← Ελλάδα

ΑΠ 553/2010 — Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 553 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε κατ' έφεση επί υποθέσεως μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ και μη καταβολής παρακρατηθεισών ασφαλιστικών εισφορών εργασθέντων στην επιχείρηση ανωνύμου εταιρείας μισθωτών για τις οποίες κατηγορούνταν οι δύο αναιρεσείοντες και ένας ακόμη συγκατηγορούμενος με αυτούς και με την οποία προσβαλλομένη με τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις των δύο αναιρεσειόντων απόφαση απορρίφθησαν ως εκπροθέσμως ασκηθείσες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, επιπλέον δε απερρίφθη το αίτημα των ως συμπαραπεμφθέντων κατηγορουμένων για τις ίδιες πράξεις να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη δίκη επί της εφέσεως που είχε ασκήσει ο τρίτος συγκατηγορούμενος των και να λάβουν τη θέση που είχε εκείνος στη δίκη κατ' έφεση ως ωφελούμενοι από το επεκτατικό αποτέλεσμα της εφέσεως που είχε ασκήσει ο εν λόγω συγκατηγορούμενος των του οποίου η έφεση ήταν παραδεκτή και έγινε και κατ' ουσία δεκτή. Γίνεται δεκτή η αίτηση καθενός των αναιρεσειόντων διότι ο λόγος εφέσεως του συγκατηγορουμένου των, ενόψει και των ασαφειών της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως που δεν διευκρίνιζε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν κατά το καταστατικό της ανωνύμου εταιρείας νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ώστε υπό αυτήν την ιδιότητά των να έχουν υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, δεν αφορούσε σε λόγους που άρμοζε αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου ως εκκαλούντος αλλά ήταν δυνατό να συνεπαγόταν λόγω της ελλείψεως της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως την ουσιαστική ευδοκίμησή της και έτσι οι ήδη αναιρεσείοντες ήταν δυνατό, παρά την απόρριψη τυπικώς των εφέσεων των ιδίων, να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη επί της άνω εφέσεως του συγκατηγορουμένου των ως συμμέτοχοι στις τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις και ο λόγος για τον οποίο γίνονται δεκτές οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων είναι αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως που είχε ασκήσει ο συγκατηγορούμενός των στους αναιρεσείοντες ως συμμετόχους με την αιτιολογία ότι η ποινική ευθύνη των ήταν αυτοτελής. Περαιτέρω εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπαυσε την ποινική δίωξη κατά του συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων λόγω παραγραφής από το ότι οι ασφαλιστικές εισφορές έπρεπε να καταβληθούν στο ΙΚΑ από Αύγουστο 1999 μέχρι Σεπτέμβριο 1999 και παρήλθε οκταετία μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επεκτείνεται το αποτέλεσμα αυτής της παραγραφής και υπέρ των αναιρεσειόντων ως ωφελουμένων συμμετόχων και παύει και ως προς αυτούς οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Αριθμός 553/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αίτησεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βέργο, περί αναιρέσεως της 7488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Δεκεμβρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 345/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως (υπ' αριθμ. 7488/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), οι από 4.12.2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ
  2. Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το Δικαστήριο αποφασίζει για κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά το άρθρο 469 εδαφ. α' Κ.Ποιν.Δ. αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου, στην περίπτωση της συναφείας (άρθρ. 128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε, ενώ κατά το εδάφιο γ', για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ. είναι να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι δεν άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμους προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, όπως το μη αξιόποινο της πράξεως, το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο. Εξ άλλου εάν οι ωφελούμενοι δεν εμφανισθούν να συμμετάσχουν στη δίκη, δεν θεωρούνται ότι άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο και συνεπώς την απόφαση που εκδόθηκε επί εφέσεως ορισμένων από τους περισσοτέρους συμμετόχους κατηγορουμένους δεν μπορούν να την αναιρεσιβάλουν ούτε να ζητήσουν με αναίρεση το τυχόν επεκτατικό αποτέλεσμα για το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το δικαστήριο, αλλά δικαιούνται είτε αυτοί είτε ο Εισαγγελέας να ζητήσουν από το Δικαστήριο που δίκασε επί του ενδίκου μέσου να επιληφθεί εκ νέου και να συμπληρώσει σχετικώς την απόφασή του. Ενώ, αντίθετα, όταν οι ωφελούμενοι (υπόλοιποι κατηγορούμενοι) εμφανισθούν και συμμετάσχουν στη δίκη, αποκτούν όλα τα δικαιώματα που έχει ο ασκήσας το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων και εκείνο της προσβολής της εκδοθησομένης αποφάσεως με άλλο ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την εξέταση της βασιμότητας των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: με την 11499/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 και ο συγκατηγορούμενός των Φ1 κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι στον ...την 29/11/1991 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Διεθνείς Επιχειρήσεις Α.Ε., είδος επιχειρήσεως Τεχνική Κατασκευαστική έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 8/1999 έως 9/1999 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στο οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις:
