← Ελλάδα

ΑΠ 506/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 506 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση. Έννοια χρήσεως. Πλήρης αιτιολογία προσβαλλομένης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 506/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντοκώστα, περί αναιρέσεως της 1387/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1908/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 §1 ΠΚ, για την θεμελίωση της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη που να το εμφανίζει ότι συντάχθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και την θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επί πλέον, τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει, με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανόμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στην δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος ήθελε να πουλήσει το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Για το λόγο αυτό δημοσίευσε σχετική αγγελία σε εφημερίδα. Ωστόσο με το υπ' αριθ. 3/10.6.2002 τιμολόγιο φαινόταν ότι είχε μεταβιβάσει το ανωτέρω αυτοκίνητο αντί τιμήματος 7.000 ευρώ στη μάνδρα πωλήσεως αυτοκινήτων "auto center" που διατηρούσε στο 3° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ... ο (απαλλαγείς πρωτόδικα συγκατηγορούμενός του) Θ, όπου και εναπέθεσε το προς πώληση όχημα. Στην αγγελία του ανταποκρίθηκε ο (επίσης απαλλαγείς πρωτόδικα συγκατηγορούμενός του) Z, αλλοδαπός αρμενικής καταγωγής, ο οποίος ήλθε σε τηλεφωνική επαφή μαζί του. Ο κατηγορούμενος τον οδήγησε στον ..., όπου διέμενε ο ανωτέρω ιδιοκτήτης της μάνδρας Θ, για να δει το προς πώληση αυτοκίνητο. Ο Z συμφώνησε να το αγοράσει, αλλά επειδή δεν διέθετε μετρητά χρήματα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ενδιαφερόταν για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου και την είσπραξη του τιμήματος, του πρότεινε να χρηματοδοτηθεί από Τράπεζα με δάνειο. Του ζήτησε όμως να βρει κάποιον ως εγγυητή του. Ο Z ως ξένος στη Χώρα δεν είχε φυσικά κανένα αξιόχρεο εγγυητή και γι' αυτό ο κατηγορούμενος, με δική του πρωτοβουλία (που εξηγείται από την επιθυμία να εισπράξει οπωσδήποτε το τίμημα αμέσως), του αντιπρότεινε ότι θα μπορούσε να του βρει εκείνος κάποιον γνωστό του ως εγγυητή. Έτσι ο κατηγορούμενος, έχοντας το πιεστικότερο απ' όλους συμφέρον να ολοκληρωθεί η πώληση (αφού αυτός θα εισέπραττε το τίμημα, ο δε ιδιοκτήτης της μάνδρας μόνο το ποσοστό του αναλογούντος κέρδους του), ανέλαβε να διεκπεραιώσει τη χρηματοδότηση του Z από την Τράπεζα Unitbank που στη συνέχεια απορροφήθηκε από τη Eurobank. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι κατείχε (για λόγο που θα εξηγηθεί κατωτέρω) το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας του οικονομικού έτους 2002 του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατάρτισε και υπέβαλε προς την ανωτέρω Τράπεζα την 21.6.2002 συμπληρωμένη την υπ' αριθ. αριθ. CL 061298 σύμβαση πώλησης οχήματος με ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας και χορήγησης δανείου. Σύμφωνα με σύμβαση αυτή ο Θ ως πωλητής και ο Z ως αγοραστής συμφώνησαν την πώληση από τον πρώτο στο δεύτερο (με παρακράτηση της κυριότητας) του προαναφερόμενου αυτοκινήτου αντί τιμήματος 7.350,50 €. Για την κάλυψη μέρους του τιμήματος (4.777,50 €) ζητήθηκε και χορηγήθηκε δάνειο από την ανωτέρω Τράπεζα με σύμβαση χρηματοδότησης. Στη σύμβαση χρηματοδότησης (άρθρο 9) ορίζεται επί λέξει ότι "Ο Εγγυητής εγγυάται προς την Τράπεζα την πλήρη και εμπρόθεσμη εξόφληση του χρέους και την εν γένει εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ΠΕΛΑΤΗ έναντι της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Ο Εγγυητής ενέχεται ως πρωτοφειλέτης και παραιτείται ανεπιφύλακτα από τις ενστάσεις διζήσεως και διαιρέσεως και όλα τα δικαιώματα και ενστάσεις που απορρέουν από τον Αστικό Κώδικα και ιδίως τα άρθρα 853, 858, 862 και
