← Ελλάδα

ΑΠ 552/2010 — Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 552 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων ως νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας καταδικασθέντων για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών εισφορών ΙΚΑ που είχαν παρακρατηθεί από τις αποδοχές του προσωπικού της επιχειρήσεως της άνω ανωνύμου εταιρείας, να αναγνωρισθεί η επέλευση υπέρ αυτών, παρά το ότι άσκησαν εκπροθέσμως κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως εφέσεις που απερρίφθησαν ως απαράδεκτες, του επεκτατικού αποτελέσματος από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως ετέρου συγκατηγορουμένου των ως συμμέτοχου επίσης νομίμου εκπροσώπου της αυτής ανωνύμου εταιρείας και μετά του οποίου κατά τη διάπραξη των άνω αξιοποίνων πράξεων τελούσαν σε αληθινή συναυτουργία. Γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ λόγος των αιτήσεων των δύο αναιρεσειόντων για αρνητική υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε ότι ήταν αυτοτελής η ευθύνη κάθε αναιρεσείοντος και δεν επεξέτεινε ως προς αυτούς το από το άρθρο 469 ΚΠΔ επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Ενόψει της λόγω παραγραφής (πάροδος οκτώ ετών) παύσεως της ποινικής διώξεως έναντι του άνω συμμετόχου συγκατηγορουμένου των για τις άνω αξιόποινες πράξεις, αφού οι εν λόγω εισφορές ήταν καταβλητέες στο ΙΚΑ από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000 με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η εξάλειψη του αξιοποίνου με αυτήν την παραγραφή δεν προσιδίαζε αποκλειστικά στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων, επεκτείνεται και σε αυτούς ως συμμετόχους στην τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων αυτό το αποτέλεσμα και παύεις οριστικώς και η κατ' αυτών ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις ίδιες πράξεις. ΑΡΙΘΜΟΣ 552/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βέργο περί αναιρέσεως της 7489/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Δεκεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά το άρθρο 469 εδαφ. α Κ.Ποιν.Δ αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδαφ. β του ίδιου άρθρου, στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρα 128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε, ενώ κατά το εδαφ. γ', για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων κατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετέχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ είναι α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες λόγοι από αυτόν δεν άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του, και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτα δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, όπως το μη αξιόποινο της πράξεως το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο. Εξάλλου, εάν οι ωφελούμενοι δεν εμφανισθούν να συμμετάσχουν στη δίκη, δεν θεωρούνται ότι άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο και συνεπώς την απόφαση που εκδόθηκε επί εφέσεως ορισμένων από τους περισσότερους συμμετόχους κατηγορουμένους δεν μπορούν να την αναιρεσιβάλουν, ούτε να ζητήσουν με αναίρεση το τυχόν επεκτατικό αποτέλεσμα, για το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το Δικαστήριο, αλλά δικαιούνται είτε αυτοί είτε ο Εισαγγελέας να ζητήσουν από το δικαστήριο που δίκασε επί του ενδίκου μέσου, να επιληφθεί εκ νέου και να συμπληρώσει σχετικώς την απόφασή του. Ενώ αντίθετα, όταν οι ωφελούμενοι (υπόλοιποι κατηγορούμενοι) εμφανισθούν και συμμετάσχουν στη δίκη, αποκτούν όλα τα δικαιώματα που έχει ο ασκήσας το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων και εκείνο της προσβολής της εκδοθησόμενης αποφάσεως με άλλο ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την εξέταση της βασιμότητας των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 12554/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 από τους οποίους ο πρώτος ως μέλος του διοικητικού Συμβουλίου και ο δεύτερος ως διευθύνων σύμβουλος της επιχειρήσεως με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ και συγκατηγορούμενος των Φ1 ως Πρόεδρος και Δ.Σ της ίδιας άνω ανώνυμη εταιρείας καταδικάστηκαν ως εργοδότες του προσωπικού της επιχείρησης αυτής για την κατά παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν 86/1967 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 ΠΚ, 31 του ν.δ 1160/1972, 1 του ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του Α.Ν 1846/1951, που κυρώθηκε με το ν. 2113/1952 και 16 παρ. 2, 2 της υπ' αριθ. 55575/1479/18/11-7/12/1965 αποφάσεως του Υπ. Εργασίας α) μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ και β) μη έγκαιρη καταβολή παρακρατηθείσων εργατικών εισφορών ΙΚΑ που έπρεπε να καταβληθούν εντός του μηνός κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητές και αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές για τη χρονική περίοδο από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000, επιβλήθηκε δε σε καθένα από τους άνω συγκατηγορούμενους συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα

(10)μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων
(1000)ευρώ. Αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες καθώς και ο συγκατηγορούμενος του Φ1 άσκησαν την από 28/3/2008 εφέσεις την κατά της άνω ερήμην των εκδοθείσης πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Το επιληφθέν της εκδικάσεως αυτής Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 7489/24/11/2008 απόφαση του, επέτρεψε την παράσταση των εκκαλούντων κατηγορουμένων με εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους και δέχθηκε την έφεση του παραπονούμενου για εσφαλμένη εκτίμηση από την πρωτόδικη απόφαση των αποδεικτικών μέσων συγκατηγορουμένου των συμμετόχων Φ1 ως παραδεκτώς ασκηθείσα και έπαυσε κατ' άρθρο 370 περ. β Κ.Ποιν.Δ, οριστικώς την σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για τις παραπάνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος που υπερέβαινε την οκταετία αφότου τελέσθηκαν αυτές μέχρι την ημέρα συνεδριάσεως του κατά την οποία εξεδόθη η άνω απόφασή του και εξαλείψεως του αξιοποίνου συνέπεια παραγραφής των (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 ΠΚ) ενώ απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) . Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν 86/1967, του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ και το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν 1864/1951 όπως ισχύει, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη και προκειμένου περί εργοδότη νομικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος τούτου καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Τα εγκλήματα αυτά ανήκοντα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εκπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε 30 ημέρες, από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Είναι δυνατόν, πέραν του ενδεχόμενου παραυτουργικής ευθύνης (συνεκτέλεση χωρίς συναπόφαση) να υπάρχει αληθινή συναυτουργία στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη όταν περισσότεροι είναι φορείς της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως ή γενικότερα οφείλουν να συνεργασθούν προς αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος. Εφόσον η παράλειψη καταβολής στο ΙΚΑ των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, που εβάρυναν το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, νόμιμοι εκπρόσωποι του οποίου ήταν όλοι οι συμπαραπεμφθέντες κατηγορούμενοι και των παρακρατηθεισών ασφαλιστικών εργατικών εισφορών από το απασχοληθέν με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της ίδιας ανώνυμης εταιρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς όλων των συγκατηγορουμένων, που ήταν περισσότεροι φορείς της ίδιας νομικής υποχρεώσεως, δεν έπεται από την παράλειψη μνείας, στο κατηγορητήριο και στην πρωτόδικη καταδικασθική απόφαση, αν είχαν ή όχι συναποφασίσει την μη καταβολή αυτών των εισφορών, ότι αποδέχονταν αυτοί ως νόμιμοι εκπρόσωποι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της άνω ανώνυμης εταιρείας να παραλείπεται η καταβολή στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό των ίδιων ποσών ασφαλιστικών εισφορών για τους ίδιους μισθωτούς από το προσωπικό του νομικού προσώπου που απασχολήθηκε στη επιχείρηση κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αγνοώντας καθένας από τους συγκατηγορούμενος - συγχρόνως τη δράση των λοιπών ως νομίμων εκπροσώπων, αλλά έπεται ότι αυτοί κατά τη διάπραξη των άνω αξιόποινων πράξεων τελούσαν σε αληθινή συναυτουργία καθόσον εγνώριζε και αποδεχόταν καθένας από αυτούς την μη καταβολή και εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του ως νομίμων εκπροσώπων του αυτού νομικού προσώπου των ποσών των οφειλομένων προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών εισφορών). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος, απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα των ήδη αναιρεσειόντων με την παραδοχή ότι η ποινική ευθύνη αυτών είναι αυτοτελής και ότι εφόσον άσκησε καθένας από αυτούς εκπροθέσμως έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, που απερρίφθησαν ως απαράδεκτες, δεν ήταν δυνατό να επέλθει ως προς έκαστο των ήδη αναιρεσειόντων των κατηγορουμένων το αιτηθέν επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως αρνητικώς της εξουσίας του που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως κατά της ποινικής αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως λάβοντες μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η έφεση του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των δικαιούνται αυτοί να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου και να ζητήσουν την αναγνώριση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του άνω συγκατηγορουμένου των και υπέρ αυτών καθόσον ο προτεινόμενος λόγος επεκτάσεως του ενδίκου μέσου δεν αναγόταν αποκλειστικά στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου των που το άσκησε. Επομένως, ο διαλαμβανόμενος στις ένδικες αιτήσεις λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους ήδη αναιρεσείοντες και να γίνει δεκτό σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συμμέτοχοι στην τέλεση των άνω πράξεων μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) προς το ΙΚΑ από κοινού με τον άνω συγκατηγορούμενο τους υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα των ως νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανωνύμου εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι μηνός Απριλίου 2000 κατά το οποίο παρείχε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση της το προσωπικό στο οποίο αφορούσαν οι άνω ασφαλιστικές εισφορές, ωφελούντο από την άνω έφεση του συγκατηγορουμένου των που έγινε δεκτή. Περαιτέρω δε πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αποτέλεσμα της παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως για τις πράξεις αυτές ως προς τον συμμέτοχο συγκατηγορούμενο τον Φ1 , από την εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, με την πάροδο οκταετίας από τη λήξη του επομένου μηνός από εκείνον εντός του οποίου τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών για το διάστημα απασχολήσεως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί μισθού των μισθωτών προσωπικού της επιχειρήσεως ΑΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000 έπρεπε να καταβληθούν προς το ΙΚΑ και οπωσδήποτε από 7-6-2000 μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως, στις 24-11-2008, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να επεκταθεί και υπέρ των αναιρεσειόντων, εφόσον η εξάλειψη του αξιόποινου με αυτήν την παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη ως συμμετόχων στην τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων στον Πειραιά κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω και στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7489/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που απέρριψε την επέκταση στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 των αποτελεσμάτων του ενδίκου μέσου της από 28-3-2008 εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 κατά της 12544/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της άνω 7489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω συγκατηγορούμενου των Φ1 για τις πράξεις της μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και της μη καταβολής ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ και υπέρ των άνω αναιρεσειόντων, ως συμμετόχων στις ίδιες πράξεις. Παύει οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 ως συμμετόχων στις πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στο τέλος κάθε επόμενου μηνός από εκείνον εκτός του οποίου κατέστησαν απαιτητά τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών εισφορών για τους απασχοληθέντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί αμοιβής μισθωτούς της επιχειρήσεως της εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ για το διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι μηνός Απριλίου 2000 και οπωσδήποτε στις 7-6-2000. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.