Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 575 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποκτήματα . Περίληψη: Αποκτήματα γάμου. Στοιχείο της αγωγής από το άρθρο 1400 Α.Κ. και περιεχόμενο της απόφασης δεν είναι και η αναγωγή της αξίας των αποκτημάτων κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσεως του γάμου στην αξία αυτών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ούτε, επί της τεκμαρτής συμβολής, η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος. Ορθός προσδιορισμός από το Εφετείο της αξίας των περιουσιακών στοιχείων κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου. Πότε νομίμως επαναφέρεται με τις προτάσεις στο Εφετείο ισχυρισμός που προβλήθηκε πρωτοδίκως. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει 2042/2011 Εφετείου Θεσσαλονίκης). Αριθμός 575/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δ. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανέζα Κονταξή. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ε. του Μ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Κουφοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14408/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2042/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 4-3-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αυτής και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την αναγωγή, όμως, σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής. Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζητήσεως ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γενέσεως της αξιώσεώς του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει αυξηθεί και να ζητήσει αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού. Η παράλειψη όμως του ενάγοντος να αξιώσει τέτοια αναπροσαρμογή δεν δημιουργεί ελάττωμα του δικογράφου της αγωγής και δεν καθιστά την τελευταία αόριστη συνεπεία τούτου. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην απόφαση και η αξία της τελικής περιουσίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1029/2011, 1673/2011). Εξάλλου, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος, από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1673/2011, 536/2009 ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα απέκτησε και, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου τους στις 8-3-2006, διατηρούσε δύο περιουσιακά στοιχεία, ήτοι τα 3/4 ενός διαμερίσματος 46,20 τ.μ. που της ανήκε κατά κυριότητα και ένα διαμέρισμα 98,82 τ. μ. που της ανήκε κατ' επικαρπία, τα ακίνητα δε αυτά απέκτησε με τη συμβολή και του ενάγοντος, δια της ενασχόλησης αυτού στην επιχείρηση εμπορίας ενδυμάτων που αυτή διατηρούσε, της ιδρύσεως από κοινού και εκμετάλλευσης εταιρίας εμπορίας ενδυμάτων και όμοιας ατομικής απ' αυτόν επιχείρησης. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου ανερχόταν στα ποσά των 30.000 και 120.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με βάση τις παραδοχές αυτές και την τεκμαιρόμενη κατά το 1/3 συμβολή του ενάγοντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα την αντιστοιχούσα στη συμβολή του σε χρήμα αξία από 50.000 ευρώ (150.000Χ1/3). Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α ) Δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συγκεκριμένα να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή για το λόγο ότι δεν προσδιοριζόταν σ' αυτήν η αξία της πλήρους κυριότητας της επικαρπίας του δεύτερου ακινήτου, η ηλικία της επικαρπώτριας εναγομένης και η διάρκεια της επικαρπίας, ήτοι αν αυτή ορίστηκε ως ισόβια, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθόσον τα στοιχεία αυτά, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αγωγής από το άρθρο 1400 του Α.Κ., αλλά λαμβάνονται υπόψη, κατ' άρθρο 15 του ν.δ. 118/1973, για τον υπολογισμό και μόνο του καταβλητέου φόρου επί μεταβίβασης της επικαρπίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. β ) Διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα αφενός της αξίας της επικαρπίας του δεύτερου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου και αφετέρου της συμβολής του ενάγοντος, δεχόμενο ότι η αξία της επικαρπίας ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου στο ποσό των 120.000 ευρώ, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται στην απόφαση η αξία της πλήρους κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, η σύσταση της επικαρπίας ως ισόβιας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου και η ηλικία της επικαρπώτριας, ούτε να υπολογισθεί με βάση τα στοιχεία αυτά η αξία της επικαρπίας σε ποσοστό της πλήρους κυριότητας, όπως ορίζει το άρθρο 15 του ν.δ. 118/1973, αφού τα εν λόγω στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 Α.Κ. Όσον αφορά δε τη συμβολή του ενάγοντος δεν ήταν αναγκαία η σε χρήμα αποτίμηση των υπηρεσιών του, διότι το Εφετείο δέχθηκε ως συμβολή του ενάγοντος την τεκμαιρόμενη από το άρθρο 1400 Α.Κ. και όχι την επικληθείσα με την κύρια βάση της αγωγής πραγματική συμβολή από 50%., οπότε και μόνο απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η αποτίμηση των υπηρεσιών που προσέφερε ο ενάγων. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία η αναγωγή της αξίας που είχαν τα αποκτήματα κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου στην αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας είναι εκείνος της αμετάκλητης λύσεως του γάμου και δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμός ότι η αξία των ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν μικρότερη από την αξία αυτών κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν η αξία των αποκτημάτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αναιρεσείουσα υπέστη βλάβη και έχει έννομο συμφέρον για την προβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αφού τέτοια βλάβη θα υφίστατο αυτή αν η αξία των αποκτημάτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν μικρότερη από εκείνη που δέχθηκε το Εφετείο ότι είχαν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου (βλ. ΑΠ 1029/2013). Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΑΠ 1018/2008, ΑΠ 137/2008, ΑΠ 1018/2008, ΑΠ 1011/1994). Έτσι η μη λήψη από το Εφετείο υπόψη των ισχυρισμών αυτών δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ` αυτήν, το Εφετείο κατόπιν αποδοχής της εφέσεως του ενάγοντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του γάμου, το ποσό των 50.000 ευρώ. Η εναγομένη, ως εφεσίβλητη, υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου τις από 13-5-2011 προτάσεις της, στις οποίες ουδόλως αναφέρεται στην ένσταση που υπέβαλε πρωτοδίκως, ότι για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας της θα πρέπει να αφαιρεθεί το παθητικό που αυτή παρουσίαζε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου και συνίστατο στις ανεξόφλητες δόσεις του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει για την αγορά του δεύτερου ακινήτου. Η αναφορά στο τέλος των προτάσεών της ότι " κατά τα λοιπά αναφέρομαι στις προτάσεις μου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες θεωρώ ενιαίες με τις παρούσες προτάσεις μου του δεύτερου βαθμού" δεν αποτελεί νόμιμη επαναφορά στο Εφετείο της ως άνω ενστάσεως, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεών της που υπέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-1-2012 αίτηση της Δ. Β., κατοίκου ..., για αναίρεσης της υπ' αριθ. 2042/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2014. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.