  2. Σε περίπτωση περισσότερων εγγυητών αυτοί ευθύνονται έναντι της ΤΡΑΠΕΖΑΣ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον". Επειδή όμως ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της χρηματοδοτήσεως η εγγύηση τρίτου φερέγγυου προσώπου και τέτοιο δεν υπήρχε, ο κατηγορούμενος έθεσε στη σύμβαση δανείου και στη θέση "ο εγγυητής" κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Αυτός όμως αγνοούσε παντελώς την ενέργεια του κατηγορουμένου και φυσικά όλα έγιναν εν αγνοία του. Τα στοιχεία του πολιτικώς ενάγοντος (δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ΑΦΜ και αντίγραφο εκκαθαριστικού) είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος ως εξής: Στο εγγύς παρελθόν ο γιος του πολιτικώς ενάγοντος ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο στο όνομα του πατέρα του από τη μάνδρα πωλήσεως αυτοκινήτων που διατηρούσε τότε ο κατηγορούμενος. Για την προώθηση τη συμβάσεως άφησε τα προαναφερόμενα στοιχεία του πατέρα του, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή του κατηγορουμένου και δεν αποδόθηκαν, παρότι οι διαπραγματεύσεις αυτές ναυάγησαν. Έτσι λοιπόν με την πλαστογράφηση της υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντα φαινόταν πλέον ότι αυτός αναλαμβάνει την ευθύνη ως εγγυητής για την πλήρη και εμπρόθεσμη αποπληρωμή του δανείου, που έλαβε ευθύς αμέσως ο Z για την αγορά του αυτοκινήτου από το Θ. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, για να ολοκληρώσει το σκοπό στον οποίο κατέτεινε, δηλαδή την έγκριση και λήψη του δανείου, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, το οποίο κατάρτισε εκτός Τράπεζας, αποστέλλοντας την ανωτέρω σύμβαση πλήρη και υπογεγραμμένη στη δανείστρια τράπεζα Unitbank. Ο σκοπός του ήταν σαφής: Ήθελε να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο της δανείστριας τράπεζας που χειρίσθηκε τη εν λόγω χρηματοδότηση Unitbank ότι πράγματι ο πολιτικώς ενάγων ανέλαβε εγκύρως ενοχή εγγυητή για την έναντι αυτής οφειλή του χρηματοδοτούμενου, δηλαδή για γεγονός που μπορεί να έχει και πράγματι είχε έννομες συνέπειες. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που προέβη στην πλαστογραφία και όχι άλλος (λ.χ. ο ιδιοκτήτης της μάνδρας) προκύπτει τόσο από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, σε συνδυασμό με την απολογία του Z στο πρωτόδικο δικαστήριο, περιεχόμενη στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όσο και από το γεγονός ότι αυτός είχε το ισχυρότερο κίνητρο για να ανεύρει εγγυητή και να ολοκληρώσει τη χρηματοδότηση. Επίσης και από το γεγονός ότι αυτός κατείχε τα (αναγκαία για τη συμπλήρωση και έγκριση της συμβάσεως δανείου κ.λ.π.) στοιχεία και έγγραφα του πολιτικώς ενάγοντος. Δεν συντρέχει λοιπόν καμία ανάγκη για τη διακρίβωση της αλήθειας να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται (πλαστογραφία με χρήση), όπως στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία, αναφερόμενα παραδεκτά κατ' είδος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στη διάταξη του άρθρου 216 §1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο σκεπτικό αναφέρεται η έννοια του εγγράφου (άρθρ. 13γ ΠΚ), σε τι συνίσταται η κατάρτιση του πλαστού, το ψευδές περιεχόμενο, η αιτιώδης συνάφεια και οι έννομες συνέπειες, ότι δηλ. το έγγραφο που καταρτίσθηκε με την δήθεν υπογραφή του μηνυτή ήταν πρόσφορο να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, προσδιορίζεται η χρήση, ενώ είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση. Συνεπώς ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην αίτηση αναιρέσεως, ότι ο μηνυτής δεν υπέστη ζημία αφού το δάνειο το πλήρωσε ολόκληρο ο αγοραστής, ενώ το προϊόν της εκταμίευσης του δανείου εκ 4.777,58 Ευρώ το πήρε ο Θ που έκανε τη χρηματοδότηση, δεν ασκεί επιρροή επί της θεμελιώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως. Επίσης με σαφήνεια η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει το υποκειμενικό στοιχείο που συνίσταται στη γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος και την θέληση για την πραγμάτωσή του. Τέλος, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνω-μοσύνης, υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου για τη μη αναγκαιότητα αυτής προς διακρίβωση της αλήθειας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στηριζόμενη στους λόγους του άρθρου 510 §1 στοιχ. δ' και ε' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-11-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1387/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.