Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 519 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης κατά απόρριψη της έφεσης κατά ερήμην απόφασης ως απαράδεκτη. Λόγοι της έφεσης: 1) Δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής, και 2) Λόγος ανωτέρας βίας για εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης. Ορισμένο των λόγων αυτών αλλιώς απόρριψή τους ως απαράδεκτων. Ποια περιστατικά πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ο εκκαλών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω της ορθής απόρριψης αμφοτέρων των λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Αριθμός 519/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασιλείου Νεράντζη, για αναίρεση της 1776/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 875/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων η έλλειψη αιτιολογίας της και η υπέρβαση εξουσίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. 6 και 7/1994 και 4/1995, ΑΠ 284/2009). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας της εφέσεως. Πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να διαλαμβάνει στην έκθεση, εφέσεως συγκεκριμένα περιστατικά και να επικαλείται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1173/2008). Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή και αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1776/27-2-2009 απόφαση του Τριμελούς εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντα στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 6939/2008 και από 29-8-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 69401/20-10-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε ποινή φυλάκισης δώδεκα
(12)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική ως άνω αναφερομένη έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενης στην ως κάτοικος ..., οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά ότι "ουδέποτε μέχρι σήμερα (29-8-08), που το πληροφορήθηκα τυχαίως, έλαβα γνώση τόσο της ποινικής δίωξης εναντίον μου και της ημερομηνίας δικασίμου, όσο και της καταδικαστικής ερήμην μου αποφάσεως, καθότι όλα τα έγγραφα της δικογραφίας μου επιδόθηκαν στην οδό ... στου ..., αν και είχα γνωστή διεύθυνση στην οδό ... στο Δήμο ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και παράλληλα επικαλέσθηκε λόγο ανώτερης βίας για τον οποίο απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, περιοριζόμενος όμως στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση (...) ήταν γνωστή, χωρίς να προσδιορίζει αν αυτή ήταν γνωστή στη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που είχε εκδώσει τα όλα τα προοριζόμενα για επίδοση σ' αυτόν έγγραφα ή είχε παραγγείλει την επίδοση τους, για να έχει υποχρέωση αυτή να επιδοθούν τα έγγραφα αυτά στην τελευταία ως άνω κατοικία του. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πιστή μεταφορά όσων αφορούν το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "στην προκείμενη περίπτωση, εναντίον της κατηγορουμένης (εννοείται του κατηγορουμένου) ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη, η οποία φέρεται με το κατηγορητήριο, ότι έλαβε χώρα στις 8 Ιουνίου 2000 σε βάρος τής μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΟΤ Ε. Ι. Λαϊνόπουλος Α.Ε.". Επρόκειτο για ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes καινούργιο τύπου Ε 200, το οποίο πωλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 30-5-1997· Για την πώληση δε αυτή συντάχθηκε το με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι διέλαβαν τους ειδικότερους όρους, μεταξύ των οποίων και ότι η ως άνω πωλήτρια εταιρεία διετήρησε την κυριότητα τού πωληθέντος αυτοκινήτου. Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος αγοραστής δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... στην περιοχή .... Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις και η πωλήτρια εταιρεία άσκησε αγωγή αποβολής από τη νομή της, επί τής οποίας εκδόθηκε αντιμωλία η υπ' αριθ. 450/2000 οριστική απόφαση τού Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε την αφαίρεση τού πράγματος από τον κατηγορούμενο. Η απόφαση δε αυτή επιδόθηκε στην παραπάνω διεύθυνση τού κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5563/8-6.2000 σχετική έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Επιπλέον, η μηνύτρια εταιρεία κατέθεσε και την από 20.4.2001 μήνυση εναντίον τού κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας του η προαναφερομένη. Προανακριτική δε απολογία τού κατηγορουμένου δεν ελήφθη και στις 22.5.2003 μετέβη στην ως άνω διεύθυνση ο δικαστικός επιμελητής τής Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., ο οποίος ανεζήτησε τον κατηγορούμενο, αλλ' αυτός δεν βρέθηκε, διότι ήδη είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση, όπως δήλωσε ο διαχειριστής. Επίσης, δεν βρέθηκε εκεί κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ (βλ. την από 13.5.2003 βεβαίωση του ως άνω οργάνου). Έτσι, η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο τού Δήμου ... .... Καταδικάσθηκε δε αυτός απών, ως άγνωστης διαμονής, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με την υπ' αριθ. 69401/2003 απόφαση τού Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στις 20.5.2005 μετέβη στην ως άνω διεύθυνση η αστυφύλακας ... τού Α.