← Ελλάδα

ΑΠ 520/2010 — Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 520 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: N. 3251/

  1. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είτε για να ασκηθεί ποινική δίωξη είτε για να εκτελεστεί απόφαση. Περιεχόμενο για το τυπικό κύρος του. Προϋπόθεση για την εκτέλεση του. Πότε η δικαστική αρχή αρνείται την εκτέλεση του. Η παραγραφή της διαλαμβανομένης στο ένταλμα αξιόποινης πράξεως κρίνεται μόνο κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα και στα πλαίσια του άρθρου 12 στοιχ. 8΄ του νόμου αυτού, ήτοι όταν υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει κατ' ουσία. Αριθμός 520/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 και 12 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, κατοίκου ... και προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα κατά της υπ'αριθμ. 10/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό ΙΙΙ ΚΟΡ116/06 από 15/11/2006 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λεγκνίτσα (Legnica) - Γ' Ποινικό Τμήμα - της Πολωνίας εις βάρος του ως άνω εκκαλούντος - εκζητούμενου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 10/2010 και ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Ευγενίας Καλλιντέρη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/
  2. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ" προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από δε τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου. Συνεπώς, η υπ' αριθ. 10/19-1-2010 έφεση του εκζητουμένου από τις Αρχές της Χ κατά της 10/19-1-2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του αναφερομένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκήθηκε νομοτύπως ενώπιον του Γραμματέα του άνω Συμβουλίου και εμπροθέσμως. Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση η διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλους Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνιακής και τηλεομοιοτυπικής σύνθεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται από την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Προϋπόθεση δε της εκτέλεσης του εντάλματος τούτου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση ποινικής δίωξης η αξιόποινη πράξη για την οποία τούτο εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του Κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα τούτο εκτελείται υπό την επιφύλαξη, περαιτέρω, των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου. Ειδικότερα κατά το άρθρο 11 του άνω νόμου, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α)... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου, την εξέταση του άνω εκζητουμένου ενώπιον του άνω Συμβουλίου και του παρόντος Δικαστηρίου και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα και τα υπομνήματά του, απεδείχθησαν τα ακόλουθα γεγονότα: Δια της ... Αγγελίας Διεθνών Αναζητήσεων της Ιντερπόλ Πολωνίας, που και αυτή επέχει θέση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αφορά αίτηση των δικαστικών Αρχών της Πολωνίας, ζητείται να αποφασισθεί η εκτέλεση του με αριθ. δικογραφίας iii Kop/116/06 από 15-11-2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο - Γ' Ποινικό Τμήμα της Λεγκνίτσας (Legnica) Πολωνίας σε βάρος του εκκαλούντος, πολωνού υπηκόου Χ, που γεννήθηκε στο ...ς στις 4-10-1969 με βάση την από 11-9-2006 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λούμπιν Πολωνίας (αριθ. δικογραφίας ΙΙ Κp 656/06 περί προσωρινής κρατήσεώς του για διάστημα δεκατεσσάρων ημερών από τη σύλληψή του καθώς και την από 27-9-2006 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λούμπιν Πολωνίας (αριθ. δικογραφίας 2 Ds 1379/1999) προκειμένου ο ανωτέρω που κατοικεί από ετών στην ..., να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον της πολωνικής δικαστικής αρχής, που εξέδωσε το άνω ένταλμα για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεώς του ..., που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας. Το ένταλμα τούτο, το οποίο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα οριζόμενα στην άνω παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2351/2004 στοιχεία ήτοι την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, το όνομα, τη διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία των αποφάσεων στις οποίες βασίσθηκε η έκδοσή του, την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για την κατ' αυτού δια τούτο άσκηση της ποινικής δίωξης, περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος, ο τόπος τέλεσης και η μορφή συμμετοχής (ως φυσικού αυτουργού) του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη ως και τις νομικές διατάξεις, που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη αυτή (παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως). Έτσι το ένταλμα τούτο πληροί τα στοιχεία της τυπικής εγκυρότητας κατά το ν. 3251/
