← Ελλάδα

ΑΠ 579/2013 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 579 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Έφεση εκπρόθεσμη. Έλλειψη αιτιολογίας. Στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η απόφαση που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη, διότι α) παρέλειψε να αναφέρει τα στοιχεία του αποδεικτικού επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (ονοματεπώνυμο και ιδιότητα αυτού που ενήργησε την επίδοση), β) δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας που εξετάστηκε και έγγραφα) μάλιστα στην αρχή του σκεπτικού δεν εμπεριέχεται η στερεότυπη γενική και κατ' είδος αναφορά στα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και γ) δεν αιτιολογήθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που διατυπώθηκε με την έφεση ότι είχε γνωστή διαμονή. Αριθμός 579/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2435/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1204/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη σχετική παραδοχή, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2435/2012, απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9076/18-4-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης έξι

(6)μηνών με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή 2.900 Ευρώ για παράβαση των άρθρων 1, 2, 7 παρ.1 β.δ.497/1972 σε συνδ. με άρθρο 23 Ν. 248/1914, όπως αντικ. με άρθρο 13 παρ.2 ν. 2538/1997και άρθρο 15 παρ.3 Ν. 3732/
  1. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος επικαλέσθηκε, ως λόγο έφεσης και το γεγονός ότι, κακώς του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως άγνωστης διαμονής, δοθέντος ότι ήταν γνωστής διαμονής, και συνεπώς η επίδοση είναι άκυρη. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε παρόντος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επειδή, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο (ως συμβούλιο) ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε να πληρώσει τα έξοδα και τα τέλη της δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ.9076/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 15-09-2004, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης που βρίσκεται στη δικογραφία. Ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση του στις 25-04-2012, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Επειδή από την όλη αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης του κατηγορουμένου και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης συμφωνά με τις διατάξεις του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ.". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπροθέσμου και απαραδέκτου απόφασης του δικαστηρίου, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δε διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Και ναι μεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε το από "15/9/2004, αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής", και στη συνέχεια στο πιο πάνω σκεπτικό γίνεται λόγος ότι η απόφαση κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο "στις 15-9-2004, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης που βρίσκεται στη δικογραφία", πλην, όμως, δεν αναφέρονται τόσο κατά την ανάγνωση του ως άνω αποδεικτικού, όσο και στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό αυτό, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε η μνεία του απαραίτητου, κατά τα προεκτεθέντα, αυτού στοιχείου, (δηλαδή η αναφορά του επαρκώς προσδιορισμένου αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης), να αποτελέσει παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως. (Α.Π. 595/2009). Πέραν των ανωτέρω, αν και από τα πρακτικά της συνεδρίασης, που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είχε εξετασθεί ως μάρτυρας η σύζυγος του τότε εκκαλούντος, Φ. Κ., και είχε απολογηθεί ο κατηγορούμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι η διαμονή αυτού ήταν γνωστή στην προαναφερθείσα διεύθυνση της επαγγελματικής τους στέγης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στην αιτιολογία που προαναφέρθηκε, παρέλειψε να αναφέρει ότι έλαβε υπ' όψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, αλλά και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν προς διαμόρφωση της ουσιαστικής του κρίσης. Εφ' όσον, λοιπόν, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεδομένου του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προηγήθηκε της αιτιολογίας η στερεότυπη, γενική και κατ' είδος αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ούτε κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών έγινε αναφορά σε αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 2003/2009). Τέλος, η αιτιολογία περιορίζεται στην παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή ανωτέρας βίας, και δεν εκτείνεται στην ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως εκ του λόγου ότι η επίδοση έγινε στον εκκαλούντα- κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός κατά το χρόνο αυτό ήταν γνωστής διαμονής, καίτοι η ακυρότητα αυτή προβλήθηκε από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, όπως ήδη προαναφέρθηκε (Α.Π. 1175/2007). Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι ελλείψεις αυτές, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ) και το οποίο, εάν ήθελε κρίνει παραδεκτή την ασκηθείσα έφεση [δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής], θα αποφανθεί και περί της παραγραφής ή μη του αδικήματος που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2435/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου
  2. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.