← Ελλάδα

ΑΠ 505/2013 — Αποδεικτικά μέσα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 505 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποδεικτικά μέσα. Περίληψη: Έννομο συμφέρον για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Μπορεί να έχει και ο διάδικος που νίκησε, όπως όταν στην απόφαση περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικέ3ς για τον νικήσαντα που δημιουργούν δεδικασμένο. Η αναίρεση απευθύνεται κατά κανόνα εναντίον εκείνων που ήταν αντίθετοι του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν μη νομίμως απαραδέκτως) στο δικαστήριο. Αναιρεί εν μέρει Εφ.Ιω. 341/

  1. Αριθμός 505/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Φ. συζ. Θ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, και 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.
  2. του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2002 αγωγή του Θ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας, και την από 28/1/2010 κύρια παρέμβαση των Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ., που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και 341/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία διορθώθηκε με την 74/2011 απόφαση του ιδίου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν του τρίτου, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ " Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Εξάλλου από τα άρθρα 68, 73 και 556 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον στον αναιρεσείοντα, αλλιώς η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, τέτοιο δε έννομο συμφέρον μπορεί να έχει και ο διάδικος που νίκησε, όπως συμβαίνει όταν στην απόφαση περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικές για τον νικήσαντα διάδικο που δημιουργούν δεδικασμένο. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 558 του ίδιου ΚΠολΔ η αναίρεση (απευθύνεται κατά κανόνα εναντίον εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, εάν δε υπάρχει αναγκαστική ομοδικία πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 61/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και κατά παραδοχήν της ένδικης αγωγής τού εκ των διαδίκων Θ. Ν. Τ., ήδη αναιρεσείοντος, κατά του ελληνικού δημοσίου, ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων-ενάγων είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 927 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Μύλοι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρταίων, με τα αναφερόμενα όρια, και το οποίο, ως τμήμα της παλαιάς κοίτης του μη πλευσίμου ποταμού Αράχθου που εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα το έτος 1948 από φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες), περιήλθε αρχικά, κατά το άρθρο 1072 του ΑΚ, στην κυριότητα του Κ. Μ., ως κυρίου παραποτάμιου κτήματος, εφαπτομένου στο σημείο εκείνο του ποταμού, εν συνεχεία δε και λόγω άτυπης μεταβίβασης του επιδίκου από τον Κ.Μ. στον πατέρα του ενάγοντος Ν. Τ. και από τον τελευταίο στον ενάγοντα, εν έτει 1978, και της νομής έκτοτε του επιδίκου από τον ενάγοντα μέχρι την άσκηση της αγωγής

(2002)και προηγουμένως από τους δικαιοπαρόχους του, την οποία (νομή των δικαιοπαρόχων του) προσμετρά (αν και εκ περισσού) ο ενάγων, περιήλθε (το επίδικο) στην κυριότητα του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία ( άρθρ. 974, 1045, 1051 του ΑΚ). Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο άσκησε την από 3-11-2004 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, ενώπιον δε του ίδιου Εφετείου παρενέβησαν κυρίως, με το από 28-1-2010 δικόγραφο κύριας παρέμβασης κατά των αρχικών διαδίκων Θ. Τ. και Ελληνικού δημοσίου, οι Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ., αδελφοί του ενάγοντος, ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι, και ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, μετά του αρχικού ενάγοντος, του επιδίκου και δη ο μεν πρώτος κατά τα 2/4 , η δε δεύτερη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, για την αναφερόμενη στην παρέμβαση ιστορική και νομική αιτία. Το Εφετείο Ιωαννίνων συνεκδίκασε την έφεση του Ελληνικού δημοσίου και την ειρημένη κυρία παρέμβαση και εξέδωσε σχετικώς την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2010 απόφασή του, με την οποία και όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 74/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το Εφετείο α) έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το επίδικο είχε περιέλθει ως ανωτέρω στην κυριότητα του Κ.