← Ελλάδα

ΑΠ 574/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 574 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτημα αναβολής για κλήτευση νέου μάρτυρα. Απόρριψη αυτής. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόρριψη (εμμέσως) αιτήματος αναβολής που προβάλλεται ως σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης (. ΑΡΙΘΜΟΣ 574/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 6746/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στο μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο αυτόν σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνα που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνονται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6746/2009 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με πρόθεση, στην ... στις 30.4.2002, νόθευσε το ποσό και τη χρονολογία έκδοσης της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, έκδοσης του εγκαλούντα ..., με τόπο έκδοσης τα ..., χρόνο έκδοσης 30-4-2002 και ποσό 1525 ευρώ σε διαταγή της, αλλάζοντας χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντα και εκδότη, την ημερομηνία έκδοσης σε 30-7-2002 και το ποσό, στο ποσό των 7525 ευρώ αριθμητικά και στο ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι πέντε ευρώ ολογράφως και ακολούθως στη θέση της ημερομηνίας έθεσε χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του. Στη συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω νοθευμένης επιταγής, μεταβιβάζοντας την με οπισθογράφηση στον ..., με σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους δικαιούχους αυτής, ότι η ως άνω επιταγή ήταν γνήσια και είχε εκδοθεί και τεθεί σε κυκλοφορία εν γνώσει και με τη βούληση του νόμιμου εκδότη, γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες σχετικά με τη γέννηση δικαιωμάτων των δικαιούχων προς εξόφληση της εν λόγω πλαστής επιταγής αλλά και υποχρεώσεων της πληρώτριας τράπεζας, μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη τον αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και με την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίπτωση της ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδίωξης να άρει - μειώσει τις συνέπειες της προαναφερόμενης πράξης του (άρθρο 84 παρ. 2 δ ΠΚ) του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων

(4)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα κι χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 δ και 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρα και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας νοθεύσεως εγγράφου (επιταγής) αλλοιώνοντας τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσό και ημερομηνία έκδοσής της, και παρατίθενται προς τούτο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτής. Ακόμα αναφέρεται η επιβαρυντική περίπτωση τέλεσης του εγκλήματος αυτού με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής με την μεταβίβαση της με οπισθογράφηση στον ... . Τέλος διέλαβε ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος κα ιδιαίτερα για τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής τους μεταγενέστερους δικαιούχους της ως προς την πραγματική ημερομηνία έκδοσής της και το πραγματικό ποσό που αναφερόταν σ' αυτήν παραπλανώντας τους περαιτέρω δικαιούχους της επιταγής αυτής και τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας που ήταν υπόχρεη για πληρωμή της επιταγής αυτής. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον όπως σαφώς προκύπτει από τα επισκοπούμενα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - τότε εκκαλούντος δεν υπέβαλε κάποιο αυτοτελή ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, τούτο όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο όμως οφείλει απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει για την απόρριψη αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοια υποχρέωση έχει το Δικαστήριο όταν το αίτημα της αναβολής είναι σαφές και ορισμένο και ειδικότερα, όταν ζητείται να κληθεί και να προσέλθει στο δικαστήριο κάποιος μάρτυρας, πρέπει να αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα καταθέσει ο μάρτυρας και αν τα ζητήματα αυτά δεν έχουν διευκρινισθεί από την μέχρι τότε ακροαματική διαδικασία και είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Εάν το αίτημα της αναβολής της δίκης δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, μετά την περάτωση της αποδεικτικής διαδικασίας, πριν από την οποία όλοι οι παράγοντες της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και ο εκπροσωπήσας του αναιρεσείοντα συνήγορος, απάντησαν αρνητικά στην ερώτηση του προέδρου του Δικαστηρίου αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αφού ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορούμενου - τότε εκκαλούντος λόγω αμφιβολιών, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος λαβών το λόγο ανέπτυξε την υπεράσπισή του, δήλωσε ότι συντάσσεται με την πρόταση του Εισαγγελέα, περαιτέρω ζήτησε κατά λέξη "άλλως την αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας ...". Το αίτημα όμως αυτό όπως διατυπώθηκε, ήταν εντελώς αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του απαραδέκτου αυτού αιτήματος. Τούτο καταλήγοντας στην περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος έκρινε πρόδηλα ότι δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση του ως άνω μάρτυρα για κρείσσονες αποδείξεις και ότι το παραπάνω ως εκ χρόνου και τον τρόπο της επικουρικής και αόριστης διατυπώσεώς του είχε την έννοια της ευχής και εντεύθεν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως (άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ). Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπήρχε άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ότι δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6746/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.