Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 57 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Νέα στοιχεία είναι και οι νεότερες των ποινικών αποφάσεων αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες έγιναν τελεσίδικα δεκτές ενστάσεις της κατηγορουμένης για τη χορήγηση σ’ αυτήν, των επιδομάτων μητρότητας και τοκετού που έλαβε αυτή και για την οποία χορήγηση ο μεν συγκατηγορούμενος σύζυγος της, που της τα χορήγησε ως αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ έχει καταδικαστεί για παράβαση καθήκοντος αυτή δε για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος. Αριθμός 57/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου. Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες, ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1940/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 115/11-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας κατά τα άρθρα 525, 527 και 528 §1 Κ.Π.Δ. την με αριθμ. πρωτ. 10403/22-11-2007 αίτηση των
(1)Χ1 και
(2)Χ2, που κατέθεσαν ενώπιόν μας στις 22/11/07 δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου των Γεωργίου Παπαϊωάννου (βλ. συνημμ. από 16/11/07 εξουσιοδότησή των) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αρ. 780Α/16-6-1998 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών τον καθένα για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (η δευτέρα) - άρθρ. 26 §1, 27 §1, 98, 259, 394 §1 Π.Κ., άρθρ. 31 και 39 ΑΝ 1846/51 - και εκθέτω τα ακόλουθα: Η ανωτέρω αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 780Α/1998 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 1365/1999 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ' αυτών αίτηση αναίρεσης, στηριζομένη, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώοι για τις πράξεις που καταδικάστηκαν, είναι νόμιμη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 §1 Κ.Π.Δ., παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 §3 και 528 §1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία (βλ. Α.Π. 1097/95 Π.Χρ. ΜΣΤ'/1247, Α.Π. 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ'/896, Α.Π. 760/98 Ποιν.Δικ. 1998/660). Κατά την διάταξη του άρθρου 525 §1 περ.2 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς όφελος του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα οσάκις μετά την οριστική καταδίκη της αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τους καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί, προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος. Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αιτούντες με την υπ' αρ. 780Α/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου συνίστανται εις το ότι: Συγκεκριμένα ο πρώτος τούτων εκηρύχθη ένοχος του ότι "στη ..... την 3-2-1992, 17-2-1992 και 21-2-1992 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος: α) ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) υπάλληλος ων και υπέχων κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων του την ποινική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, ήτοι προϊστάμενος του Παραρτήματος Ι.Κ.Α. ....., με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να περιποιήσει σε άλλον παράνομο όφελος και πιο συγκεκριμένα με δόλο που ενείχε τη θέληση παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, το οποίο (καθήκον) καθορίζεται από το νόμο, το δε ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, επιφορτισμένος μεταξύ των άλλων και με τον έλεγχο των ασφαλιστικών βιβλιαρίων για την ύπαρξη ή μη των νόμιμων προϋποθέσεων των ημερομισθίων για τη χορήγηση των επιδομάτων κυοφορίας, λοχείας και τοκετού στις ασφαλισμένες στο Ι.Κ.Α. εξέδοσε τα σχετικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής, που μάλιστα προσυπέγραψε ο ίδιος ως εκδότης, ελεγκτής και ταμίας και στη συνέχεια κατέβαλε στην ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. Χ2, σύζυγό του και συγκατηγορουμένη του (β' κατηγορουμένη) τα παρακάτω επιδόματα, ήτοι: α) την 3-1-1992 το επίδομα κυοφορίας εκ ποσού δραχμών 159.775, β) την 17-2-1992 το επίδομα τοκετού εκ ποσού δραχμών 105.030 και γ) την 21-2-1992 το επίδομα λοχείας εκ ποσού δραχμών 132.000, αν και πολύ καλά εγνώριζε, αφενός μεν λόγω των καθηκόντων του και αφετέρου από τον έλεγχο των ασφαλιστικών της βιβλιαρίων, ότι αυτή (β' κατηγορουμένη) δεν εδικαιούτο των ανωτέρω χρηματικών ποσών, διότι δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες από το νόμο χρονικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, αφού για τη χορήγηση αφενός μεν, του επιδόματος μητρότητας (κυοφορίας και λοχείας), για τον τοκετό αυτής που έλαβε χώρα την 16-2-1992, ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 39 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση εκ μέρους της ασφαλισμένης 200 τουλάχιστον ημερών εργασίας στον κλάδο παροχών ασθενείας σε χρήμα του Ι.