Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 533 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Δυσφήμηση απλη. Περίληψη: Συκοφαντική δυσφήμιση. Μεταβολή κατηγορίας σε απλή δυσφήμιση. Περιστατικά θεμελίωσης των εγκλημάτων αυτών. Πότε εφαρμόζονται τα άρθρα 366 § 2 και 367 §§ 1 - 2 ΠΚ. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Απόρριψη των ως άνω λόγων ως αβασίμων και τις αίτησης αναίρεσης. Αριθμός 533/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της 8609/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως και στο από 14.1.2010 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 318/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α του ιδίου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό της επιμελήτριας δικαστηρίων - Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., ο πολιτικός ενάγων Ψ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίστηκε και παρέστη νόμιμα η αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Η κρινόμενη από 9.2.2009 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8609/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξεταστούν και οι από οι 14.1.2010 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση εκδόθηκε μετά παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε με την υπ' αριθ. 1657/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου μετά από μερική αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθ. 6388/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε γι' αυτό αμφιβολίες, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, η οποία είναι δυνατόν να διαπραχθεί και όταν δεν κατονομάζεται το πρόσωπο που δυσφημήσθηκε, σαφώς όμως τούτο, καθ' οιονδήποτε τρόπο, υποδηλώνεται ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, "φωτογραφίζεται, από το σύνολο του περιεχομένου προφορικού ή γραπτού λόγου. Περαιτέρω, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 του Π.Κ. ή για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8609/2008 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωροβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης και την απολογία της κατηγορουμένης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Κατόπιν της από 12-3-2001 αναφοράς που απηύθυνε προς τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων, ..., ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων Ψ1, ο οποίος είναι εργολάβος κηδειών και διατηρεί γραφείο τελετών στην οδό... κοντά στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης, Χ1, διευθύντριας τότε του Α' και Β' Νεκροταφείου Αθηνών, για τις πράξεις της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία και της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες αυτή αθωώθηκε αμετάκλητα με την 8968/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά από έφεση της κατά της 45732/2005 απόφασης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που την είχε καταδικάσει για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας. Για τη διοικητική διερεύνηση της αναφοράς του εγκαλούντος διενεργήθηκε ΕΔΕ, που κατέληξε στο πόρισμα ότι υπάρχουν αμφιβολίες για τον καταγγελλόμενο χρηματισμό της κατηγορουμένης και ότι δεν έπρεπε να επιβληθεί διοικητική ποινή σε βάρος της. Στο πλαίσιο της εν λόγω ΕΔΕ η κατηγορουμένη, αφού κλήθηκε να απαντήσει στα καταγγελλόμενα σε βάρος της, υπέβαλε προς τον δήμαρχο Αθηναίων μέσω της Δνσης Προσωπικού το από 2-4-2001 έγγραφο (αρ. πρωτ. ...), το περιεχόμενο του οποίου αναγράφεται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης. Με το έγγραφο αυτό η κατηγορουμένη, χωρίς να απαντά στην ουσία της καταγγελίας, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα αναληθή πραγματικά γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη αυτού" συνοδευόμενα και από αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς που επιτείνουν τη βαρύτητα των δυσφημηστικών ισχυρισμών. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη, υπό μορφή προσχηματικών ερωτημάτων και με καταφανή αποδοχή από μέρους της του μειωτικού για τον εγκαλούντα περιεχομένου τους, διέλαβε στο από 2-4-2001 έγγραφο της τις εξής περικοπές: "...Ποιος είναι ο αξιότιμος Ψ1, ο οποίος μάλιστα δηλώνει ηρωικά πως ανθίσταται στην εκβιαστική μου μανία, γι' αυτό και δεν εξυπηρετείται, σε αντίθεση με τους άλλους συναδέλφους του εργολάβους Τελετών, οι οποίοι μου καταβάλλουν σημαντικά ποσά για να εξασφαλίσουν καλό τάφο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.