  3. Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο και ήδη εκκαλούντα, αφού ο ίδιος δέχεται ότι είναι εκείνος που τον αφορά το ένταλμα τούτο και δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται για την έκδοσή του στις Πολωνικές δικαστικές αρχές, η πράξη αυτή στο ένταλμα αυτό προσδιορίζεται ως ακολούθως: Ο Χ είναι ύποπτος για το ότι: 1) στην περίοδο από τον Οκτώβριο του 1997 έτους μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000 έτους στο ... της περιοχής ..., υποχρεούμενος βάσει του νόμου και της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπιν (αριθμ. δικογραφίας ΙΙΙ RC 962/96 από τις 13 Δεκεμβρίου του 1996 έτους) την καταβολή δόσεων διατροφής συνολικού ποσού των 180 ζλότι μηνιαίως για λογαριασμό των ανηλίκων υιού του ... και θυγατέρας του ... επίμονα αποφεύγει από αυτή την υποχρέωση εκθέτοντας τα παιδιά του στην αδυναμία ικανοποίησής τους στις βασικές βιοτικές ανάγκες. Προηγούμενα ήταν καταδικασμένος με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπιν (αρ. Δικογραφίας ΙΙ Κ 553/90 από 31-10-1992) για έγκλημα από το άρθρο 186 παράγραφος 1 του Παλαιού Ποινικού Κώδικα σε ποινή ενός

(1)έτους και έξι
(6)μήνες στέρησης ελευθερίας την οποία εξέτισε στην περίοδο από τις 10 Φεβρουαρίου του 1992 έτους μέχρι τις 20 Νοεμβρίου του 1992 έτους, 2) Στην περίοδο από τον Ιούλιο του 2000 έτους μέχρι τον Ιούνιο του 2006 έτους στο ... υποχρεούμενος βάσει του νόμου και της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπλιν (αριθ. δικογραφίας ΙΙΙ RC 962/96 από τις 13 Δεκεμβρίου του 1996 έτους) να πληρώνει τις δόσεις διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων υιού του ... και θυγατέρας του ..., συνολικού ποσού των 180 ζλότι μηνιαίως και μετά αυξημένου ποσού με τις επόμενες αποφάσεις, επίμονα αποφεύγει από αυτή την υποχρέωση εκθέτοντας τα αναφερόμενα παιδιά του στην αδυναμία ικανοποίησής τους τις βασικές βιοτικές ανάγκες". Κατά τα αναφερόμενα στο ένταλμα τούτο η άνω υπ' αριθ. 1 αξιόποινη πράξη της παραβίασης υποχρεώσεως για καταβολή διατροφής προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας με ποινή στερητική της ελευθερίας μέχρι τριών
(3)ετών, ενώ η άνω υπ' αριθ. 2 αξιόποινη πράξη της παραβίασης ομοίως της υποχρέωσης για καταβολή της διατροφής προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας με ποινή στερητική της ελευθερίας μέχρι δύο
(2)ετών. Οι πράξεις αυτές δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004, για τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος χωρίς τον διττό έλεγχο του αξιοποίνου. Αντιθέτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ. 1α του νόμου αυτού ανακύπτει η ανάγκη του διττού ελέγχου του αξιοποίνου κατά το δίκαιο των δύο χωρών (Πολωνίας - Ελλάδος). Ειδικότερα κατά το άρθρο 209 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα της Πολωνίας "όποιος επίμονα αρνείται την επιβάρυνση σε αυτόν βάσει του νόμου ή της δικαστικής απόφασης την υποχρέωση πρόνοιας μη πληρώνοντας για τη διατήρηση του πλησιέστερου ατόμου ή άλλου προσώπου και με αυτό διακινδυνεύει ανέφικτα την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τιμωρείται με χρηματική ποινή, ποινή περιορισμού της ελευθερίας ή ποινή στέρησης της ελευθερίας μέχρι δύο
(2)ετών. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του αντίστοιχου άρθρου 358 του Ελληνικού ποινικού κώδικα όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Έτσι, τα διαλαμβανόμενα στο άνω ευρωπαϊκό ένταλμα, συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά τον Ποινικό Κώδικα της Πολωνίας και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα και εντεύθεν συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ. 