Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 516 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσία. Αριθμός 516/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυραγάνη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 358/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 147/27.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1-3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 4-3-2009 αίτηση του Χ με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 40/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών συνεδριάσαντος στην Χαλκίδα, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)μηνών, με τριετή αναστολή για πλαστογραφία με χρήση (αρ. 13γ, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 216 παρ. 2-1 ΠΚ) και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον ίδιο τον αιτούντα Χ και στρέφεται κατά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα δημόσια την 20/2/2007) με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή για πλαστογραφία με χρήση και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση για την οποία καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ. 40/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη με αριθμ. 1857/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση του αιτούντα κατά της απόφασης αυτής, είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 αριθμ. 2 κατά την οποία ''Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις
(1)......
(2)Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε .......
(3)........ ''προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων , την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι,
(1)ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα,
(2)η απόφαση να είναι αμετάκλητη και
(3)να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο της εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1185/1994). Περαιτέρω δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα νέες πραγματογνωμοσύνες οι οποίες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προβαίνουν στην εκ νέου εκτίμηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού ή άλλων στοιχείων της διαδικασίας, με βάσει της ίδιες τεχνικές-μεθόδους και την ίδια επιστημοσύνη και με μόνη διαφορά την αμφισβήτηση της επιστημοσύνης και των ικανοτήτων των πραγματογνωμόνων που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη που τέθηκε υπ' όψη του δικαστηρίου, η οποία εκτίμηση έχει τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν βάσει πραγματογνωμοσύνης που έγινε μέσα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώρα, εκτός αν ή πραγματογνωμοσύνη στηρίζεται σε νέες τεχνικές και σε νέες επιστημονικές μεθόδους που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 717/1986), όμως δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα οι απλές κρίσεις, απόψεις και πεποιθήσεις μαρτύρων περί του ότι ο αιτών κατηγορούμενος είναι αθώος, ή ότι δεν ήταν δυνατό να έχει τελέσει το έγκλημα αυτό, ή κατ' άλλο δηλοποιητικό τρόπο χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 357/60, ΑΠ 1/1988). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε με την υπ' αρ. 40/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)μηνών, ανασταλείσα επί 3ετία, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την με αριθμ. 1857/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και με την υπό κρίση αίτηση περί επανάληψης της διαδικασίας αναφέρει ότι για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση η οποία συνίσταται στο ότι: "στη ... την 15-9-2000 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει, με την χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Συγκεκριμένα, παρανόμως, αυθαιρέτως και άνευ σχετικού δικαιώματος αλλοίωσε το αληθές κατά τα λοιπά περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 3-11-1999 κατηγορητηρίου, συνταγέντος και υπογραφέντος από την Αντεισαγγελέα κ. Αθηνά Θεοδωροπούλου δυνάμει του οποίου παραπεμπόταν να δικαστεί στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας ως υπαίτιος για το αδίκημα της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς, παραποιώντας με "στυλό" τις ορθές διατάξεις που προβλέπουν τον ποινικό κολασμό του εν λόγω αδικήματος των άρθρων 381 παρ.1 και 382 παρ. 1 του Π.Κ. και που αναγραφόταν αρχικώς στο εν λόγω κατηγορητήριο, με τις λανθασμένες των άρθρων 388 παρ. 1 και 381 παρ. 1 ΠΚ, με σκοπό την ελάφρυνσης της κατηγορίας του, αφού, αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να τον καταδικάσει θα τον καταδίκαζε μόνο για την φθορά της ξένης ιδιοκτησίας που επισύρει μικρότερη ποινή, έναντι αυτής που παραπεμπόταν. Στην συνέχεια έκανε χρήση του ως άνω πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, δια της επικλήσεως στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας την 12-3-2002 της ακυρότητας του κατηγορητηρίου, λόγω της λανθασμένης παραπομπής σ' αυτό των άρθρων του ΠΚ", προέκυψαν νέα στοιχεία και γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι είναι αθώος και για την υποστήριξη της αιτήσεώς του επικαλείται ως νέα στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν και τα οποία είναι η με ημερομηνία 27-11-2007 γραφολογική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., ο οποίος κατόπιν λεπτομερούς γραφολογικής διερευνήσεως και σύμφωνα με το τεθέν υπόψη του συγκριτικό υλικό καταλήγει στην εκτίμηση ότι: "οι επίδικες διορθώσεις στα ψηφία των άρθρων που προϋπήρχαν καθώς και στη λέξη "μάρτυρες", δεν προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί δια χειρός Χ διότι:
(1)Ο αριθμός 8 χαράσσεται με κοινότυπη δομή η οποία δεν προσφέρει γραφολογικά ευρήματα προς αξιολόγηση ούτως ώστε να. προκύπτει γραφολογική συγγένεια με την αριθμογραφή του Χ.