Κ.Α. κατά τα δύο προηγούμενα έτη της πιθανής ημέρας του τοκετού η ανωτέρω δεύτερη κατηγορουμένη είχε για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17-1-1990 μέχρι 16-2-1992, επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα που αντιστοιχούσαν σε 143 μόνο ημέρες, αφετέρου δε για τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 31 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση των προηγούμενων του τοκετού χρόνων, δηλαδή (1-1 μέχρι 31-12-1999) εκ μέρους της ασφαλισμένης, 50 ημερομισθίων, η δεύτερη κατηγορούμενη είχε για το κρίσιμο χρονικό αυτό διάστημα επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα, που αντιστοιχούσαν σε 30 ημέρες, συνεπώς δεν μπορούσε να είναι δικαιούχος των άνω επιδομάτων και των εξ αιτίας αυτών εκδοθέντων από αυτόν (α' κατηγορούμενο) ανωτέρω χρηματικών την πληρωμή, των οποίων στην ανωτέρω συγκατηγορουμένη του έκανε ο ίδιος εκδίδοντας τρεις ξεχωριστές εντολές πληρωμές. Με την άνω δε συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση και σκόπευε (και επέτυχε) να περιποιήσει παράνομο όφελος στη συγκατηγορουμένη του, αφού αυτή καρπώθηκε το άνω ποσό των 396.805 δραχμών (159.775 (επίδομα κυοφορίας) + 105.030 (επίδομα τοκετού) + 132.000 δρχ. (επίδομα λοχείας), παρότι δεν το εδικαιούτο", η δε δευτέρα εκηρύχθη ένοχος του ότι "εκ προθέσεως εδέχθη να πληρωθεί με τα άνω χρηματικά εντάλματα και για την άνω αιτία, ενώ πολύ καλά εγνώριζε ότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σε αυτήν των ανωτέρω επιδομάτων και συνεπώς εγνώριζε ότι της εδίδοντο χρήματα που δεν εδικαιούτο και παρ' όλα αυτά τα εδέχθηκε αν και διέγνωσε ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από αξιόποινη πράξη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της (ως αυτή περιγράφεται υπό στοιχείον α) του παρόντος". Ως προκύπτει εκ του διατακτικού της καταδικαστικής αποφάσεως το καθήκον το οποίον παρέβη ο πρώτος τούτων εκ προθέσεως, έγκειται εις το ότι ως προϊστάμενος του παραρτήματος Ι.Κ.Α. ..... ενέκρινε και ταυτοχρόνως εξέδοσε ένταλμα πληρωμής δια την συγκατηγορούμενήν του προκειμένου αύτη να εισπράξει τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού, ενώ αύτη δεν εδικαιούτο των εν λόγων επιδομάτων, ως μη πληρούσα τας εκ του νόμου προϋποθέσεις. Εν προκειμένω ως προκύπτει εκ της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Σπάρτης εγένετο δεκτή η ένστασις της δευτέρας τούτων κατά της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Σπάρτης δια της οποίας είχαν ακυρωθεί τριάκοντα
(30)ημέρες εργασίας χρονικής περιόδου 23-11-1991 μέχρι και 31-12-1991. Κατά της αποφάσεως της ως άνω επιτροπής το Ι.Κ.Α. ήσκησεν προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 385/2001 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου δια της οποίας απερρίφθη η προσφυγή του Ι.Κ.Α. Επί δε εφέσεως του Ι.Κ.Α. κατά της ως είρηται αποφάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 150/2004 απόφασις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η έφεσις του Ι.Κ.Α. Περαιτέρω, δια της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της ιδίας Διευθύντριας απεφασίσθη η επιστροφή εντόκως από την δευτέραν τούτων των ληφθέντων επιδομάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, εφ' όσον κατ' αυτήν δεν συνέτρεχαν αι νόμιμοι προϋποθέσεις. Ασκηθείσης δε κατ' αυτής ενστάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. ..... απόφασις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής Ι.Κ.Α. Σπάρτης δια της οποίας ωσαύτως δεκτή η ένστασις και εκρίθη ότι καλώς έλαβε η δευτέρα τα ως άνω χρηματικά βοηθήματα ως πληρούσα απάσας τας νομίμους προϋποθέσεις. Επί προσφυγής του Ι.Κ.Α. κατά της ύπερθεν αποφάσεως, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 80/2002 απόφασις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η ασκηθείσα προσφυγή. Επί εφέσεως δε του Ι.Κ.Α. κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου εξεδόθη η υπ' αριθμ. 