Μ., το έτος 1948 και ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει ατύπως, το έτος 1956, το επίδικο στον πατέρα των διαδίκων Ν.Τ., ο οποίος και το νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, περαιτέρω όμως (έκρινε το Εφετείο) ότι ουδέποτε ο πατέρας των διαδίκων μέχρι τον θάνατό του εν έτει 1985 είχε παραχωρήσει τη νομή τού επιδίκου (άτυπη μεταβίβαση) στον ενάγοντα γιό του Θ. Τ., ο οποίος ουδέποτε νεμήθηκε (ολόκληρο) το επίδικο για λογαριασμό του, και ότι, τέλος, το επίδικο, που είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία στην κυριότητα του πατέρα των διαδίκων, περιήλθε μετά τον θάνατό του, αφού ο τελευταίος δεν είχε συντάξει διαθήκη, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων Παναγιώτα και στον καθένα από τους διαδίκους - τρία τέκνα του, οι οποίοι και νέμονταν έκτοτε από κοινού, κατά το ανωτέρω ποσοστό της κληρονομίας έκαστος, το επίδικο, από τα ποσοστά δε αυτά εκείνο της μητέρας των διαδίκων καταλείφθηκε στον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ. με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη τής τελευταίας (μητέρας των διαδίκων), ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή της μητέρας του, όπως αποδέχθηκε για λογαριασμό της τελευταίας και εκείνην (κληρονομία) του πατέρα των διαδίκων και συζύγου της Ν. Τ.. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού δημοσίου κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, απορρίπτοντας, ειδικότερα, και τους πρωτοδίκως απορριφθέντες ισχυρισμούς και ήδη λόγους εφέσεως του ελληνικού δημοσίου με τους οποίους το τελευταίο υποστήριζε ότι το επίδικο είχε περιέλθει στη δική του κυριότητα βάσει του ν.550/1915 λόγω αποκαλύψεώς του σε παλαιότερους χρόνους συνεπεία τεχνικών- αντιπλημμυρικών έργων, άλλως βάσει του άρθρου 1 του ν. 116/1975 λόγω εγκαταλείψεώς του εξαιτίας της εκτελέσεως κατά το έτος 1974 των τεχνικών έργων του Φράγματος Πουρναρίου Άρτης, και ότι επομένως το επίδικο, ως δημόσιο κτήμα, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας τρίτου (από 11-9-1915, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, του ν. ΔΞΗ του 1912 και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926), 2) απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ., επειδή ο τελευταίος δεν είχε μεταγράψει τις προρρηθείσες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας και δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμος των γονέων του, όπως ισχυριζόταν με την κύρια παρέμβασή του, 3) δέχθηκε την κύρια παρέμβαση ως προς τη δεύτερη παρεμβαίνουσα Α. συζ. Θ. Φ., την οποία και αναγνώρισε συγκυρία του επιδίκου τίτλω κληρονομίας (συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα της και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης) κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ, τέλος, 4) απέρριψε και την ένδικη αγωγή του Θ. Τ., στηριζόμενη στην αποκλειστική νομή του ιδίου επί του ακινήτου και στην εντεύθεν έκτακτη χρησικτησία του επί του ακινήτου αυτού (επιδίκου), η οποία και δεν αποδείχθηκε, κατά τις προρρηθείσες παραδοχές του Εφετείου. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη α) η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς στρέφεται και κατά του πρώτου από τους κυρίως παρεμβάντες ενώπιον του Εφετείου Α. Τ., αφού οι προαναφερθείσες παραδοχές του δικαστηρίου ότι ο πατέρας των διαδίκων ουδέποτε είχε μεταβιβάσει τη νομή του επιδίκου στον αναιρεσείοντα, ενάγοντα-καθ' ού η παρέμβαση, ο οποίος και δεν έγινε (αποκλειστικός) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυριζόταν στην αγωγή του, αλλ' ότι αυτός (πατέρας των διαδίκων) ενέμετο το επίδικο μέχρι τον θάνατό του
