Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 520 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου). Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδικήματα:
- Απάτη από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση.
- Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επαρκής η αιτιολογία. Ο εκδότης της επιταγής που καταθέτει ο κομιστής αυτής στην Τράπεζα ως ενέχυρο για τη χρηματοδότηση του ευθύνεται απέναντι στην Τράπεζα αν δεν πληρωθεί από τον κομιστή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 520/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Ν. του Ι. και 2) Π. Ν. συζ. Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2782/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1159/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές, είναι αυτοτελής και περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα από απόψεως μόνο ποινικής μεταχείρισης για το οποίο επιβάλλεται μόνο μία ποινή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποτάσεως του διαπρατουμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση, με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται, περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτήν. Αντίθετα τέτοια αιτιολογία απαιτείται στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη, εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ` έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2006, οι κατηγορούμενοι (σύζυγοι) οι οποίοι διατηρούσαν βιοτεχνία πλαστικών ειδών, με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια ΟΕ", ενεργώντας από κοινού, ζήτησαν από τον εγκαλούντα Ν. Τ., με τον οποίο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, να τους δώσει επιταγές, εκδόσεώς του, εις διαταγήν της άνω εταιρείας προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν ως πλαφόν στις Τράπεζες για τη χρηματοδότησή τους. Προς τούτο παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα και αυτοί είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι γι αυτό, κατά τη λήξη των επιταγών θα κατέβαλαν οι ίδιοι τα αντίστοιχα ποσά στο λογαριασμό του εγκαλούντα ή ότι θα τα κατέθεταν στην Τράπεζα όπου θα τις είχαν δώσει ως ενέχυρο και θα του επέστρεφαν τα σώματα των επιταγών. Έτσι έπεισαν τον εγκαλούντα να εκδώσει και να τους παραδώσει την υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 5500 Ευρώ, την υπ' αρ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας, ποσού 8500 Ευρώ, και την υπ' αρ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας ποσού 7.500 Ευρώ οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν και δεν καλύφθηκαν από τους κατηγορουμένους, αφού αυτοί και η άνω εταιρεία τους δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς τούτο όπως ψευδώς είχαν παραστήσει στον εγκαλούντα, πράγμα, βεβαίως που εγνώριζαν όταν προέβησαν στις άνω ψευδείς παραστάσεις. Εάν δε ο εγκαλών γνώριζε την αφερεγγυότητα των κατηγορουμένων και της άνω εταιρείας τους, δεν θα δεχόταν να εκδώσει και να τους παραδώσει τις άνω επιταγές, αφού θα αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσαν να τις καλύψουν. Τούτο έπραξαν οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν όφελος αντίστοιχο με τα ποσά των επιταγών (συνολικού ποσού 21.500 Ευρώ), με την προεξόφλησή τους, ενώ έβλαψαν αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντος ο οποίος αναγκάσθηκε να τις πληρώσει, υποστάς ζημία, ιδιαίτερα μεγάλη. Οι παραπάνω δε επί μέρους πράξεις των κατηγορουμένων συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τους μήνες Μάιο και Αύγουστο 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα και συγκεκριμένα στην υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία εκδόσεως 20-11-2006, ποσού 9230 Ευρώ, εκδοθείσα από την εταιρεία "PUBLIKOMM ΑΕ" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή και τα στοιχεία του εγκαλούντος επί της οπισθίας όψεως της επιταγής, εμφανιζομένου ως οπισθογράφου και στην υπ' αρ. ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 21-2-2007 ποσού 5448,36 Ευρώ εκδοθείσα από την εταιρεία ΤΟΥΙΤΙ ΓΚΕΙΜΣ ΕΠΕ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς αυτός να το γνωρίζει. Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να παραπλανήσουν, με τη χρήση των άνω επιταγών τις Τράπεζες ότι ο εγκαλών ήταν ο οπισθογράφος αυτών και να δημιουργήσουν ευθύνη του ... . Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση , κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στον ανωτέρω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο τελώντας, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών η δε ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, έπεισαν τον εγκαλούντα Ν. Τ. του Δ., να εκδώσει δικές του επιταγές σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια Ο.