  3. Έχοντας την υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 10.604 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και
  4. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού 5.302 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη δε γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 54778 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται πενήντα μισθωτοί με ύψος αποδοχών 29.125.580 δραχμές συνολικά. Με βάση τα άνω γενόμενα δεκτά το Πρωτοβάθμιο αυτό Δικαστήριο καταδίκασε καθέναν από τους ερήμην δικασθέντες προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους για τις εν λόγω πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 94 παρ. 1 ΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., 31 ν.δ. 1160/1972 1 ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 2113/1952, και 16 παρ. 1 και 2 της με αριθμό 55575/1479 από 18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργείου Εργασίας σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα

(9)μηνών μετατραπείσα σε χρηματική και σε συνολική χρηματική ποινή τετρακοσίων
(400)ευρώ. Αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες καθώς και ο συγκατηγορούμενός των Φ1 άσκησαν τις από 28/3/2008 εφέσεις των κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το επιληφθέν της εκδικάσεως αυτών Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 7488/2008 απόφασή του, επέτρεψε την παράσταση των εκκαλούντων κατηγορουμένων με τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους και δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Φ1 ως παραδεκτώς ασκηθείσα και έπαυσε, κατ' άρθρο 370 περ. β Κ.Ποιν.Δ., οριστικώς την σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για τις παραπάνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος που υπερέβαινε την οκταετία, αφότου τελέσθηκαν αυτές μέχρι την ημέρα συνεδριάσεώς του, κατά την οποία εξεδόθη η άνω απόφασή του και εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής των (άρθρα 11 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), ενώ απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες). Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ και του άρθρου 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1864/1951, όπως ισχύει, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη και προκειμένου για εργοδότη που είναι νομικό πρόσωπο να προσδιορίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος τούτου καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Τα εγκλήματα αυτά ανήκουν στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στη διάρκεια του οποίου παρασχέθηκε η εργασία. Στην καταδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τις παραδοχές αυτής, οι συγκατηγορούμενοι που συμπαραπέμφθηκαν, κηρύχθηκαν ένοχοι για τις ίδιες άνω αξιόποινες πράξεις χωρίς να προσδιορίζεται αν τέλεσαν αυτές έχοντας συναπόφαση δηλαδή ως συναυτουργοί ή αν τις συνεκτέλεσαν χωρίς συναπόφαση δηλαδή ως παραυτουργοί στοιχείο που έχει σημασία για το κατ' άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων. Δέχθηκε ακόμη το δικαστήριο εκείνο ότι οι εισφορές της χρονικής περιόδου από μηνός Αυγούστου 1999 μέχρι και μηνός Σεπτεμβρίου 1999 (εργοδοτικές και εργατικές) προς το ΙΚΑ έπρεπε να καταβληθούν εντός τριάντα ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα εντός του οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ενώ περαιτέρω αναφέρει ως χρόνο τελέσεως των πράξεων την 29/11/1999, χωρίς να διευκρινίζει γιατί ο χρόνος αυτός τοποθετείται αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και καταβολής των οφειλομένων απαιτητών εισφορών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην παραγραφή των επιμάχων αξιοποίνων πράξεων. Επίσης δεν διευκρινίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως ότι όλοι οι συγκατηγορούμενοι ήταν, σύμφωνα με το καταστατικό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, ώστε υπό την τοιαύτη ιδιότητά τους, να έχουν υποχρέωση καταβολής των άνω ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Εξ αιτίας των ασαφειών αυτών της καταδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η παραδεκτώς ασκηθείσα εκ μέρους του συμπαραπεμφθέντος μετά των ήδη αναιρεσειόντων συγκατηγορουμένου τωνΦ1, έφεση με την οποία παρεπονείτο για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την κατ' ακολουθία