Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 585 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Πότε υπάρχουν νέα στοιχεία - νέες αποδείξεις. Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας και μη. Προσκόμιση νέων εγγράφων μη καλυπτόντων όμως τα περιστατικά για τα οποία έχει καταδικαστεί ο αιτών. Απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως κατ' ουσία αβάσιμης. Αριθμός 585/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κοσμάτο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.5.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 733/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 307/23.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 12-5-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 501-502/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη επτά ετών και οκτώ μηνών για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/50 και υπεξαγωγή εγγράφων, και εκθέτω τα ακόλουθα : ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημ/μα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος αυτός. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ.
- 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας
- σελ. 214 και 215). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για κακούργημα από το Πενταμελές Εφετείο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. ΙΙΙ. Με την παραπάνω 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου ο ΑΑ και ο αιτών Χ: α) για εξακολουθητική υπεξαίρεση από κοινού με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 πράξη που τέλεσαν στην ... από 9-12-1995 μέχρι 31-12-1997 σε βάρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... του οποίου με την ιδιότητα του ταμία ο πρώτος και του λογιστή - ταμία ο δεύτερος ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 80.595.925 δρχ. και β) για υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού πράξη που τέλεσαν στον ίδιο τόπο τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1999 με την απόκρυψη διαφόρων βιβλίων, τιμολογίων, αποδείξεων και άλλων εγγράφων που ανήκαν στον ίδιο συνεταιρισμό. Η καταδίκη τους αυτή επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο με την 1506/2007 απόφασή του που απέρριψε σχετικές αιτήσεις αναιρέσεως και των δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων. Το Πενταμελές Εφετείο κατάληξε στην καταδικαστική απόφαση αφού δέχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι 1) ΑΑ και 2) Χ κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-1995 έως 31-12-1997 ήταν ο μεν πρώτος μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ταμίας, ο δε δεύτερος λογιστής και παράλληλα και ταμίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... και με τις ιδιότητές τους αυτές, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν κινητά πράγματα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί πρόκειται περί αντικειμένων, που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους. Στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, είχαν ανατεθεί και τα καθήκοντα του ταμία του συνεταιρισμού με σχετική διάταξη του καταστατικού του και αυτά συνίσταντο στην ανάληψη μετά του Προέδρου του Συνεταιρισμού διαφόρων ποσών για λογαριασμό του συνεταιρισμού και στην καταβολή, για λογαριασμό του συνεταιρισμού διαφόρων ποσών στα μέλη του και σε άλλους τρίτους δικαιούχους. Ο πρώτος απ' αυτούς ΑΑ, μαζί με τον ΒΒ, Προέδρο του Δ.Σ. του συνεταιρισμού, που ήδη φυγοδικεί και δεν έχει δικαστεί μέχρι τούδε, ασκούσε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και πράξεις αντιπροσώπευσης του συνεταιρισμού λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, και της εξουσίας που του είχε παρασχεθεί από το Δ.Σ. του συνεταιρισμού, δεδομένου ότι ανέπτυσσε πρωτοβουλίες, ελάμβανε αποφάσεις που τον δέσμευαν και επέβλεπε την ταμειακή του πορεία. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο - ... - από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα από το ταμείο της διαχείρισης του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... τα παρακάτω χρηματικά ποσά, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή τους με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους και τα οποία χρηματικά ποσά ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 80.595.925 δραχμών. Πριν προκύψει η ανωτέρω συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνήλθε η γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στον οποίον κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, στις 5-2-2000 και αποφάσισε, λόγω του ότι υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για οικονομικές ατασθαλίες, τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από τον ορκωτό λογιστή Μ