Ε. " και κατατίθενται σε λογαριασμό της εταιρείας και παριστώντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι αυτές στη λήξη τους είτε θα καταβάλλετο το ανωτέρω ποσό στο λογαριασμό του εγκαλούντος ούτως ώστε να καλύπτονται, είτε θα καταβάλλεται το αντίκρισμα τους στη Τράπεζα όπου θα τις κατέθεταν λόγω ενεχύρου και θα τις επέστρεφαν εις χείρας του εγκαλούντος, καθ' όσον τον διαβεβαίωσαν ότι οι επιταγές αυτές θα χρησιμοποιηθούν για να εμφανίσει η εταιρεία τους μεγάλο πλαφόν στις Τράπεζες και ότι εν τέλει θα εξοφλούντο από εκείνους που ήταν φερέγγυοι και η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα. Έτσι ο εγκαλών τους παρέδωσε την υπ' αρ.... επιταγή της ALPHA BANK ποσού 5500 €, την υπ' αρ. ... επιταγή της ΑLPHA BANK, ποσού 8500 € και την υπ' αρ. ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας ποσού 7500 €, πλην όμως οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, οι δε κατηγορούμενοι εγνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να καλύψουν τα ποσά κατά τη λήξη τους καίτοι τις είχαν προεξοφλήσει. Όλα τα ανωτέρω, τα οποία ήσαν εξ αρχής γνωστά στους κατηγορουμένους, ενώ αν τα εγνώριζε ο εγκαλών, δεν θα προέβαινε στην συμφωνία αυτή, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν οι κατηγορούμενοι το συνολικό ποσό των 21.500 € με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, ζημία που ήταν ιδιαίτερα μεγάλη κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές". 2) Στον ανωτέρω τόπο και κατά το επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό διάστημα που ανάγεται πάντως κατά μήνα Μάιο 2006 και Αύγουστο 2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, επί του υπ' αρ. ... με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2006 ποσού 9230 € επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς εκδοθείσας από την εταιρεία "PUBLICOMM Α.Ε.", έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή και τα στοιχεία του εγκαλούντος επί της οπισθίας όψεως αυτής εμφανίζοντας την ως οπισθογράφηση. Επίσης, επί της υπ' αρ. ... εκδοθείσας από την εταιρεία "ΤΟΥΙΤΙ ΓΚΕΙΜΣ Ε.Π.Ε" με ημερομηνία εκδόσεως 21/2/2007 συμπλήρωσαν κατ' απομίμηση στην οπισθογράφηση την υπογραφή του εγκαλούντος, προκειμένου να δημιουργηθεί δική του ευθύνη ως οπισθογράφου. Εν συνεχεία δε έκαναν χρήση των παραπάνω επιταγών θέτοντάς τες σε κυκλοφορία με σκοπό να παραπλανήσουν τις Τράπεζες σχετικά με το έχον έννομες συνέπειες γεγονός της νόμιμης έκδοσης και οπισθογράφησης αυτών." Δηλαδή τους κήρυξε ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης από κοινού κατ εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και β) πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως επέβαλλε στον καθένα για κάθε μία πράξη, ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και συνολική 26 μηνών εις έκαστο, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, α) σε σχέση με την παράσταση από κοινού ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους στον εγκαλούντα, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του 2006 ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, ότι η εταιρεία τους με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια Ο.Ε.", της οποίας σκοπός ήταν η εμπορία πλαστικών ειδών, ήταν κερδοφόρα και ότι οι ίδιοι, που ήταν ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια λόγω δε της τελευταίας, θα κατέβαλαν κατά τη λήξη των επιταγών που του ζήτησαν να εκδώσει εις διαταγή της εταιρείας τους, προκειμένου να τις ενεχυριάσουν στις Τράπεζες για να χρηματοδοτηθούν, τα αντίστοιχα ποσά στο Τραπεζικό λογαριασμό του ή θα τα κατέθεταν στη Τράπεζα και θα του παρέδιδαν τα σώματα των επιταγών, ενώ γνώριζαν κατά το χρόνο των ψευδών παραστάσεων, ότι δεν είχαν τόσο οι ίδιοι ατομικά όσο και η εταιρεία τους την οικονομική δυνατότητα να καταθέσουν κατά το χρόνο λήξης των επιταγών αυτών, το αντίστοιχο ποσό κάθε μίας στο λογαριασμό του εγκαλούντα ή να καταθέσουν τα χρηματικά ποσά για τα οποία τις ενεχυρίασαν στις Τράπεζες και να του παραδώσουν τα σώματα των επιταγών. β) σε σχέση με την παραπλάνηση του εγκαλούντος να προβεί σε επιζήμια για την περιουσία του βλάβη, με την παραδοχή ότι συνεπεία των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, αυτός πείσθηκε και εξέδωσε εις διαταγή της εταιρείας των αναιρεσειόντων τις ανωτέρω επιταγές, συνολικού ποσού 21500 €, τις οποίες δε θα δεχόταν να εκδώσει, ούτε να τις παραδώσει, αν δεν είχε πεισθεί για τη φερεγγυότητα των ιδίων και την κερδοφορία της εταιρείας τους, συνεπεία των ψευδών παραστάσεων τους. γ) σε σχέση με τον σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη ξένης περιουσίας, με την παραδοχή ότι, σκοπός της παραπάνω παράνομης εξακολουθητικής συμπεριφοράς τους ήταν να αποκομίσουν όφελος με την προεξόφληση των ανωτέρω τριών επιταγών στις Τράπεζες, ποσού 21.500 €, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος ο οποίος αναγκάσθηκε κατά τη λήξη τους, να τις εξοφλήσει και να υποστεί η περιουσία του ζημία, συνολικού ποσού 21.500 €, η οποία κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Επίσης, αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, με τις παραδοχές ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ενεργούντες με κοινό δόλο, έθεσαν στις διαλαμβανόμενες δύο επιταγές και μάλιστα στη θέση του οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς αυτός να το γνωρίζει με το σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους τις Τράπεζες, στις οποίες τις έθεσαν σε κυκλοφορία, ότι ο εγκαλών ήταν οπισθογράφος αυτών και να δημιουργήσουν ευθύνη του προς πληρωμή τους. Περαιτέρω, οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους. Η υπό στοιχ. α' και γ', με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ήταν ψευδή τα γεγονότα ότι η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα, ότι οι ίδιοι ήταν φερέγγυοι, και είχαν οικονομική επιφάνεια, αφού η εταιρεία τους διαθέτει εξοπλισμό 200000 € και οι ίδιοι είναι κύριοι ακίνητης περιουσίας, γιατί οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, αφού υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με τα ψευδή γεγονότα, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ότι παρέστησαν στον εγκαλούντα, πλήττεται η αναιρετική περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση αυτού. Η υπό στοιχ, β' αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για την καταδικαστική του κρίση, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν συνεκτίμησε τα υπ' αρ. 16 και 20 αναγνωστέα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι από τις 3 ενεχυριασθείσες επιταγές, ο εγκαλών παρέλαβε τα σώματα των δύο εξ αυτών, μετά από την πληρωμή των ποσών για τα οποία είχαν δοθεί στην Τράπεζα ως ενέχυρο, από τους αναιρεσείοντες- κατηγορουμένους και το ποσό που αντιστοιχούσε στην τρίτη ενεχυριασθείσα επιταγή το κατέθεσαν στο Τραπεζικό λογαριασμό του εγκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, πλήττεται και πάλι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επιπροσθέτως όμως, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, εκτίθεται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα από α) 11-1-2007 και 22-1-2007 δελτία κατάθεσης της EUROBANK, από τα οποία προκύπτει, ότι ο εγκαλών εξόφλησε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές ποσού 7500 € και 8500 € και β) η από 17-1-2007 κατάθεση μετρητών της Τράπεζας ASPIS BANK, από την οποία προκύπτει ότι ο εγκαλών κατέθεσε για την υπ' αρ. ... επιταγή το ποσό των 5.276 €. Η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων, περαιτέρω, εφόσον δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας με την επίκληση του άρθρου 406 Α' ΠΚ, μόνο για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής, συνεκτιμήθηκε. Η υπό στοιχείο Δ' αιτίαση των αναιρεσειόντων, με την οποία προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, χωρίς αναφορά των συνθηκών, του χρόνου, του τόπου τελέσεώς της, των αποδεικτικών μέσων και τον σύνδεσμο των αποδεικτικών μέσων με το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε, στηρίζεται επί αναληθών προϋποθέσεων. Τούτο διότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται ο χρόνος και ο τόπος της εξακολουθητικής πράξεως, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, (Αθήνα, χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 έως Αύγουστο 2006), υπό την μορφή της νόθευσης εγγράφου (απομίμηση υπογραφής του εγκαλούντος στη θέση του οπισθογράφου των δύο επίμαχων επιταγών) και αναφέρονται λεπτομερώς, όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση και για το αδίκημα αυτό, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ειδικότερα αποδεικτικό μέσο, οδηγήθηκε για κάθε μία παραδοχή του. Τέλος, η με στοιχ. Ε' αιτίαση, με την οποία προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποτελεί σχεδόν πλήρη αντιγραφή της πρωτόδικης απόφασης τόσο κατά το σκεπτικό όσο και κατά το διατακτικό της, σε σημείο που να στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη. Τούτο διότι, ως προαναφέρθηκε, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και από την επισκόπηση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου παραθέτει δικές της σκέψεις και παραδοχές. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ο καθένας χωριστά στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αρ. πρωτ.6784 από 15-10-2012 αίτηση, των Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ... και της Π. συζ. Ν. Ν., κατοίκου ομοίως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 2782/2012 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα αναιρεσείοντα στο ποσό των διακοσίων πενήντα
(250)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