καταδίκη του για πράξη που δεν τέλεσε δεν αφορούσε σε λόγους που άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του αλλά ήταν δυνατό να συνεπαγόταν για έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 του Συντ. και 132 Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογίας της πρωτοδίκου αποφάσεως ως προς τα στοιχεία των αποδιδομένων πράξεων και την ουσιαστική ευδοκίμηση του εν λόγω ενδίκου μέσου. Επομένως, οι ήδη αναιρεσείοντες, των οποίων οι εφέσεις κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως απερρίφθησαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ως απαράδεκτες λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, ως λοιποί συμπαραπεμφθέντες συγκατηγορούμενοι για τις ίδιες πράξεις είχαν τη δυνατότητα κατά τη συζήτηση της εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη επί της εφέσεως εκείνου και να λάβουν τη θέση που είχε στη δίκη αυτή ο άνω συγκατηγορούμενος που άσκησε παραδεκτό ένδικο μέσο, ως ωφελούμενοι από το επεκτατικό αποτέλεσμα αυτής της εφέσεως του συγκατηγορουμένου των. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα των ήδη αναιρεσειόντων με την παραδοχή ότι η ποινική ευθύνη αυτών είναι αυτοτελής και ότι εφόσον άσκησαν εκπροθέσμως τις εφέσεις των κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως δεν ήταν δυνατό να επέλθει ως προς αυτούς το αιτηθέν επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως αρνητικώς της εξουσίας του που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες ως λαβόντες μέρος στη δίκη κατά την οποίαν εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η έφεση του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των, δικαιούνται αυτοί να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου και να ζητήσουν την αναγνώριση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του άνω συγκατηγορουμένου των και υπέρ αυτών καθόσον ο προτεινόμενος λόγος επεκτάσεως του ενδίκου μέσου δεν αναγόταν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου των που το άσκησε. Επομένως ο διαλαμβανόμενος στις ένδικες αιτήσεις των λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους ήδη αναιρεσείοντες και να γίνει δεκτό σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συμμέτοχοι στην τέλεση των άνω πράξεων μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς ΙΚΑ για το χρονικό διάστημα απασχολήσεως από Σεπτέμβριο 1999 μέχρι και Οκτώβριο 1999 που απασχολήθηκε το προσωπικό της επιχειρήσεως στο οποίο αφορούσαν οι εισφορές αυτές ωφελούνταν από την άνω έφεση του συγκατηγορούμενου των. Περαιτέρω δε πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αποτέλεσμα της παύσεως οριστικής της ποινικής διώξεως για τις πράξεις αυτές ως προς τον συμμέτοχο συγκατηγορούμενό των Φ1, από την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, με την πάροδο οκταετίας από την λήξη του επομένου μηνός από εκείνον εντός του οποίου τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών για το διάστημα απασχολήσεως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί μισθού των μισθωτών του προσωπικού της επιχειρήσεως της εταιρείας Διεθνείς Επιχειρήσεις Α.Ε. από Αύγουστο 1999 μέχρι Σεπτέμβριο 1999 έπρεπε να καταβληθούν προς το ΙΚΑ και οπωσδήποτε από 29/11/1999 μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως στις 24/11/2008 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να επεκταθεί και υπέρ των αναιρεσειόντων, εφόσον η εξάλειψη του αξιοποίνου με αυτήν την παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη ως συμμετόχων στην τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων στον Πειραιά κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω και στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7488/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που απέρριψε την επέκταση στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 των αποτελεσμάτων του ένδικου μέσου της από 28/3/2008 εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 κατά της 11499/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της άνω 7488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω συγκατηγορουμένου των Φ1 για τις πράξεις της μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και της μη καταβολής ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ και υπέρ των άνω αναιρεσειόντων, ως συμμετόχων στις ίδιες πράξεις. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 ως συμμετόχων στις πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στο τέλος κάθε επόμενου μηνός από εκείνον εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητά τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών εισφορών για τους απασχοληθέντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί αμοιβής μισθωτούς της επιχειρήσεως της εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. για το διάστημα από μηνός Αυγούστου 1999 μέχρι μηνός Σεπτεμβρίου 1999 και οπωσδήποτε στις 25/11/1999. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.