← Ελλάδα

ΑΠ 560/2010 — Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αποπλάνηση ανηλίκου

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

§1περ.

Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, έπρεπε να καταδικασθεί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος όχι για αποπλάνηση, αλλά για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, γιατί οι ως άνω θωπείες εμπίπτουν στην έννοια της "ασελγούς χειρονομίας" του άρθρου 337 ΠΚ και όχι της "ασελγούς πράξεως" του άρθρου 339 ΠΚ, άλλως για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον

παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ` αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 84§2 περ. α ΠΚ, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, ότι ποτέ δεν είχε απασχολήσει τις αστυνομικές ή ανακριτικές αρχές, όπως προκύπτει και από το λευκό ποινικό του μητρώο, ότι, έχοντας ολοκληρώσει σπουδές στις ΗΠΑ και κατέχοντας πτυχία ιπτάμενου και μηχανικού, εργάσθηκε επιτυχώς και με διακρίσεις στην Ολυμπιακή Αεροπορία μέχρι το έτος 2001, οπότε συνταξιοδοτήθηκε λόγω προβλημάτων υγείας, ότι ήταν έγγαμος από το έτος 1991 μέχρι το 2002, οπότε λύθηκε ο γάμος του με συναινετικό διαζύγιο, χωρίς αυτό να επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις του με τη σύζυγό του και με την ανήλικη θυγατέρα του και ότι από τη συνταξιοδότησή του μέχρι σήμερα μοναδικός σκοπός της ζωής του υπήρξε η ανατροφή της κόρης του, την οποία υπεραγαπά και σε καμιά περίπτωση και με κανένα τρόπο δεν θα διανοείτο να βλάψει. Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το ΜΟΕ, παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, μη υποχρέωσή του να απαντήσει, τον απέρριψε, ως εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα γιατί: "Από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου προκύπτει, πράγματι, ότι αυτός δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από καλή οικογένεια, ότι έκανε σπουδές στην αλλοδαπή, ότι υπήρξε ιπτάμενος υπάλληλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας και ότι υπήρξε έγγαμος, απέκτησε ένα θήλυ τέκνο και μετά πάροδο ολίγων ετών διεζεύχθη. Τα περιστατικά αυτά, όμως, δεν είναι επαρκή για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην αναγνώριση του αιτουμένου ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αφού από την ίδια διαδικασία αποδείχθηκε ότι αυτός, για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από τη σύλληψή του α) υπήρξε συλλέκτης και κάτοχος πολύ μεγάλης ποσότητας υλικού παιδικής πορνογραφίας και β) επιδίωκε πορνικές σχέσεις με πρόσωπα πολύ νεαρής ηλικίας, σε όρια ανηλικότητας και μαγνητοσκοπούσε τις σχετικές δραστηριότητες". Συνακόλουθα, ο δεύτερος,

§1περ.

Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 περ. α ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι από την παραδοχή, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ότι ο αναιρεσείων ήταν συλλέκτης και κάτοχος πολύ μεγάλης ποσότητας υλικού παιδικής πορνογραφίας γεννάται αντίφαση, αφού αυτός αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ` αυτόν πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων κατ` εξακολούθηση, είναι αβάσιμη, καθόσον η απαλλαγή του για την τελευταία πράξη οφείλεται στο ότι, κατά το φερόμενο χρόνο της τελέσεώς της, σύμφωνα με τη μορφή που είχε τότε το άρθρο 348Α ΠΚ, για τον αξιόποινο χαρακτήρα αυτής ήταν απαραίτητο να συντρέχει το στοιχείο της "κερδοσκοπίας", το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε, δεν καταλείφθηκε, όμως, αμφιβολία ως προς την απόκτηση από αυτόν και κατοχή του υλικού παιδικής πορνογραφίας, γεγονός στο οποίο στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η κρίση για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού. Κατά το άρθρο 19§3 του Συντάγματος, "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α", κατά δε το άρθρο 9 Α αυτού, "καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 του Σ., έχει υπερνομοθετική ισχύ, "

  1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
  2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. β, 3§2 στοιχ. β και 7§2 στοιχ. ε του ν. 2472/1997 "προστασία ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων" συνάγεται ότι η χρησιμοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, όταν αποβλέπει στην προστασία (μεταξύ άλλων) ανηλίκων προσώπων ή στην ευχερέστερη πραγμάτωση της αξιώσεως της Πολιτείας για τον κολασμό εγκληματικών πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος που τελέσθηκε με δόλο και ιδίως αυτών που στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τελούνται σε βάρος ανηλίκων. Εξάλλου, η χρησιμοποίηση στη δίκη, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παρανόμου αποδεικτικού μέσου δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου (άρθρο 171§1 στοιχ. δ ΚΠΔ), και ιδρύεται ο

§1περ.

Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τη στήριξη της καταδικαστικής του κρίσεως, ήταν και οι φωτογραφικές αποτυπώσεις, οι οποίες έγιναν κατά την προανάκριση εκ μέρους της αστυνομικής αρχής από μια βιντεοκασέτα που κατασχέθηκε στο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, απεικονίζουν α) τις φερόμενες ως παθούσες από την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκων που του αποδίδεται, ήτοι τις Θ2 και Θ1 σε διάφορες στάσεις, γυμνές ή ημίγυμνες, αφενός στο λουτρό και αφετέρου στο διπλό κρεβάτι του κατηγορουμένου και χωρίς κάποια ένδειξη ερωτικής ή σεξουαλικής συμπεριφοράς και β) τον ίδιο τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο εν λόγω κρεβάτι, ανάμεσα στις δύο ανήλικες, και να έχει το χέρι του άλλοτε επάνω και άλλοτε κάτω από το εσώρουχο της Θ1, στην περιοχή του γεννητικού της οργάνου. Οι φωτογραφίες αυτές επιδείχθηκαν και επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης. Ο κατηγορούμενος, δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, αντέλεξε στη λήψη υπόψη και στην αποδεικτική αξιοποίηση των ως άνω φωτογραφιών, ισχυριζόμενος ότι αυτές είναι παράνομα αποδεικτικά μέσα, γιατί λήφθηκαν κατά παράβαση συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τόσο του ιδίου όσο και της φερομένης ως παθούσας Θ1, αλλά και κατά παράβαση του ν. 2225/1994 "απόρρητο επικοινωνιών κ.λπ.", όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 3115/2003 και 3666/2008. Όμως, το υλικό των φωτογραφικών αποτυπώσεων δεν αποτελεί στοιχείο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας και, επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 19§1 του Συντάγματος και του ν. 2225/1994, όπως ισχύει, που θεσμοθετούν το σχετικό απόρρητο, οι οποίες καθορίζουν ιδιαίτερες προϋποθέσεις και διαδικασία προκειμένου να αρθεί το απόρρητο αυτό και που απαγορεύουν τη χρήση των στοιχείων ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως αποδεικτικού μέσου. Ορθά, λοιπόν, το ΜΟΕ έκρινε ομοίως και απέρριψε, με τις αυτές σκέψεις, τον ανωτέρω ισχυρισμό και ο τρίτος (τελευταίος),

§1περ.

Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία δημιουργήθηκε από την αποδεικτική αξιοποίηση των ειρημένων φωτογραφικών απασπασμάτων βιντεοταινιών που αποτελούσαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία κτήθηκαν παρανόμως και δη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19§3 και 9Α του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ και 4 του ν. 2225/1994, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7510/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 381, 382, 383, 410, 411, 412, 413/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας, για λογαριασμό της ανήλικης Θ1, πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 από πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.