(1985), με συνέπεια τούτο να περιέλθει κατά τα αναφερόμενα ποσοστά στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και ο παρεμβάς-αναιρεσίβλητος Α. Τ., όπως ο τελευταίος ισχυριζόταν στην παρέμβασή του, είναι (οι ανωτέρω παραδοχές-αιτιολογία του Εφετείου) βλαπτικές για τον αναιρεσείοντα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και δημιουργούν έννομο συμφέρον στον τελευταίο για την απεύθυνση της αιτήσεως και κατά του ειρημένου διαδίκου, παρότι ως προς αυτόν η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, για έλλειψη μεταγραφής των επικαλουμένων τίτλων (αποδοχή κληρονομίας). Περαιτέρω όμως β) η ίδια αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως στρέφεται και κατά του Ελληνικού δημοσίου, ως καθ'ού, μετά του αναιρεσείοντος, η κυρία παρέμβαση των λοιπών αναιρεσιβλήτων, αφού το ελληνικό δημόσιο υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, μη βρισκόμενο άλλωστε σε αναγκαστική ομοδικία με τον αναιρεσείοντα, δεν ήταν αντίδικο, αλλά ομόδικο του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, ώστε να μην επιτρέπεται η απεύθυνση της αιτήσεως αναιρέσεως εναντίον του, για την οποία εξάλλου και δεν έχει έννομο συμφέρον. Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό δημόσιο ( ως προς το οποίο και δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, ελλείψει σχετικού αιτήματος), να εξετασθεί δε ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ως τέτοιες δε αποδείξεις λογίζονται και εκείνες που προσκομίστηκαν μη νομίμως στο δικαστήριο και αφορούσαν αποδεικτέον ουσιώδη ισχυρισμό. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο κατέληξε στην ειρημένη κρίση του ότι ο πατέρας των διαδίκων Ν.Τ. ουδέποτε είχε μεταβιβάσει ατύπως το επίδικο στον αναιρεσείοντα, ενάγοντα- καθ'ού η κυρία παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος και δεν έγινε (αποκλειστικός) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αλλ'ότι αυτός (πατέρας των διαδίκων) ενέμετο το επίδικο μέχρι τον θάνατό του
(1985), με συνέπεια να περιέλθει τούτο εξ αδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι-κυρίως παρεμβάντες, αφού έλαβε υπόψη (το Εφετείο) και την υπ'αριθμ. 6879/2009 βεβαίωση του ΟΑΕΕ, "σύμφωνα με την οποία ο πατέρας του καθ'ου η παρέμβαση ασκούσε μέχρι τον θάνατό του εργασίες μωσαϊκών στο επίδικο, κάτι το οποίο δεν θα συνέβαινε αν είχε παραχωρήσει το ακίνητο αυτό στον καθ'ου η παρέμβαση", καθώς και την υπ' αριθμ. 184/21-4-2005 βεβαίωση διακοπής εργασιών της Δ.Ο.Υ. Άρτας, για το ίδιο θέμα. Όπως όμως προκύπτει από τις κοινές προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-παρεμβάντων ενώπιον του Εφετείου και την προσηρτημένη σ'αυτές "ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ" των ιδίων, οι παρεμβάντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους για την κατά τα ανωτέρω νομή του επιδίκου από τον πατέρα των διαδίκων μέχρι τον θάνατο του τελευταίου και την περιέλευσή του (επιδίκου) στους διαδίκους- εξ αδιαθέτου κληρονόμους του πατέρα τους όχι με τις νομίμως, μέχρι την έναρξη της συζήτησης, κατατεθείσες προτάσεις τους, αλλά το πρώτον με την προαναφερθείσα προσθήκη-αντίκρουση, την οποία κατέθεσαν στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την οικεία επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 27-9-2010, ήτοι κατά πολύ μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (22-9-2010), τούτο δε κατά παράβαση των ορισμών των άρθρων 237 παρ.2 εδ. β', 524 παρ.1 εδ. α'-β' και 529 του ΚΠολΔ, που καθιστά απαράδεκτη την προσκόμιση και επίκληση των αποδεικτικών αυτών εγγράφων και μη επιτρεπτή τη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως το Εφετείο, που έλαβε υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω έγγραφα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Θ. Τ. με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσον μέρος της αφορά την κύρια παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων ως προς τον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση, η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-6-2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Τ. ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ.. Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 74/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.