(2)Ο αριθμός 1 έχει χαραχθεί με δομή ανάλογη αυτής που απαντάται στην αναγραφή των άρθρων στο αυτό έγγραφο, ήτοι με οριζόντια χάραξη βάσεως, η οποία δεν εντοπίζεται στην αριθμογραφή του Χ στο έγγραφο του συγκριτικού υλικού.
(3)Η κατάληξη "ες" δεν φέρει τα χαρακτηριστικά δομής που εντοπίζονται σε αντίστοιχη χάραξη στη γραφή του Χ, ήτοι δεν συνιστά χαρακτηριστικό του γραφικού του χαρακτήρα. Ο Γνωμοδοτών Γραφολόγος ...". Περαιτέρω ως προς την πραγματογνωμοσύνη η οποία προσκομίζεται πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα με τη κρίση των Δικαστών που έκριναν την υπόθεση αυτή, τα οποία όπως προκύπτει δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν σαν νέα γεγονότα διότι η προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη επιχειρεί μεταγενέστερη ανάλυση και συμπερασματική κρισιολόγηση των συνθηκών τέλεσης της πράξης, γεγονός το οποίο ανήκει κυριαρχικά στο δικάζον δικαστήριο, της έκθεσης αυτής κατατασσομένης στην κατηγορία των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων και όχι των νέων γεγονότων του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Επειδή στην περίπτωση της επανάληψης διαδικασίας το ζητούμενο είναι να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νέα αποδεικτικά στοιχεία και γεγονότα είτε μόνα των, είτε σε συνδυασμό με τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 869/93 Π.Χ. ΜΓ'/670, ΑΠ 505/94, ΑΠ 840/95 και ΑΠ 717/86 ΠΧ ΛΣΤ/725) ότι ο αιτών όχι απλά είναι πιθανόν αθώος αλλά να είναι σφόδρα πιθανό μέχρι βεβαιότητας περί του ότι αυτός είναι αθώος και επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν από τον αιτούντα όχι απλά δεν καθιστούν κατά τη κρίση μας σφόδρα πιθανολογούμενη την αθωότητα του άλλα τουναντίον ενισχύουν την άποψη περί του ότι ο αιτών ορθά καταδικάστηκε για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε (βλ. σκεπτικά των 5783/05 και 40/07 αποφάσεων Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα) και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 4-3-2009 αίτηση του Χ με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 40/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα την 20/2/2007 και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα την 9-4-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, α) όσα είχαν τεθεί υπόψη ρητά ή εμμέσως στο δικαστήριο και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως και β) όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία με χρήση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, για τον λόγο ότι, από την αναφερπόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (ιδιωτική γραφολογική έκθεση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και αμροδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αμετάκλητη 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως από αυτή και τα ταυτάριθμα πρακτικά της προκύπτει, ο αιτών, (χωρίς να έχει γίνει δικαστική ή ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα), κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως υπαίτιος του ότι στην ... στις "15.9.2000 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Συγκεκριμένα, παρανόμως, αυθαιρέτως και άνευ σχετικού δικαιώματος αλλοίωσε το αληθές κατά τα λοιπά περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 3.11.1999 κατηγορητηρίου, συνταγέντος και υπογραφέντος από την Αντεισαγγελέα κ. Αθηνά Θεοδωροπούλου, δυνάμει του οποίου παραπεμπόταν να δικαστεί στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, ως υπαίτιος για το αδίκημα της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς, παραποιώντας με στυλό τις ορθές διατάξεις που προβλέπουν τον ποινικό κολασμό του εν λόγω αδικήματος των άρθρων 381 παρ. 1 και 382 παρ. 1 του ΠΚ και που αναγραφόταν αρχικώς στο εν λόγω κατηγορητήριο, με τις λανθασμένες των άρθρων 388 παρ. 1 και 381 παρ. 1 ΠΚ, με σκοπό την ελάφρυνση της κατηγορίας του, αφού, αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να τον καταδικάσει, θα τον καταδίκαζε μόνο για την φθορά της ξένης ιδιοκτησίας που επισύρει μικρότερη ποινή, έναντι αυτής που παραπεμπόταν. Στην συνέχεια, έκανε χρήση του ως άνω πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, δια της επικλήσεως στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας την 12.3.2002, της ακυρότητας του κατηγορητηρίου, λόγω της λανθασμένης παραπομπής σ' αυτό των άρθρων του ΠΚ". Ως λόγο της επιδιωκόμενης με την ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών προβάλλει ότι ανακύπτουν νέα στοιχεία επί των συνθηκών τελέσεως του άνω εγκλήματος πλαστογραφίας και δη, ότι σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσαγόμενη, ως μοναδικό νέο γεγονός, από 27-11-2007, μεταγενέστερη της καταδίκης, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ..., η νόθευση του από 3-11-1999 κατηγορητηρίου, ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτό δύο άρθρα του ΠΚ, από το ορθό 381 &1 - 382 &1 ΠΚ σε 388 &1 - 381&1 ΠΚ, για την οποία πράξη πλαστογραφίας καταδικάσθηκε, δεν έγινε δια χειρός αυτού του αιτούντος. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, όπως από αυτή προκύπτει, έγινε κατ' εντολή του καταδικασθέντος αιτούντος, επί φωτοαντιγράφου του νοθευμένου εν μέρει από 3-11-1999 πρωτοτύπου κατηγορητηρίου για πράξη διακεκριμένης φθοράς, που φέρει την υπογραφή της αρμοδίας Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας Αθηνάς Θεοδωροπούλου, ο δε πραγματογνώμονας, ενώ επισημαίνει επιφυλάξεις του (σελ. 7 και 8 εκθέσεως), ότι λόγω του ότι η έρευνά του έγινε σε φωτοαντίγραφο και όχι επί του πρωτοτύπου, οι δε περιορισμένης εκτάσεως διορθώσεις δύο αριθμών (1 σε 8 και 2 σε 1, στα άνω δύο άρθρα του ΠΚ) έχουν γίνει με τη μέθοδο της επαναχαράξεως, που μειώνει την ατομικότητα της γραφής και τα στοιχεία εντοπισμού του φορέα, δεν αφήνονται περιθώρια για την εξακρίβωση του γραφικού φορέα, μετά λεπτομερή γραφολογική διερεύνηση, καταλήγει τελικά στο πόρισμά του ότι "οι επίδικες διορθώσεις στα ψηφία των άρθρων που προϋπήρχαν καθώς και στη λέξη μάρτυρες (από το αρχικό - μάρτυρα), δεν προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί δια χειρός του Χ". Από την υπό ακύρωση με αριθμό 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο προχώρησε σε καταδίκη, του νυν αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, για πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση του από 3-11-1999 σε βάρος του εκδοθέντος κατηγορητηρίου για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, ως προς τα σημειούμενα σε αυτό άρθρα 388 και 381 του ΠΚ, αφού στηρίχθηκε, σύμφωνα με το αιτιολογικό του και τα πρακτικά, χωρίς να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, α) στις καταθέσεις δύο μαρτύρων κατηγορίας, που κατέθεσαν ότι είναι χονδροειδής προσπάθεια απομίμησης, το κατηγορητήριο νόθευσε και στο πρωτότυπο της Εισαγγελίας ο κατηγορούμενος, ο οποίος, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε και σχετική ένσταση ακυρότητας αυτού, β) στην κατάθεση ενός μάρτυρα υπερασπίσεως που κατέθεσεν ότι το κατηγορητήριο είναι διορθωμένο από λάθος, είτε από την Εισαγγελία είτε από τη γραμματεία της Εισαγγελίας, γ) στα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδία στο ίδιο το φέρον τη νόθευση κατηγορητήριο και αντίγραφο σχεδίου αυτού και δ) στην απολογία του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας τότε, ο οποίος και αρνήθηκε ότι έχει προβεί ο ίδιος στις διορθώσεις των ανωτέρω δύο άρθρων του κατηγορητηρίου. Όμως, από την άνω επικαλούμενη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αποτελούσα νέο άγνωστο στοιχείο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από μόνη της ή σε συνδυασμό με εκείνα τα ως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές στο δικάσαν την πλαστογραφία με χρήση Δικαστήριο, δε γίνεται φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών δεν είναι αυτός που νόθευσε το παραπάνω κατηγορητήριο, (την ακυρότητα του οποίου και επικαλέσθηκε στο δικάζον την εναντίον του κατηγορία της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, λόγω αλλοιώσεως του προβλέποντος αυτήν άρθρου 382 παρ. 1 του ΠΚ, σε 381 παρ.1 ΠΚ, που προβλέπει την απλή φθορά, τιμωρούμενη με ηπιώτερη ποινή), και ότι είναι αθώος και καταδικάστηκε επομένως άδικα για το άνω έγκλημα το οποίο πραγματικά δεν τέλεσε, όπως ισχυρίζεται. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο, που επίσης δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η δε απαλλαγή του αιτούντος από την άνω αρχική κατηγορία της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, με την προγενέστερη 1723/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ουδόλως επηρεάζει τη μεταγενέστερη καταδίκη αυτού για την άνω πλαστογραφία του κατηγορητηρίου, (του οποίου πλαστού εγγράφου και έκανε ο ίδιος χρήση στο εν λόγω Δικαστήριο της Χαλκίδος στις 12-3-2002, για να πετύχει με ένσταση που υπέβαλε την ακύρωσή του). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 40/2007 αποφάσεως του στη Χαλκίδα συνεδριάσαντος Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2010.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