1α του ν. 3251/2004 προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του εντάλματος τούτου. Μάλιστα διαλαμβάνεται στα περιστατικά που περιγράφονται στο ένταλμα και η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουμπίν (αριθ. δικ. ΙΙΙ RC 962/96 της 13-12-1996) βάσει της οποίας οφείλεται από τον εκζητούμενο στα άνω ανήλικα τέκνα του η άνω διατροφή για αμφότερα τα χρονικά διαστήματα. Όθεν η περί του αντιθέτου προβαλλόμενη δια του υπομνήματος του εκκαλούντος αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω το δια της εφέσεως και των υπομνημάτων του υποβαλλόμενο αίτημα του εκκαλούντος περί εκτίσεως της ποινής των 14 ημερών ή μετατροπής αυτής ή τυχόν άλλης ποινής κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 περ. ε του άνω νόμου, επικαλούμενος ότι είναι από ετών κάτοικος Ελλάδος γνωστής διαμονής και εργαζόμενος, είναι απορριπτέο ως στηριζόμενο επί αναληθούς προϋποθέσεως ότι δηλαδή η εκτέλεση του εντάλματος ζητείται προκειμένου να εκτελεστή ποινή με βάση καταδικαστική απόφαση ενώ, εν προκειμένω, ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος τούτου με σκοπό την άσκηση εις βάρος του ποινικής διώξεως για την άνω αξιόποινη πράξη που αποδίδεται εις αυτόν. Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι για την πράξη που διαλαμβάνεται στο ένταλμα έχει χωρήσει παραγραφή κατά τον πολωνικό ποινικό κώδικα ως και κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα και συνεπώς δεν πρέπει να αποφασισθεί η εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Περί του λόγου αυτού του εκκαλούντος, που προβάλλεται με το υπόμνημα του λεκτέα τα ακόλουθα. Η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ως Συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής οφείλει να εξαφανίσει το προσβαλλόμενο βούλευμα. Και ενώ κατά το άρθρο 10 του ν. 4165/1961, που κύρωσε την εν Παρισίοις από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, δεν παρέχεται έκδοσις εφόσον κατά την νομοθεσίαν του αιτούντος μέρους ή του παρ' ου ζητείται η έκδοσις έλαβε χώραν παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της επιβληθείσης ποινής ήτοι ότι η παραγραφή κρίνεται κατά τη νομοθεσία του ενός ή του ετέρου Μέρους (ΑΠ. 796/2000, ΑΠ 715/1974 ΠΧρΚΕ 102, ΑΠ 868/1979 ΠΧρ. Λ. 74), στην προκειμένη περίπτωση, που δεν έχει εφαρμογή η άνω Διεθνής Σύμβαση του 1957 αλλά ο νόμος 3251/2004, η παραγραφή της διαλαμβανόμενης στο ένταλμα αυτό αξιοποίνου πράξεως θέλει κριθεί μόνο κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα, και στα πλαίσια του άρθρου 12 στοιχ. δ' του νόμου αυτού. Ειδικότερα κατά το άρθρο αυτό η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α)... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εντάλματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών ποινικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Και ενώ το άρθρο 10 του νόμου αυτού επιβάλλει τον κανόνα της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπό τις αναφερόμενες σε αυτό τυπικές προϋποθέσεις υπό την επιφύλαξη και του άρθρου 11 του νόμου τούτου, το τελευταίο τούτο άρθρο αποτελεί το εξαιρετικό δίκαιο της απαγόρευσης εκτελέσεως του εντάλματος μόνο στις "ακόλουθες περιπτώσεις" στις οποίες διαλαμβάνεται η περ. δ' του άρθρου τούτου υπό το άνω περιεχόμενο. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, η παραγραφή της διαλαμβανόμενης στο ένταλμα αυτό αξιόποινης πράξεως της παραβίασης της προς διατροφή υποχρεώσεως των άνω ανηλίκων τέκνων του εκκαλούντος, κρίνεται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, μόνο όταν η αξιόποινη αυτή πράξη θα υπήγετο στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Η πράξη όμως αυτή, που φέρεται κατά το ένταλμα ότι τελέσθηκε από αλλοδαπό στην αλλοδαπή σε καμμία περίπτωση δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρ. 5, 6, 7 και 8 του ΠΚ με τα οποία ορίζονται τα τοπικά όρια ισχύος των ελληνικών ποινικών νόμων. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και συνακόλουθα δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου ΙΙ στοιχ. δ' του πιο πάνω νόμου περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού τούτου εντάλματος σύλληψης. Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω εντάλματος και δεν συντρέχει καμμία από τις περιπτώσεις απαγορεύσεως ή δυνατότητας απαγορεύσεως εκτελέσεως τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του νόμου τούτου. Όθεν το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού τούτου εντάλματος και οι περί του αντιθέτου όλοι οι λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν συνακολούθως και η έφεση στο σύνολό της ενώ ο τελευταίος λόγος της έφεσης περί κατάπτωσης της εγγυήσεως, που του επιβλήθηκε με την 1/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών είναι απαράδεκτος ως άνευ εννόμου συμφέροντος αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα διατάχθηκε η απόδοσή της στον καταθέσαντα. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον εκκαλούντα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει παρόντος του εκκαλούντος. Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει αυτήν κατ' ουσίαν. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.