε τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση του περί του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως με την απόφαση που διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της εκκαλουμένης ΔΕΝ δεσμεύει μετά ταύτα το Δικαστήριο να την απορρίψει ως απαράδεκτη. Τρίτος και Τέταρτος λόγοι: Απαράδεκτοι γιατί δεν έχουν σχέση με την απορριπτική κρίση αλλ’ αναφέρονται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 504/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πέτρου - Πέτρουλα, περί αναιρέσεως της 49826/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2027/

  1. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 6 του άρθρου 502 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν.2721/1999, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή, των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι το Εφετείο εμποδίζεται να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη στη μετ' αναβολή συζήτηση, εφόσον στη συζήτηση κατά την οποία διατάχθηκε η αναβολή, για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, είχε προχωρήσει στην εξέταση της εφέσεως και την είχε κρίνει τυπικώς παραδεκτή. Αν το Εφετείο, στην περίπτωση που ερεύνησε το παραδεκτό της εφέσεως και εχώρησε σε αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, απορρίψει μετά ταύτα την έφεση ως απαράδεκτη, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Η' ΚΠοινΔ. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια υπέρβαση εξουσίας, όταν το Εφετείο ανέβαλε τη συζήτηση επί της εφέσεως για σημαντικά αίτια πριν αποφανθεί για το τυπικά δεκτό ή μη της εφέσεως και ακολούθως, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Επίσης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της ανωτέρω παρ. 6 του άρθρου 502 ΚΠοινΔ, όταν το Εφετείο κρίνει παρεμπιπτόντως το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως κατά τη χορήγηση αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 497 παρ.7 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη 49826/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, γιατί καθ' υπέρβαση εξουσίας απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 18.1.2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 22045/2001 καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού η δικάσιμος της 18.9.2006, κατά την οποία αυτή (προσβαλλόμενη) εκδόθηκε, είχε ορισθεί μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4.4.2006 και στο μεταξύ με τη 15317/1.3.2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου είχε ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω εφέσεως. Ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται (αλλ' ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει) ότι κατά την ειρημένη αρχική δικάσιμο της 4.4.2006 το Δικαστήριο έκρινε τυπικά παραδεκτή την ανωτέρω έφεση και στη συνέχεια ανέβαλε τη συζήτηση αυτής για την 18.9.2006, η δε τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση περί του τυπικώς παραδεκτού της εν λόγω εφέσεως με την απόφαση που διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, κατ' άρθρο 497 παρ. 7 ΚΠοινΔ, γενομένη μόνο για να διαταχθεί η αναστολή αυτή, δεν δέσμευε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο να απορρίψει ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 18.9.
  2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση του εγγράφου γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε την έφεση με αριθμό εκθέσεως 442/18.1.2006 του αναιρεσείοντος κατά της 22045/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο σε φυλάκιση 2 ετών που μετατράπηκε σε χρηματική, γιατί δέχθηκε ότι η έφεση αυτή ασκήθηκε στις 18.1.2006, ενώ η εκκαλούμενη απόφαση είχε επιδοθεί στον εκκαλούντα, και ήδη αναιρεσείοντα, νομότυπα και έγκυρα ως άγνωστης διαμονής στις 5.4.2004, και έτσι είχε παρέλθει η νόμιμη προθεσμία της εφέσεως των τριάντα ημερών, ήτοι, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, απορρίψαν έτσι αυτά που προέβαλε ο εκκαλών - αναιρεσείων με την εν λόγω έφεσή του, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, περί ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και μη γνώσεως εντεύθεν απ' αυτόν της αποφάσεως αυτής, ήτοι, κατά λέξη, "έλαβα γνώση της ύπαρξης της ως άνω απόφασης τυχαία την 17.1.2006 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου, ενώ η εν λόγω απόφαση φαίνεται να μου έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής την 5.4.2004, ενώ ήμουν γνωστής διαμονής, καθώς κατοικώ στην οδό .... αριθ. ... στη ....... από το έτος 1990 συνεχώς και αδιαλείπτως ......". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ανωτέρω παραδοχή της ότι ο αναιρεσείων ήταν άγνωστης διαμονής και ότι συνεπώς εγκύρως του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής η εκκαλούμενη απόφαση, αλλά πλήττεται μόνο διότι το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε αυτός περαιτέρω με την έφεσή του ότι στην πρωτόδικη δίκη είχε εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα λόγω μη κλητεύσεώς του και ότι συνεπεία τούτου η πιο πάνω επίδοση της πρωτόδικης (εκκαλούμενης αποφάσεως προς αυτόν δεν κίνησε την προθεσμία της εφέσεως. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αυτός, εφόσον δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή της ότι ο αναιρεσείων ήταν πράγματι άγνωστης διαμονής και κατά συνέπεια ότι εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής, είναι απορριπτέος, γιατί η εν λόγω επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως κίνησε την προθεσμία της εφέσεως, ανεξαρτήτως του εάν είχε εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα κατά την πρωτόδικη διαδικασία, αρκούντος προς τούτο του υποστατού της επιδοθείσας αποφάσεως. Περαιτέρω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δη: α) με τον τρίτο λόγο, γιατί κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και καθ' υπέρβαση εξουσίας ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο στη συνέχεια παρά το νόμο αυτός καταδικάσθηκε, και β) με τον τέταρτο λόγο, γιατί κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 99 ΠΚ το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετέτρεψε σε χρηματική την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο ετών, αντί, ως όφειλε, να την αναστείλει ενόψει της συνδρομής, εν προκειμένω, των προς τούτο προϋποθέσεων του πιο πάνω άρθρου του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί δεν έχουν σχέση με την απορριπτική της εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αλλ' αναφέρονται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει, ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 2969/5.12.2006) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 49826/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.