← Ελλάδα

ΑΠ 581/2010 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 581 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής, Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 581/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 2076/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ.ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 2076/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η από 5/6/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 40433/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα

(12)μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Με την έφεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής εκθέσεως εζητείτο η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και η απαλλαγή του εκκαλούντος κατηγορουμένου διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εξετίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και εκδηλώνετο ότι ασκήθηκε η έφεση εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι της 27/5/2008 οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεση της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... στην ... και η προσβαλλόμενη επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη και έτσι η έφεσή του έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού η ως άνω απόφαση δεν του επιδόθηκε νομίμως. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος δέχτηκε τα παρακάτω σχετικά με την ουσιαστική κρίση του: "Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την 40433/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η οποία μετετράπη προς 1.500 δραχμές για κάθε ημέρα φυλάκισης. Όπως αποδεικνύεται από το από 23-6-2003 αποδεικτικό επιδόσεως της αστυφύλακος ..., που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε στις 23-6-2003 στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων, που έχει οριστεί από το Δήμαρχο Αθηνών, υπάλληλο, επειδή ήταν άγνωστης διαμονής, αφού αυτός αναζητήθηκε στην οδό ... αριθμός ... στην ... και δεν βρέθηκε να κατοικεί εκεί. Ο εκκαλών άσκησε την κρινόμενη έφεση του στις 5-6-2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του 473 ΚΠΔ προθεσμίας. Με την έκθεση εφέσεως δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της σε βάρος του ποινικής δίωξης και της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά ήταν γνωστής [διαμονής] και κατοικούσε στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις Αρχές. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνη γνωστός τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου είναι η οδός ..., την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει στην από 5-12-1996 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το δικηγόρο Αθηνών Περικλή Ποτόλια. Αυτήν την υπόθεση δήλωση την παρέδωσε στο ΑΑ, δηλώνοντας ότι "οι συναλλαγματικές που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από αυτόν [ΑΑ] ... έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του". Μετά δε από την άσκηση 19-9-1997 ανακοπής του ΑΑ κατά της 480/1997 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και της προσβολής ως πλαστών των συναλλαγματικών, ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για πλαστογραφία, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Όμως βρέθηκε ότι στην ως άνω διεύθυνση δεν κατοικούσε. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., που αναγνώστηκε, αυτός βρήκε από το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας του κατηγορουμένου τον τόπο κατοικίας του στην οδό ..., όπου μετέβη για την επίδοση της εκκαλουμένης. Επομένως, αυτή η γνωστή διεύθυνση του εκκαλούντος στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία, αφού αναζητήθηκε και απουσίαζε σε άγνωστο μέρος και δεν βρέθηκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ, εγκύρως επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής. Ούτε ο ίδιος άλλωστε δήλωσε ποτέ αρμοδίως μεταβολή της κατοικίας του, ώστε η επίδοση να γίνει σε νέα διεύθυνσή του. Επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή του ως απαράδεκτη, εξαιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (23-6-2003), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (5-6-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον επομένως ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στο δελτίο αστυνομικής του ταυτότητας ως τελευταία γνωστή κατοικία του (οδός ...) και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Εφετείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ...που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Τέλος η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται κατ' αυτόν στο ότι οι αρμόδιες Αρχές του αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να ανεύρουν την πραγματική του κατοικία, δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-4-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2076/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.