- Ο τελευταίος, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο για τις χρήσεις των ετών 1994-1998 και συνέταξε την έκθεση του, που θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, και επιβεβαιώνει των εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία, κατά τα κατωτέρω και εις το διατακτικό πλήρως αναφερόμενα περιστατικά. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι, οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον προαναφερόμενο αρχικώς συγκατηγορούμενό τους Χ3, ο οποίος δεν δικάζεται σήμερα για τους ανωτέρω λόγους, με τις ως άνω ιδιότητες τους, του Προέδρου (ο Χ3, του ταμία ο ήδη, πρώτος κατηγορούμενος του Δ.Σ. του συνεταιρισμού και του λογιστή και ταμία ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος τηρούσε και όλα τα βιβλία αυτού, αφαίρεσαν από το ταμείο του συνεταιρισμού τμηματικά ιδιαίτερα μεγάλης χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με τις ως άνω ιδιότητές τους, κατά τη διάρκεια που ο ήδη πρώτος κατηγορούμενος Χ2 (μαζί με τον ανωτέρω Χ3) είχαν την ουσιαστική διαχείριση του συνεταιρισμού, δηλαδή μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Τα ως άνω αφαιρεθέντα ποσά ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 80.595.925 δραχμών, και τα οποία στη συνέχεια τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα κατά τους κατωτέρω χρόνους, κατά τους οποίους εκδήλωσαν την πρόθεση τους για την παράνομη ιδιοποίησή τους. Συγκεκριμένα, ιδιοποιήθηκαν 1) το ποσό των 61.716.830 δραχμών την 31-12-1997, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, δια του, ενεργήσαντος για λογαριασμό όλων, δευτέρου κατηγορουμένου Χ, λογιστού, εικονικά στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1997 με κωδικό αριθμό 20-00-0000 χρήσεως 1997 και με αιτιολογία "φάρμακα- λιπάσματα" στον αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 218 στην παραπάνω ημερομηνία ότι δήθεν το ποσό αυτό δηλ των 61.716.830 δραχμών διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών. Το γεγονός ότι η εγγραφή αυτή είναι εικονική προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν παραστατικά και πώλησης σπαραγγιών, καθώς επίσης και από το ότι η ίδια αγορά, έναντι του ιδίου τιμήματος, είναι καταχωρημένη στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό 20-00-0003 χρήσεως 1997, με αιτιολογία "σπαράγγι" και με αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 225.226/30-12-
- Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διπλή εγγραφή, και όχι εικονική εγγραφή, η οποία οφείλεται σε παραδρομή. Όμως ο ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος γιατί οι ως άνω εγγραφές έγιναν με διαφορετικό κωδικό, γεγονός που ενισχύει τα ανωτέρω και δη ότι δεν πρόκειται για διπλή εγγραφή. Επίσης οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 500.000 δραχμών την 31-12-1995, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, κατά τα ανωτέρω, στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1995, με κωδικό εγγραφής 221 στην παραπάνω ημερομηνία, ότι δήθεν το ποσό αυτό των 500.000 δραχμών διατέθηκε για δαπάνες διακίνησης ροδακίνων. Η εγγραφή όμως αυτή είναι εικονική και αυτό προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα δικαιολογητικά καταβολής του ποσού και η αιτία της καταβολής. Εκτός των ανωτέρω ποσών οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν και το ποσόν των 16.137.882 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 3-12-
- Συγκεκριμένα κατά το διάστημα αυτό καταχώρισαν, στους λογαριασμούς με κωδικούς αριθμούς 40-00-0000 έως 46-00-0043, στη διάρκεια της χρήσης 1997 και δη από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997, εγγραφές πληρωμής στην ΑΤΕ, για εξόφληση δανείων, του συνολικού ποσού των 189.198.160 δραχμών. Όμως αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα αυτό κατέβαλαν για την αιτία αυτή στην Αγροτική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 173.060.272 δραχμών και όχι το ποσό των 189.198.160 δραχμών, όπως εμφαίνεται από τις ως άνω ψευδείς εγγραφές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους αυτούς
(1997)τη διαφορά μεταξύ των ως άνω ποσών (189.198.160 - 173.060.272), η οποία ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 16.137.882 δραχμών. Τέλος οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 2.241.213 δραχμών συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-
