Ε' δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου του Χ2 για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6, και 9 του ΠΔ 70/1990, είναι απορριπτέος και αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο κατ'
Δ' συναφής λόγος αναίρεσης του Ιδίου αναιρετηρίου, για απόρριψη χωρίς καμία αιτιολογία του ισχυρισμού του ότι "δεν είχε υποχρέωση να υποδείξει ο αναιρεσείων την διακοπή των εργασιών πριν από την τοποθέτηση του τμήματος μήκους 1,5 μ ρελιού που έλειπε διότι δεν διεξάγονταν εργασίες κατά τον χρόνο επισήμανσης απ' αυτόν της έλλειψης αυτής", αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Δεν υπάρχει καμμιά αντίφαση μεταξύ της παραπάνω παραδοχής του σκεπτικού ότι ήταν αδύνατη η χρήση της ζώνης ασφαλείας εκ μέρους του θανόντος και του στο διατακτικό, διαλαμβανομένου, ότι "επιπλέον δε ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1 και Ας επέτρεπαν στους εργαζόμενους του συνεργείου προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της εργασίας τους να μη τηρούν τα υποδειχθέντα από τον κατηγορούμενο Χ2 μέτρα ασφαλείας και να μη χρησιμοποιούν τα ατομικά μέτρα προστασίας (κράνη, ζώνες ασφαλείας)". Και τούτο καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα στο διατακτικό με βεβαιότητα συνάγεται ότι δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αποκλειστικά αποτυπώνονται στο σκεπτικό της, το οποίο, ειρήσθω, δεν παραπέμπει σε κανένα σημείο του στο διατακτικό, αλλά από προφανή παραδρομή δεν απαλείφθηκε το περιεχόμενο από αυτό του κατηγορητηρίου, παρά την παραδεκτή μεταβολή τόσο από το πρωτόδικο όσο και από το κατ' έφεση δικαστήριο της αποδιδομένης σε καθένα από τους κατηγορουμένους αμελή συμπεριφορά όπως αυτό προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι ενώ είχε αθωωθεί πρωτόδικα ο κατηγορούμενος Α φέρεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης να κηρύσσεται ένοχος για την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του, όπως ακριβώς η αμέλεια αυτού και του συγκατηγορουμένου του Χ1 εκτίθεται στο κατηγορητήριο. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Ε', πρώτος λόγος του από 19-10-2007 αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του και ο τελευταίος λόγος του από 21-10-2007 αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπό την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως αβάσιμος δε είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ίδιος λόγος του από 19/10/2007 αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 64 παρ. 5 του ΠΔ 70/1990 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε Ναυπηγεία Εργασίες" με την ειδικότερη αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις το εφετείο δέχθηκε ότι δεν προκλήθηκε θανάσιμος τραυματισμός του θύματος από τη μη χρήση απ' αυτόν της ζώνης ασφαλείας, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του, προκύπτουσα από τις παραπάνω διατάξεις του ως άνω Π. Δ/τος, άλλως ότι διακόπηκε από την παράλειψη της χρήσης αυτής ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπήρχε μεταξύ της ως άνω παράλειψης του αναιρεσείοντα και του επελθόντος αποτελέσματος. Και τούτο καθόσον σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας το τυχόν πταίσμα του θανόντος ή τρίτου δεν αναιρεί την αμέλεια του δράστη, η οποία κρίνεται αυτοτελώς και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, αφού αν η μεταλλική ράβδος τοποθετείτο στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας δεν θα επήρχετο η πτώση του θανόντος, έστω και αν ο τελευταίος δεν είχε χρησιμοποιήσει τη ζώνη ασφαλείας. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' συναφής λόγος αναίρεσης, των από 28/3/2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων του Χ1 με τον οποίο κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ίδιων παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την ειδικότερη αιτίαση, ότι έπρεπε να κηρυχθεί αυτός αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης εκ του λόγου ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης το θανατηφόρο αποτέλεσμα οφείλετο στο ότι ο συγκατηγορούμενός του Χ2 με την ιδιότητα του ως τεχνικού συμβούλου δεν του εισηγήθηκε την διακοπή των εργασιών του συνεργείου του. ΙΙΙ.- Κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του άρθρου 333 του δευτέρου κεφαλαίου του ΚΠΔ που αφορά τα καθήκοντα και δικαιώματα εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, αλλά και κατά την παράγραφο 3 του πέμπτου κεφαλαίου του ιδίου Κώδικα που αφορά το τι ακολουθεί την αποδεικτική διαδικασία ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να αμελούν πάντοτε τελευταίοι. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση της 25-6-2007, αφού επανήλθε στο ακροατήριό του το Εφετείο με την ίδια σύνθεση μετά από διακοπή της δίκης κατά την 18/6/2007, η οποία βρισκόταν στο στάδιο εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ2, υπέβαλαν προφορικά και κατέθεσαν γραπτά το εξής αίτημά του, "να διαταχθεί συνεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, με την επόμενη υπόθεση με κατηγορουμένους του ..., να προβεί στο στάδιο αυτό στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας της επομένης υπόθεσης, στην ανάγνωση των εγγράφων, ακολούθως στην εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως όλων των κατηγορουμένων και στις δύο υποθέσεις, μετά να απολογηθούν οι κατηγορούμενοι, να προτείνει συνολικώς για όλους τους κατηγορουμένους ο κ. Εισαγγελέας, να αγορεύσουν οι κ. Συνήγοροι πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης και τέλος να αποφασίσει το Δικαστήριο και επί των δύο συναφών υποθέσεων". Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος συνεκδίκασης, και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' απαντήσει επί του ως άνω αιτήματος, κατά την διάρκεια δε της εκδίκασης της υπόθεσης, μετά την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης απέρριψε το εν λόγω αίτημα με την αιτιολογία ότι "δεν είναι αναγκαία η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων, η οποία μάλλον θα προκαλέσει σύγχυση και βλάβη εν όψει του ότι καθένας από τους κατηγορουμένους ευθύνεται για διαφορετικό λόγο, παρά διευκόλυνση της διάγνωσης της ουσίας της διαφοράς". Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον ως άνω κατηγορούμενο. Μετά την απολογία του τελευταίου και αφού δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και πρότεινε την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του και την ενοχή τούτου και, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν την υπεράσπιση τους και ζήτησαν την αθώωσή των πελατών τους. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος αφού ρώτησε τον ως άνω κατηγορούμενο Χ2 αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή του και του απήντησε αρνητικά, κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση της υπόθεσης. Συνακόλουθα εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά τα πρακτικά της απόφασης είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' τρίτος λόγος της από 19-10-2007 αναίρεσης του Χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την απολογία του και πριν την έκδοση της απόφασης επί της ενοχής του επιφυλάχθηκε να αποφασίσει μετά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας στην επόμενη υπόθεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά την εξέταση των ιδίων εν πολλοίς αποδεικτικών μέσων, στερώντας του με τον τρόπο αυτό το από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 333 § 3 και 369 § 3 ΚΠΔ δικαίωμα του ίδιου και του συνηγόρου του να μιλήσουν τελευταίοι. Ο κατ'
Β' ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απήντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό του για καταστρατήγηση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 369 και 3 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος να ομιλεί αυτός ή ο συνήγορός του τελευταίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον το Εφετείο έχοντας απορρίψει το αίτημα του για συνεκδίκαση της υπόθεσης του με την επομένη συναφή υπόθεση του πινακίου δεν είχε λόγο ν' απαντήσει διαλαμβάνοντας ειδική προς τούτο σκέψη επί του ως άνω αιτήματός του ως άνευ αντικειμένου και αυτό ανεξάρτητα του ότι η προδικαστική απόφαση του εφετείου, της 18η Ιουνίου 2007 με την οποία το Εφετείο διέκοψε τη συνεδρίαση για τις 25-6-2007, με σκοπό όπως για οικονομία της δίκης, δικαστεί με την με αριθμό πινακίου 7 υπόθεση, ως προδικαστική, είναι ανακλητή, πράγμα που συμβαίνει και σιωπηρά, όταν το Δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης με τις υπάρχουσες αποδείξεις. IV.- Σύμφωνα με το άρθ. 234 (πρώην άρθρο 177) της Συνθήκης της Ε.Κ. το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α)επί της ερμηνείας της παρούσας Συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ, γ)επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργάνων που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι τότε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μέλους υποχρεούται να παραπέμψει ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όταν πράγματι ανακύπτει θέμα ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι οδηγίες προς τα Κράτη Μέλη, και όχι όταν οι διατάξεις αυτές είναι απολύτως σαφείς. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 5 της 89/391/ΕΟΚ, "o εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας. Εάν ο εργοδότης κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 προσφεύγει σε εξωτερικές ως προς την επιχείρηση ειδικευμένες υπηρεσίες ή άτομα, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του σ' αυτόν τον τομέα. Οι υποχρεώσεις των εργαζομένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη". Ακολούθως (άρθρο 6) "Στα πλαίσια των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία τής ασφάλειας και της υγείας των εργαζόμενων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων". "Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια και την προστασία τής υγείας και της υγιεινής και, λαμβάνοντας υπόψη την φύση των δραστηριοτήτων, να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία ..". Τέλος κατά το (άρθρο 7 "Ο εργοδότης ορίζει έναν ή περισσότερους εργαζόμενους, ασχολούμενους με τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων της επιχείρησης. Οι εργαζόμενοι πού ορίζονται για τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπεται να υφίστανται διακρίσεις ένεκα των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της προστασίας και της πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων. Εάν οι διαθέσιμες δυνατότητες μέσα στην επιχείρηση δεν είναι επαρκείς για την οργάνωση των εν λόγω δραστηριοτήτων προστασίας και πρόληψης, ο εργοδότης προσλαμβάνει άτομα ή υπηρεσίες εκτός της επιχειρήσεώς του. Η προστασία και η πρόληψη των κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο εξασφαλίζονται μέσω ενός ή περισσοτέρων εργαζομένων. ή μέσω μιας ή πολλών διαφορετικών υπηρεσιών ανεξαρτήτως του αν ανήκουν ή όχι στην επιχείρηση. Εξάλλου, με το ΠΔ 17/1996 ΠΔ προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία περί ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 "Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθησε της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία και 91/383/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1991 "Για την συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας. Στο άρθρο 7 § 4 αυτού ορίζεται ο εργοδότης επίσης οφείλει να θέτει στη διάθεση των εκπροσώπων των εργαζομένων, επαρκή απαλλαγή από την εργασία χωρίς απώλεια αποδοχών, καθώς και τα αναγκαία μέσα προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις και το παρόν διάταγμα. Ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία, συνολικά για όλους τους εκπροσώπους των εργαζομένων, δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τα ένα τρίτο (1/3) του ελάχιστου χρόνου απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας σύμφωνα με το π.δ. 294/88 και το παρόν διάταγμα. Στο χρόνο αυτό δεν προσμετράται ο χρόνος των συνεδριάσεων της παραγράφου Β.2 του άρθρου 2 του ν. 1568/85. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος του Χ2, με το από 25/9/2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων υπέβαλαν στο παρόν Δικαστήριο αίτημα αναστολής εκδίκασης της υπόθεσης και αποστολής στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα με το παρακάτω περιεχόμενο προδικαστικά ερωτήματα. "Οι εργαζόμενοι που ορίζονται για τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπεται να υφίστανται διακρίσεις ένεκα των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της προστασίας και της πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων". Τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα:, (α) νοείται ευθύνη του τεχνικού ασφάλειας ένεκα των δραστηριοτήτων του στον τομέα της προστασίας και της πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων ή μήπως αυτή απαγορεύεται ως θέτουσα αυτόν σε μειονεκτική θέση, (β) αυτό που ισχύει για τον τεχνικό ασφάλειας - εργαζόμενο στην επιχείρηση ισχύει και για τον τεχνικό ασφαλείας που δεν είναι εργαζόμενος στην επιχείρηση αλλά "εξωτερικός". Τα αιτήματα αυτά είναι απορριπτέα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη αφού από τις παραπάνω διατάξεις της οδηγίας οι διακρίσεις αφορούν την μεταχείριση των εργαζομένων από απόψεως αποδοχών και ωραρίου εργασίας και όχι τον αποκλεισμό τους από τυχόν ποινικές ευθύνες τους. Τέλος το Εφετείο, το οποίο επίσης απέρριψε το ίδιο αίτημα που υπέβαλαν οι πληρεξούσιοι τον αναιρεσείοντα Χ2 με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν υφίσταται θέμα ερμηνείας της παραπάνω οδηγίας, δεν υπέπεσε στην κατ'
Δ' πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί υποβληθέντος αιτήματος και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων του ως άνω αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και οι από 25/9/2008, και 24/2/2008 και 28/3/2008 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ1 χήρα Ζ και ο καθένας απ' αυτούς στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα που υποβλήθηκε με το από 25/9/2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων για αναστολή της εκδίκασης της υπόθεσης και αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Απορρίπτει Α)την από 19/10/2007 αίτηση και τους από 25/9/2008 προσθέτους λόγους του Χ2, κατοίκου ... και Β)την από 21-10-2007 αίτηση και τους από 24/2/2008 και από 28/3/2008 πρόσθετους λόγους του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 5583/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.