Τ. ..., η οποία με τη σειρά της ανεζήτησε τον κατηγορούμενο, αλλ' αυτός δεν βρέθηκε, διότι ήδη είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Επίσης, δεν βρέθηκε εκεί κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ (βλ. το με την ίδια ημεροχρονολογία αποδεικτικό επιδόσεως). Έτσι, η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο τού Δήμου ... .... Κατά τής αποφάσεως δε αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε το ένδικο μέσο τής εφέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 6939/29·8.2θθ8 έκθεση, στην οποία επιβεβαιώνει τη μετοίκησή του διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "...Διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τής υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και για όσους θα εκθέσει κατά την ημέρα συζητήσεως τής υποθέσεως, δήλωσε δε, ότι την παρούσα ασκεί εκπροθέσμως, διότι ουδέποτε μέχρι σήμερα, που το πληροφορήθηκα τυχαίως, έλαβα γνώση τόσο τής ποινικής δίωξης εναντίον μου και τής ημερομηνίας δικασίμου, όσο και τής καταδικαστικής ερήμην μου αποφάσεως, καθότι όλα τα έγγραφα τής δικογραφίας μου επιδόθηκαν στην οδό ... στου ..., αν και είχα γνωστή διεύθυνση στην οδό ... στο Δήμο ... ...". Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο, στην έκθεση διαλαμβάνονται δύο λόγοι και συγκεκριμένα αυτός, με τον οποίο παραπονείται για την ενοχή και ο δεύτερος, ο οποίος αναφέρεται στην άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ακυρότητα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ανεξάρτητα από αυτά, η επίδοση έλαβε χώρα εγκύρως ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Στην έκθεση δε της εφέσεως δεν περιέχεται λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας τής οποίας ο κατηγορούμενος και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο τής εφέσεως εκθέτοντας προς τούτο τα αναγκαία εκείνα πραγματικά περιστατικά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αρκεί το γεγονός, ότι δεν είχε λάβει γνώση της αποφάσεως. Απλώς αυτός μάχεται κατά τού κύρους της επιδόσεως, που, όμως, δεν αποτελεί επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Οι κατά την επ' ακροατηρίω δε συμπληρώσεις τής εκθέσεως εφέσεως είναι ανεπίτρεπτες, ούτε παραβιάζεται το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Τέλος, δεν προκύπτει, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ τού εκκαλούντος κατηγορουμένου, ο οποίος από δική του παράλειψη στερήθηκε τού δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως της παραπάνω διατάξεως τού αρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο έφεση ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (στην οδό ...) και περιορίσθηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση (...) και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον περί ανωτέρας βίας λόγο της εφέσεως, αφού αυτός ήταν αόριστος λόγω της μη αναφοράς συγκεκριμένων περιστατικών εξαιτίας των οποίων ο αναιρεσείων παρεμποδίσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ... και της τοιχοκόλλησής της στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του εν λόγω δήμου (20-5-2005) σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ. 2 του ΚΠΔ, έως την ημέρα της άσκησης της απορριφθείσης εφέσεως του (29-8-2008) να ασκήσει την έφεση αυτή, ούτε δε επικαλέσθηκε με το εφετήριο κάποια αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτή προκύπτουν, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς "το πληροφορήθηκα τυχαίως" για τη στοιχειοθέτηση σαφούς και ορισμένου λόγου περί ανωτέρας βίας, εκ περισσού δε το Δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία απορριπτική του ως άνω λόγου εφέσεως, χωρίς να έχει υπερβεί την εξουσία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' (εκ παραδρομής στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ως ΣΤ) ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1776/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