- Ειδικότερα ενεργούντες, κατά τα ανωτέρω, εμφάνισαν στα βιβλία του Συνεταιρισμού ότι την 31-12-1997 το υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεων όψεως που τηρούσε ο συνεταιρισμός στην ΑΤΕ με αριθμό ... ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.626.386 δραχμών. Δηλαδή ανέγραψαν στο υπ' αριθμ. 38-01-000 καθολικό το εν λόγω ποσό με την αιτιολογία "καταθέσεις όψεως", ενώ, όπως αποδείχτηκε το υπόλοιπο ποσό, ήταν μόνο 385.173 δραχμές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους 1997 τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών που ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 2.241.213 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι ήδη κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1999, και σε μη εξακριβωθείσες επακριβώς ημέρες, με τις ιδιότητές τους, απέκρυψαν από κοινού έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι με σκοπό να βλάψουν τον ανωτέρω συνεταιρισμό και να μην αποκαλυφθεί η ως άνω παράνομη συμπεριφορά τους. Συγκεκριμένα απέκρυψαν τα τιμολόγια αγοράς γεωργικών εφοδίων από διάφορους προμηθευτές, τις αποδείξεις πληρωμής των προμηθευτών, τα τιμολόγια πώλησης γεωργικών εφοδίων στα μέλη του συνεταιρισμού και σε τρίτους, τις αποδείξεις είσπραξης των απαιτήσεων του, τους αναλυτικούς λογαριασμούς των συναλλαγών του και το βιβλίο αποθήκης. Στην απόκρυψη των εν λόγω εγγράφων προέβησαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και ο ανωτέρω ΒΒ, με σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό και ειδικότερα για να αποφύγουν τον πλήρη διαχειριστικό έλεγχό του αν και γνώριζαν ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν δικά τους αλλ' ανήκαν στον συνεταιρισμό. Ενόψει δε της συμπεριφοράς τους αυτής ο συνεταιρισμός δεν είναι πλέον σε θέση να αποδείξει το ύψος των απαιτήσεων, που ενδεχομένως έχει από την πώληση διαφόρων προϊόντων - εφοδίων και εν γένει από τις συναλλαγές του. Προέβησαν δε οι κατηγορούμενοι (και ο ανωτέρω Χ3) στην απόκρυψη των ανωτέρω εγγράφων του συνεταιρισμού, καίτοι ειδοποιήθηκαν μάλιστα να τα παρουσιάσουν στα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και στον ανωτέρω ορκωτό λογιστή που διορίστηκε για να ελέγξει την περίοδο 1994-1997 και προφανώς και για την διαλεύκανση της ένδικης υπόθεσης, πλην όμως αυτοί επιδιώκοντας να αποφύγουν τον διαχειριστικό έλεγχο του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια που αυτοί ασκούσαν τις ανωτέρω εξουσίες τα απέκρυψαν για να παρεμποδίσουν με τον τρόπο αυτό τη χρήση αυτών ως αποδεικτικών στοιχείων, με προφανή σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό. Με την απόκρυψη των εγγράφων αυτών που επιδίωξαν οι κατηγορούμενοι κατόρθωσαν να επιφέρουν βλάβη στα συμφέροντα του συνεταιρισμού, αφού αυτός δεν είχε πλέον στην κατοχή του τα ανωτέρω έγγραφα και έτσι δεν ήταν σε θέση να αποδείξει, το ύψος των απαιτήσεων που ενδεχομένως έχει από την πώληση των γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και το ύψος των κερδών του από τις συναλλαγές αυτές. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από την εξέταση του νομίμου εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος και πό τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και οι οποίοι κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και πειστικό για την προαναφερθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων, καθώς και του ανωτέρω ΒΒ. Ειδικά οι: 1] ..., Πρόεδρος του Συνεταιρισμού από το έτος 2000, 2] ..., μέλος του συνεταιρισμού, 3] ..., μέλος του συνεταιρισμού - παραγωγός, 4] ..., 5] ... και 6] ..., μέλη του συνεταιρισμού κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο Πρόεδρος, ο Ταμίας και ο Λογιστής είχαν πρόσβαση στο ταμείο του, συνεταιρισμού ήτοι : ο ανωτέρω ΒΒ και οι ήδη κατηγορούμενοι, και οι οποίοι δεν παρέδωσαν μέχρι το 1998 και τότε η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να προσλάβουν ορκωτό λογιστή για να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο, από τον οποίο βρέθηκε έλλειμμα 85.000.000 δραχμές, τα οποία δεν υπήρχαν στο ταμείο του συνεταιρισμού, γιατί τα πήραν οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ, προσθέτοντας ότι οι τελευταίοι έφεραν αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή του διαχειριστικού ελέγχου για το ένδικο χρονικό διάστημα και δεν παρέδωσαν τα απαραίτητα στοιχεία, βιβλία και παραστατικά τόσο στα αρμόδια όργανα του συνεταιρισμού, όσο και στον Ορκωτό Λογιστή, καίτοι τους ζητήθηκαν ειδικά από τα εν λόγω πρόσωπα. Επίσης, οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν για τον τρόπο με τον οποίο ιδιοποιήθηκαν τα ως άνω χρήματα για την ανωτέρω εγγραφή στα βιβλία του συνεταιρισμού, για τα σπαράγγια, η οποία δεν είχε γίνει από λάθος των κατηγορουμένων, αλλά με τέχνασμα για να καρπωθούν τα χρήματα, τα οποία "τα έφαγαν, τα βάλανε στις τσέπες τους", γεγονός το οποίο πέτυχαν με τις ως άνω εικονικές εγγραφές. Τα ανωτέρω πιστοποιούνται και από την κατάθεση του μάρτυρα ...