← Ελλάδα

ΑΠ 567/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 567 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτημα αναβολής δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (κλήτευση απολιπομένου μάρτυρα). Ορισμένο του αιτήματος αυτού, αλλιώς απόρριψη αυτού χωρίς ειδική αιτιολογία. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για νόθευση επιταγής, με λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβάσιμων. Αριθμός 567/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της με αριθμό 6380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1506/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς στο αν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη δόλου στα εγκλήματα που τελούνται από δόλο δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο αυτόν σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο αυτών και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτό συμπληρώνονται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω η ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην περί ενοχής ή αθώωσης του κατηγορούμενου κρίση του Δικαστηρίου, αλλά πρέπει να εκτείνεται και σε όλες τις αποφάσεις του, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές η παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή ή των δικαστών που τις εξέδωσαν. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορούμενου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ) πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα. Ακόμα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογικών με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6380/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλλη-λοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, αφού προηγούμενα, με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα του εκπροσωπήσαντος τον τότε εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα συνηγόρου περί αναβολής της δίκης για να κληθεί και καταθέσει ο απολειπόμενος μάρτυρας Ζ. "Ο κατηγορούμενος στην ... στις 10-4-2002 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον μηνυτή ..., νόθευσε την υπ' αριθμ.... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συρομένης επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, εκδόσεως τον μηνυτή ..., ποσού αριθμητικώς και ολογράφως 1548 ευρώ και η οποία του είχε παραδοθεί λευκή κατά τα λοιπά στοιχεία χάριν ευκολίας, αλλοιώνοντος, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του μηνυτή, το πρώτο αριθμητικό στοιχείο του ποσού από ένα

(1)σε επτά
(7), τη λέξη χίλια σε χιλιάδες, προσθέτοντας μπροστά απ' αυτήν τη λέξη επτά καθώς και θέτοντας ως λήπτη και πρώτο οπισθογράφο αυτής το Ξ, εν αγνοία του οποίου και χωρίς τη συναίνεσή του έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του. Όλα τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους μετέπειτα κομιστές της ως άνω επιταγής ότι δήθεν αυτή είναι γνήσια ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτήν στοιχεία. Το πέτυχε δε αυτό κάνοντας συγχρόνως χρήση αυτής (επιταγής), οπισθογράφοντάς την και παραδίδοντάς την στον Ζ, ο οποίος μη γνωρίζοντας την πλαστογραφία του κατέβαλε το ποσό της επιταγής. Όταν δε αυτός Ζ την εμφάνισε κατά τη λήξη της στην τράπεζα προς πληρωμή αυτή σφραγίσθηκε ελλείψει διαθεσίμων στο λογαριασμό. Στη συνέχεια ο Ζ εξέδωσε διαταγή πληρωμής αναγκασθείς πλέον ο εγκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ απώλεσε την προθεσμία ανακοπής, να εξοφλήσει τον κομιστή. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο στην παρεμπίπτουσα απόφασή του με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί και προσέλθει ως μάρτυρας ο Ζ που υπέβαλε ο αναιρεσείων, όσο στην περί ενοχής κρίση του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία ο εκπροσωπήσας τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο συνήγορός του ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, αναφέροντας κατά λέξη "για να κληθεί ο απολειπόμενος μάρτυρας Ζ, ο οποίος κατά την άποψη του κατηγορουμένου είναι σημαντικός για την απόδειξη της αλήθειας" (βλ. σελ. 1 και 2 της υπ' αρ. 6380/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου - Πλημμελημάτων Αθηνών). Το αίτημα όμως αυτό του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτο απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε ο υποβαλών αυτό επί ποίου συγκεκριμένου θέματος θα κατέθετε ο ανωτέρω μάρτυρας. Το Δικαστήριο της ουσίας αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο ως άνω αόριστο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένα, προέβη στην απόρριψη αυτού με παρεμπίπτουσα απόφασή του που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας κατά λέξη: "Η κατάθεση του απολιπομένου μάρτυρα Ζ έχει λεπτομερώς αναγραφεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απ' όπου και θα αναγνωστεί και επιπλέον υπάρχουν επαρκή λοιπά αποδεικτικά μέσα (άλλοι μάρτυρες, έγγραφα) για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης. Συνεπώς, το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος ως άνω μάρτυρας θα πρέπει να απορριφθεί". Εξάλλου όσο αφορά την αιτιολογία της απόφασης ως προς την περί ενοχής του κατηγορούμενου κρίση, αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες θα ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέροντας στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, υπ' αρ. 5550/2009 απόφαση και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται και η κατάθεση του μάρτυρα Ζ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης προσδιορίζεται ο τρόπος με το οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας-νοθεύσεως εγγράφου (επιταγής) αλλοιώνοντας το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό και παρατίθενται προς τούτο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτής. Ακόμα αναφέρεται η επιβαρυντική περίπτωση με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής με οπισθογράφηση στον Ξ εν αγνοία τον οποίον και χωρίς τη συναίνεση τον έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του και τη μεταβίβαση της στη συνέχεια με οπισθογράφηση στον Ζ. Τέλος διέλαβε ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος και ιδιαίτερα για τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής τους μεταγενέστερους δικαιούχους της ως προς το πραγματικό ποσό που αναφερόταν σ' αυτήν παραπλανώντας τους περαιτέρω δικαιούχους της επιταγής αυτής και τους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας που ήταν υπόχρεη για πληρωμή της επιταγής αυτής. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του που του εκπροσώπησε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον όπως σαφώς προκύπτει από τα επισκοπούμενα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν υπέβαλε κάποιο αυτοτελή ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.