← Ελλάδα

ΑΠ 512/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 512 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: Καταδίκη για α) χρήση πλαστών εγγράφων και β) απάτη στο Δικαστήριο. Ασάφειες και αντιφάσεις στο σκεπτικό και στο διατακτικό. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 512/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο, για αναίρεση της 829/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΙΚΤΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στον Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Καμπά. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1413/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, Ένεκα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νομοθετικών εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το Δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή, όταν το Δικαστήριο, που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων, εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν αποπείρα δε όταν το Δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 829/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΙΚΤΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ Α.Ε", που έχει την έδρα της στον Πύργο Ηλείας, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1997 συνήψε σύμβαση πωλήσεως φαρμάκων με την κατηγορουμένη, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην ως άνω πόλη φαρμακείο. Με βάση τη σύμβαση αυτή, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την παραπάνω κλινική με τα απαραίτητα φάρμακα και συναφή είδη για τις ανάγκες της, δεδομένου ότι οι κλινικές δεν έχουν δικαίωμα να διατηρούν φαρμακαποθήκη. Ακολούθως, άρχισε η μεταξύ τους συνεργασία, χωρίς όμως τα αποσταλέντα κάθε φορά φάρμακα και παραπάνω είδη να συνοδεύονται και από το αντίστοιχο δελτίο αποστολής και τιμολόγιο πώλησης. Η συνεργασία τους αυτή συνέχισε για ένα περίπου τρίμηνο, οπότε η εγκαλούσα συνήψε τέτοια σύμβαση με άλλο φαρμακείο. Μετά τη διακοπή αυτή της συνεργασίας τους, η κατηγορουμένη, ή τρίτο πρόσωπο κατ' εντολή της, έθεσε στα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας τριάντα δύο

(32)δελτία αποστολής, κάτω από την ένδειξη "για την παραλαβή", καθώς και στα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ", κατ' απομίμηση την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσας Γ1, εμφανίζοντας σ' αυτά ότι η τελευταία οφείλει στην πρώτη, ως τίμημα πωλήσεως, το ποσό των 10.895.076 δραχμών. Με βάση τα δελτία αυτά και τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως, η κατηγορουμένη ζήτησε και πέτυχε σε βάρος της εγκαλούσας την έκδοση της υπ' αριθ. 72/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη τα ίδια δελτία αποστολής και τιμολόγια πωλήσεως χρησιμοποίησε και ενώπιον του Εφετείου Πατρών, κατά τη συνεδρίαση της 14-11-2002, όταν εκδικαζόταν η από 25-4-2000 έφεση της εγκαλούσας κατά της 17/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε επί της από 15-3-1999 ανακοπής της τελευταίας κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η οποία ανακοπή είχε απορριφθεί από το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως εκπρόθεσμη. Με τη χρήση των παραπάνω πλαστών δελτίων αποστολής και τιμολογίων πωλήσεως, η κατηγορουμένη παραπλάνησε τους δικαστές της συνθέσεως του Εφετείου, ως προς την ύπαρξη της προαναφερόμενης οφειλής εκ μέρους της εγκαλούσας εταιρείας προς αυτήν, με αποτέλεσμα ν' απορρίψει την ως άνω ανακοπή κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι το ως άνω Δικαστήριο με την προηγούμενη 401/2002 απόφασή του έκρινε εμπρόθεσμη την σχετική ανακοπή και διέταξε αποδείξεις. Η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε τα παραπάνω έγγραφα, εν γνώσει της ότι είναι πλαστά, αφού, όπως προαναφέρθηκε, την υπογραφή σ' αυτά του εκπροσώπου της εγκαλούσας την έθεσε ή άλλο πρόσωπο κατ' εντολή της. Με την ενέργειά της δε αυτή, εξαπάτησε το ως άνω Δικαστήριο, αφού, κατά τ' ανωτέρω, προσκόμισε ψευδή στοιχεία προς αντίκρουση της ως άνω εφέσεως, υποστηρίζοντας ότι αυτά είναι αληθινά και αποκρύπτοντας ότι, δεν πωλήθηκαν τα φάρμακα αυτά ή εν πάση περιπτώσει τόσα φάρμακα και ότι ουδέποτε ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας είχε θέσει την υπογραφή του στα επίμαχα δελτία αποστολής και τιμολόγια πώλησης. Σκόπευε δε με την απατηλή αυτή συμπεριφορά της ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, αντίστοιχο με τη ζημία της εγκαλούσας. Για το ότι η υπογραφή στα προαναφερόμενα δελτία αποστολής και τιμολόγια πωλήσεως δεν είναι του εκπροσώπου της τελευταίας Γ1, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία από το Δικαστήριο, γιατί αυτή (υπογραφή) υπάρχει μόνο στα στελέχη των εγγράφων αυτών, που προσκόμισε στο Δικαστήριο και κατείχε η κατηγορουμένη, ενώ στα πρωτότυπα αυτών που στάλθηκαν στην εγκαλούσα δεν υπήρχε τέτοια υπογραφή, που σημαίνει ότι αυτή τέθηκε στα παραπάνω στελέχη εκ των υστέρων, προκειμένου αυτή (κατηγορουμένη) να πετύχει την είσπραξη του παραπάνω ποσού. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των αξιοποίνων πράξεων της χρήσης πλαστών εγγράφων και απάτης του Δικαστηρίου, για τις οποίες κατηγορείται, αναγνωριστεί όμως σ' αυτή η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δε έντιμο παρελθόν της αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο σχετικό ποινικό μητρώον της". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα,Χ1 για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της χρήσεως πλαστών εγγράφων και της απάτης στο Δικαστήριο και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του από την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφενός μεν συνεπεία αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, αφετέρου δε λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασαφειών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ. Ειδικότερα, 1)ενώ στο σκεπτικό δέχεται το Τριμελές Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, με βάση την αναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως φαρμάκων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εγκαλούσας εταιρίας, προμήθευε την τελευταία επί ένα τρίμηνο περίπου με τα απαραίτητα φάρμακα και συναφή είδη για τις ανάγκες της κλινικής της, χωρίς να συνοδεύονται από τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και τιμολόγια πωλήσεως, και προφανώς με τα πλαστά δελτία αποστολής και τιμολόγιο πωλήσεως καλύπτονταν κάποιο μέρος ή ολόκληρη η αξία της άτακτης αυτής προμήθειας, εν τούτοις στο διατακτικό δέχεται ότι η κατηγορουμένη με τη χρήση των πλαστών παραστατικών, που συντάχθηκαν εκ των υστέρων, και με τις σχετικές με αυτά ψευδείς παραστάσεις στο Δικαστήριο αποσκοπούσε να αποκομίσει προς βλάβη της εγκαλούσας εταιρίας ολόκληρο το αναγραφόμενο στα εν λόγω παραστατικά χρηματικό ποσό των 10.895.076 δρχ. Όμως είναι φανερό, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της αποφάσεως, ότι το εν λόγω ποσό κάλυπτε κάποιο μέρος ή ολόκληρη την αξία της επί τρίμηνο προμήθειας φαρμάκων και συναφών ειδών, χωρίς τα νόμιμα παραστατικά. 2)Ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι η αναιρεσείουσα, ή τρίτο πρόσωπο κατ' εντολή της, έθεσε στα 32 δελτία αποστολής κάτω από την ένδειξη "για την παραλαβή", καθώς και στα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ", κατ' απομίμηση την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας Γ1, στο διατακτικό αναφέρεται ότι την εν λόγω υπογραφή έθεσε στα άνω παραστατικά η ίδια. 3)Σε άλλο σημείο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με τις αναφερόμενες ενέργειές της εξαπάτησε το Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι τα τιμολόγια ήταν αληθινά και αποκρύπτοντας απ' αυτό ότι δεν πωλήθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτά φάρμακά "ή εν πάσει περιπτώσει τόσα φάρμακα", δημιουργώντας έτσι με ενδοιαστική αιτιολογία ασάφεια ως προς την ποσότητα των δήθεν πωληθέντων φαρμάκων. Και 4)ενώ στο σκεπτικό και στο διατακτικό της πλαστογραφίας και στην αρχή της απάτης καθορίζει το Τριμελές Εφετείο το ποσό του σκοπούμενου οφέλους στα 10.895.076 δρχ., εν τούτοις στο τέλος του διατακτικού της απάτης το σκοπούμενο όφελος το καθορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ (ήτοι δρχ. 1.022.250). Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 829/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.