285/05 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η εν λόγω έφεση. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τα υπό της δευτέρας (Χ2) ληφθέντα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού εδόθησαν νομίμως, καθ' όσον αύτη είχε απάσας τας νομίμους προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου ο πρώτος τούτων (Χ1) νομίμως προέβη στη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στη συγκατηγορουμένη του και συνεπώς δεν ετέλεσε το έγκλημα της παραβιάσεως καθήκοντος, ούτε η δευτέρα ετέλεσε το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία (γεγονότα, αποδείξεις και αποφάσεις) προέκυψαν (απεκαλύφθησαν) μετά την οριστική καταδίκη των αιτούντων, αφού επηκολούθησαν χρονικώς της καταδικαστικής υπ' αρ. 780Α/16-6-1998 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, είναι δε ικανά από μόνα τους να καταστήσουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι (βλ. συνημμ. ως άνω έγγραφα). Εν όψει αυτών ο επικαλούμενος λόγος για επανάληψη της διαδικασίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρ. 528 §1 Κ.Π.Δ., η προσβαλλομένη υπ' αρ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Όμως δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης αυτής, γιατί το αξιόποινο των παραπάνω πράξεων, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τους αιτούντες στη ..... τον Φεβρουάριο του 1992, λόγω του πλημμεληματικού τους χαρακτήρα, έχει εξαλειφθεί (άρθρ. 111 §§1,3, 112, 113 §§2,3, 259, 394 §1 Π.Κ., άρθρ. 31, 39 Α.Ν. 1846/1951), αφού από το φερόμενο χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί ο από το Νόμο καθοριζόμενος συνολικώς, από οκτώ έτη, χρόνος παραγραφής, στον οποίο υπολογίζεται και ο από
(3)έτη χρόνος αναστολής της παραγραφής. Επομένως πρέπει να παύσει οριστικά (άρθρ. 370 β' Κ.Π.Δ.) η ασκηθείσα κατά των αιτούντων ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (I) Να γίνει δεκτή η από 22/11/2007 κατατεθείσα αίτηση των (α) Χ1 και (β) Χ2, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 780Α/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. (II) Να ακυρωθεί η παραπάνω απόφαση και (III) Να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη κατά των αιτούντων (α) Χ1 και (β) Χ2, για παράβαση καθήκοντος (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (η δευτέρα), κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στη ..... στις 3, 17 και 21 Φεβρουαρίου 1992. Αθήνα 30/1/2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου καταθέσεις μαρτύρων νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης ή δικαστικής αποφάσεως και πρακτικά που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, ως είναι και οι μεταγενέστερες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων με τις οποίες κρίνεται ότι δεν τέλεσαν οι αιτούντες που ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας τις παραβάσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας ένεκα των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη και ακολούθησε η καταδίκη τους για τα σχετιζόμενα με τις εν λόγω παραβάσεις ποινικά αδικήματα, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλα (εγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο σε συμβούλιο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προκλήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αρ. πρωτ. 10403/22-11-2007 κοινή αίτησή τους ο Χ1 και η Χ2, σύζυγος του πρώτου, ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 780 Α/16-6-1998 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία καταδικάστηκε καθένας των αιτούντων σε ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών, για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση ο πρώτος αυτών και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση η δεύτερη αιτούσα (άρθρο 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 259 και 394 παρ. 1 ΠΚ και 31 και 39 του αν.ν. 1846/1951), γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τους καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώοι των ως άνω πράξεων. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης των ήδη αιτούντων την επανάληψη της διαδικασίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1365/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου : Α)ο πρώτος των αιτούντων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα για το ότι στην ..... την 3-2-1992 (από παραδρομή στην αρχή του διατακτικού της ως άνω καταδικαστικής απόφασης 3-2-1992), 17-2-1992 και 21-2-1992, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεσή του παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, ήτοι όντας υπάλληλος και υπέχων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του την ποινική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων και ειδικότερα όντας προϊστάμενος του παραρτήματος ΙΚΑ ....., με σκοπό να περιποιήσει σε άλλον παράνομο όφελος και πιο συγκεκριμένα με δόλο που ενείχε τη θέληση παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο, το δε ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, επιφορτισμένος μεταξύ των άλλων και με τον έλεγχο των ασφαλιστικών βιβλιαρίων για την ύπαρξη ή μη των νόμιμων προϋποθέσεων των ημερομισθίων για τη χορήγηση των επιδομάτων κυοφορίας, λοχείας και τοκετού στις ασφαλισμένες στο ΙΚΑ γυναίκες εξέδωσε τα σχετικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής, που μάλιστα προσυπέγραψε ο ίδιος ως εκδότης, ελεγκτής και ταμίας και στη συνέχεια κατέβαλε στην ασφαλισμένη στο ΙΚΑ Χ2 σύζυγό του και συγκατηγορουμένη του (δεύτερη κατηγορουμένη) τα παρακάτω επιδόματα, ήτοι: α)την 3-1-1992 το επίδομα κυοφορίας εκ ποσού δραχμών 159.775, β)την 17-2-1992 το επίδομα τοκετού εκ ποσού δραχμών 105.030 και γ)την 21-2-1992 το επίδομα λοχείας εκ ποσού δραχμών 132.000, αν και πολύ καλά γνώριζε, αφενός μεν λόγω των καθηκόντων του και αφετέρου από τον έλεγχο των ασφαλιστικών της βιβλιαρίων ότι αυτή (β' κατηγορουμένη) δεν εδικαιούτο των ανωτέρω χρηματικών ποσών, διότι δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες από τα νόμο χρονικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, αφού για τη χορήγηση αφενός μεν του επιδόματος μητρότητας (κυοφορίας και λοχείας), για τον τοκετό αυτής, που έλαβε χώρα την 16-2-1992, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση εκ μέρους της ασφαλισμένης 200 τουλάχιστον ημερών εργασίας στον κλάδο παροχών ασθενείας σε χρήμα του ΙΚΑ κατά τα δύο προηγούμενα έτη της πιθανής ημέρας του τοκετού, η ανωτέρω δεύτερη κατηγορουμένη είχε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17-1-1990 μέχρι 16-2-1992, επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα που αντιστοιχούσαν σε 143 μόνον ημέρες, αφετέρου δε για τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού, ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΑΝ 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση τον προηγούμενο του τοκετού χρόνο, δηλαδή από 1-1 μέχρι 31-12-1991, εκ μέρους της ασφαλισμένης 50 ημερομισθίων, η δεύτερη κατηγορουμένη είχε για το κρίσιμο χρονικό αυτό διάστημα επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα, που αντιστοιχούσαν σε 30 ημέρες μόνον, και συνεπώς δεν μπορούσε να είναι δικαιούχος των άνω επιδομάτων και των εξ αιτίας αυτών εκδοθέντων απ' αυτόν (α' κατηγορούμενο) ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων, την πληρωμή των οποίων στην ανωτέρω συγκατηγορουμένη του έκανε ο ίδιος εκδίδοντας τρεις ξεχωριστές εντολές πληρωμής. Με την ως άνω δε συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση και σκόπευε (και πέτυχε) να περιποιήσει παράνομο όφελος στη συγκατηγορουμένη του, αφού αυτή καρπώθηκε το ως άνω ποσό των 396.805 δραχμών [159.775 (επίδομα κυοφορίας) + 105.030 (επίδομα τοκετού) + 132.000 δραχ. (επίδομα λοχείας)], παρότι δεν το εδικαιούτο. Και Β) η δεύτερη κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι στον παραπάνω τόπο και κατά τους προαναφερόμενους χρόνους εκ προθέσεως εδέχθη παρ' εαυτής πράγμα προελθόν από αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα εδέχθη να πληρωθεί με τα ως άνω χρηματικά εντάλματα και για την άνω αιτία, ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ' αυτήν των ανωτέρω επιδομάτων και συνεπώς γνώριζε ότι της εδίδοντο χρήματα που δεν εδικαιούτο και παρόλα αυτά τα εδέχθηκε αν και διέγνωσε ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από αξιόποινη πράξη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της (ως αυτή περιγράφεται υπό στοιχείο Α' του παρόντος). Δηλονότι, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενο αιτιολογικό και διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, το καθήκον το οποίο παρέβη ο πρώτος των αιτούντων από πρόθεση, έγκειται στο ότι ως προϊστάμενος του παραρτήματος ΙΚΑ ..... ενέκρινε και ταυτοχρόνως εξέδωσε εντάλματα πληρωμής για τη συγκατηγορούμενη σύζυγό του, προκειμένου αυτή να εισπράξει τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού, ενώ αυτή δεν εδικαιούτο των εν λόγω επιδομάτων, ως μη πληρούσα τις από το νόμο προϋποθέσεις, τα οποία η δεύτερη κατηγορουμένη έλαβε. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου αυτού οι αιτούντες, αποδείχθηκε ως προς τη διοικητική διαφορά, από την οποία προέκυψε και η προκειμένη ποινική υπόθεση, ότι αυτή είχε την ακόλουθη δικαστική εξέλιξη: Με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σπάρτης έγινε δεκτή η ένσταση της δεύτερης αιτούσας κατά της υπ' αριθμ. ..... απόφασης της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..... με την οποία είχαν ακυρωθεί τριάκοντα
(30)ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από 23-11-1991 μέχρι και 30-12-
- Κατά της απόφασης της παραπάνω επιτροπής το ΙΚΑ άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 385/2001 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ΙΚΑ. Κατά της τελευταίας απόφασης το ΙΚΑ άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 150/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ΙΚΑ. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση της ίδιας ως άνω Διευθύντριας αποφασίστηκε η επιστροφή εντόκως από τη δεύτερη αιτούσα όλων των ληφθέντων επιδομάτων ως αχρεωστίτως καταβληθέντων, εφόσον κατ' αυτήν (Διευθύντρια του ΙΚΑ) δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταβολής τους. Η αιτούσα άσκησε κατά της προαναφερόμενης απόφασης ένσταση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ..... απόφαση της τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ΙΚΑ Σπάρτης με την οποία έγινε δεκτή στο σύνολό της η ένσταση της Χ2 και κρίθηκε ότι καλώς έλαβε τα ως άνω χρηματικά επιδόματα, ως πληρούσα όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις. Κατά της απόφασης αυτής το ΙΚΑ άσκησε προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 80/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ΙΚΑ. Το τελευταίο άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 80/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 285/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση. Κατά των ως άνω δύο αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως το ΙΚΑ δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης (Βλ. την από 29-9-2008 σχετική βεβαίωση του εν λόγω Δικαστηρίου). Από τα παραπάνω προκύπτει πλέον ότι η δεύτερη αιτούσα (Χ2) έλαβε νόμιμα τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού λόγω της νεότερης και ανταποκρινομένης στην πραγματικότητα καταμέτρησης των ημερομισθίων που αυτή έκανε κατά τις κρίσιμες ως άνω αναφερόμενες χρονικές περιόδους. Συνεπώς ο πρώτος αυτών (Χ1) νομίμως προέβη στη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στη συγκατηγορουμένη του και συνακόλουθα αυτός μεν δεν τέλεσε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, η δε συγκατηγορουμένη σύζυγός του (Χ2) το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία (γεγονότα και αποδείξεις) προέκυψαν (αποκαλύφθηκαν) μετά την αμετάκλητη καταδίκη των αιτούντων, αφού επακολούθησαν χρονικώς της έκδοσης της υπ' αριθμ. 780Α'/16-6-1998 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους διαδίκους που τους καταδίκασαν, και καθιστούν μόνα τους πράγματα φανερά ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των αξιοποίνων πράξεων της παράβασης καθήκοντος και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος αντίστοιχα. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ). Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρο 370 περ. Β' ΚΠΔ), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο των ως άνω δύο πράξεων, αφού αμφότερες φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος και από τους χρόνους που φέρονται ότι τελέσθηκαν αυτά (Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1992) μέχρι σήμερα συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 19-11-2007 αίτηση των : 1) Χ1 και 2) Χ2, για επανάληψη προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 780Α'/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Και Παύει οριστικά την κατά ως άνω αιτούντων ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (η δεύτερη) κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στη ..... στις 3 Ιανουαρίου 1992, 17 και 21 Φεβρουαρίου
- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