← Ελλάδα

ΑΠ 526/2010 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 526 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΟλΑΠ 6/1994, ΑΠ 359/2010, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89,90,91,94/2008, ΑΠ 999/2006). Έλλειψη αιτιολογίας ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Έννοια. Πότε παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού διατακτικού (ΑΠ 359/2010, ΑΠ 2040/2009, ΑΠ 250/2009). Μη αναφορά στην απόφαση του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως ούτε όλων των αποδεικτικών μέσων και δη της καταθέσεως του μάρτυρα. Έλλειψη αιτιολογίας Αναιρεί και παραπέμπει, προκειμένου το Εφετείο να ΠΟΠΔ. Αριθμός 526/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, και, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 49047/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1528/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠ Ολ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, ορισμένως, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την ανάκριση, αλλά και κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, με την κατωτέρω διάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα όσα είναι αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. ... έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε

(15)μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως και χρηματική ποινή 450.000 δραχμών, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Από την σχετική υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρόβαλε με αυτήν ότι διέμενε μονίμως στην Άρτα στην ανωτέρω διεύθυνση και συνεπώς δεν τύγχανε αγνώστου διαμονής και δεν έλαβε γνώση της ακύρως, εκ του λόγου αυτού, επιδοθείσης, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, ερήμην της εκδοθείσης πρωτόδικης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να μη αρχίσει η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως και η έφεσή της να τυγχάνει εμπρόθεσμη. Πρόβαλε συνεπώς ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, διότι έκρινε ότι η εκκαλουμένη νομίμως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Ειδικότερα, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση αυτή, αμέσως μετά το πέρας της νομικής σκέψης, αναφέρει στην απόφασή του την εξής αιτιολογία: "...το εντός [.....] τμήμα του σκεπτικού από το τέλος της σελ. 3 α έως και το τέλος της σελ. 3 β...". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτουμένη στην συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να περιέχει, κατά τα ανωτέρω η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που παραδεκτά επισκοπούνται, από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, δεν αναφέρεται ο μάρτυρας, που γνωστοποίησε η εκκαλούσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί γνωστής διαμονής της στην ανωτέρω διεύθυνση και ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε μετά των εγγράφων που αναφέρει, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος συντρόφου της αναιρεσείουσας και πατρός του τέκνου τους, αφού δεν κάνει μνεία στο σκεπτικό της καταθέσεως αυτής, ούτε την αξιολογεί για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση. Περαιτέρω η προσβαλλομένη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν αναφέρει, όπως υποχρεούταν, κατά τα ανωτέρω, την ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, αλλά περιορίσθηκε να παραθέσει το αποδεικτικό και τον χρόνο επιδόσεως στην εκκαλούσα της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως και το χρόνο εκδόσεως αυτής. Κατ ακολουθία τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τυγχάνει βάσιμος. ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 εδ. β' και 511 γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ (ΑΠΟλ 7/2005). Όταν όμως, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η απόφαση που αναιρείται απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, τότε ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, παρότι παρήλθε 8ετία από την τέλεση της πράξεως, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο, προκειμένου, αν κρίνει την έφεση, ως εμπρόθεσμη και παραδεκτώς ασκηθείσα, οπότε η πρωτόδικη απόφαση δεν κατέστη αμετάκλητη και μπορεί να συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον συμπληρώθηκε ο ανωτέρω χρόνος της παραγραφής και το αξιόποινο εξαλείφθηκε (ΑΠΟλ3/1996, ΑΠ 1263/2009). Κατ ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως λέχθηκε, πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 49047/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.