- ορκωτού λογιστή, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από τον διαχειριστικό έλεγχο που διενήργησε για την περίοδο 1994-1997 διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειψη 85.000.000 δρχ. περίπου για τον συνεταιρισμό, που οφείλεται στην προαναφερθείσα μέθοδο - τέχνασμα, των κατηγορουμένων, προσθέτοντας ότι "αυτοί που είχαν πρόσβαση θα μπορούσαν να πάρουν και τα χρήματα, οι κατηγορούμενοι προφανώς είχαν πρόσβαση, ο ταμίας όχι μονό μπορεί, αλλά οφείλει να έχει πρόσβαση". Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι αν γινόταν από λάθος στην περίπτωση της διπλοεγγραφής των 61.000.000 δραχμών θα υπήρχε το πλεόνασμα των 61.000.000 δραχμών στο ταμείο, αντικρούοντας έτσι τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι η κρίσιμη αυτή εγγραφή οφείλεται σε λάθος. Ωσαύτως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1) την από 23.4.1999 μηνυτήρια αναφορά του ..., 2) το με αριθμό Νο 7 πρακτικό της από 27.3.1994 Γενικής Συνέλευσης μελών του αγροτικού συνεταιρισμού ..., 3) την από 18.6.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση, 4) την από 27.6.1998 πρόσκληση δήλωση, 5) την έκθεση ελέγχου επί της οικονομικής διαχείρισης του Συνεταιρισμού ... χρήσεως 1994-1998, την οποία συνέταξε ο λογιστής, ο οποίος καταλήγει στο αιτιολογημένο συμπέρασμα από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα ως άνω χρηματικά ποσά με τους προαναφερόμενους τρόπους, 6] την από 15.7.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση και 7] την υπ' αριθμ. 248/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία περιέχονται και οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αφού δεν κατέθεσαν περιστατικά τέτοια τα οποία να αναιρούν τα ανωτέρω στοιχεία, που πλήρως πιστοποιούν την εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία. Ειδικά, ο μεν δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε αποκλειστικά για την προσωπικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, ο δε πρώτος, όλως αβασίμως κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν άκουσε τίποτε για τη συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου καίτοι ήταν γεωπόνος - αποθηκάριος στις αποθήκες του συνεταιρισμού, προσθέτοντας ότι "έκανε είσπραξη χρημάτων από την Τράπεζα και τα μοίραζε στα μέλη, εν γνώσει του ΔΣ του συνεταιρισμού, και 2] η διπλοεγγραφή δεν ξέρει "από ποιόν έγινε, δεν ξέρει ποιός έκανε την καταχώρηση" και 3] δεν άκουσε ότι πήρε έγγραφα μαζί του όταν έφυγε. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού όλως αορίστως και αβασίμως αρνούνται την τέλεση των ανωτέρω πράξεων. Με την άρνηση τους όμως αυτή δεν αιτιολογήθηκε καθόλου η επικαλούμενη μη συμμετοχή τους στην ανωτέρω τέλεση των ενδίκων πράξεων, αφού αυτές αποδείχτηκαν κατά τρόπο σαφή και πειστικό από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η τέλεση τους δεν αναιρείται ούτε και από τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά πρότασή τους". ΙV. Ο αιτών στην παραπάνω αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή κατά τον χρόνο τελέσεως αυτός : α) είχε μόνο την ιδιότητα του γραμματέα του συνεταιρισμού ..., β) δεν είχε την ιδιότητα του λογιστή ταμία γ) δεν είχε καμιά διαχειριστική εξουσία στα οικονομικά του συνεταιρισμού και δ) η οικονομική του επιφάνεια ήταν περιορισμένη με συνέπεια να λάβει δάνεια από την ΑΤΕ, την ΕΤΕ και την CITY BANK . Για να αποδείξει αυτός τις θέσεις του αυτές προσκομίζει και επικαλείται: α) τέσσερες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ... που επιβεβαιώνουν όσα παραπάνω ισχυρίζεται β) δανειακές συμβάσεις με τις παραπάνω τράπεζες γ) κατασχετήρια έκθεση για μη εξόφληση δανείου και δ) καταστάσεις εξόφλησης των παραγωγών σπαραγγιού του έτους
- V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών κατηγορούμενος δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του. Συγκεκριμένα το ταυτόσημο περιεχόμενο των παραπάνω τεσσάρων νέων ενόρκων κατατέθηκε από τους τρείς πρώτους μάρτυρες και στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και αξιολογήθηκε από αυτό χωρίς να το αποδεχθεί. Μάλιστα την ίδιες θέσεις είχε διατυπώσει απολογούμενος και ο κατηγορούμενος που δεν έγιναν δεκτές. Δηλαδή ο αιτών επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος του χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντάς την έμμεσα ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκε, δικονομικά ανεπίτρεπτο. Τέλος τα υπόλοιπα έγγραφα που ο αιτών προσκομίζει δεν είναι νέα στοιχεία και αποδείξεις αφού όλα έχουν συνταχθεί πριν την εκδίκαση της κατηγορίας στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και αυτός τα είχε στην κατοχή του και είχε την δυνατότητα να τα προσκομίσει για να αξιολογηθούν. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και την μετά βεβαιότητας αθώωσή του και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (α. 529 του Κ.Π.Δ.) επειδή δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει η παραπάνω αίτηση επανάληψης της διαδικασίας που είναι προϋπόθεση ικανοποίησης του αιτήματος αυτού (ΑΠ 177/2007). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 12-5-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 501-502/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη επτά ετών και οκτώ μηνών για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/50 και υπεξαγωγή εγγράφων, Β) Να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως και Γ) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 12.5.2009 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, κάτοικος ..., επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά
(7)ετών και οκτώ
(8)μηνών, για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950 και υπεξαγωγή εγγράφων, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 28.6.2006 αιτήσεως αναιρέσεώς του και ήδη αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας με την υπ' αριθ. 1506/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκτός των άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκειμένης δίκης, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και καταδίκασε αυτόν σε ποινή κάθειρξης επτά
(7)ετών και φυλάκισης δέκα οκτώ
(18)μηνών αντίστοιχα και συνολικά σε ποινή κάθειρξης επτά
(7)ετών και οκτώ
(8)μηνών, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 2 του ν. 1608/1950 και της υπεξαγωγής εγγράφων αντίστοιχα, μετά την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου του (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) και ειδικότερα του ότι, ενεργώντας από κοινού με τον τότε συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατοίκου ..., "στην ...: Α) στους παρακάτω χρόνους τυγχάνοντες ο πρώτος (ΑΑ) και ο δεύτερος (Χ), λογιστής και ταμίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 9.12.1995 έως 31.12.1997, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα εν όλω κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία οπωσδήποτε περιήλθαν στην κατοχή τους, η δε πράξη τους αυτή ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί πρόκειται περί αντικειμένων που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς με τις ως άνω ιδιότητές των ... . Ειδικότερα, του ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα από το ταμείο της διαχείρισης του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., τα παρακάτω αναφερόμενα ειδικότερα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 80.595.925 δρχ. Δηλαδή α) την 31-12-1997, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 61.716.830 δραχμών και προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του Συνεταιρισμού, στην καρτέλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1997 με κωδικό αριθμό 20-00-0000, αιτιολογίας "φάρμακα-λιπάσματα" στον αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 218, καταχώρισαν στην παραπάνω ημερομηνία ότι δήθεν το ποσό αυτό (δηλαδή των 61.716.830 δραχμών) διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών. Η εγγραφή όμως αυτή ήταν εικονική και έγινε με σκοπό και μόνο να δικαιολογηθεί το έλλειμμα αντίστοιχου ποσού από το ταμείο του Συνεταιρισμού και τούτο διότι, αφενός δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά αγοράς και πώλησης των σπαραγγιών, αφετέρου η ίδια αγορά, έναντι του ίδιου τιμήματος, ήταν ήδη καταχωρημένη στον λογαριασμό με κωδικό αριθμό ... χρήσης 1997, αιτιολογίας "σπαράγγι", με αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 225-226/30.12.1997, β) Την 31.12.1995, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 500.000 δραχμών και προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του Συνεταιρισμού, στην καρτέλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1995, με κωδικό εγγραφής 221, καταχώρισαν στην παραπάνω ημερομηνία, ότι δήθεν το ποσό αυτό [δηλαδή των 500.000 δραχμών] διατέθηκε για τη διακίνηση ροδάκινων. Η εγγραφή όμως αυτή ήταν εικονική και έγινε με σκοπό και μόνο να δικαιολογηθεί το έλλειμμα αντίστοιχου ποσού από το ταμείο του Συνεταιρισμού και τούτο, διότι δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά καταβολής του ποσού και η αιτία καταβολής, γ) για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.1997 και σε μη εξακριβωθείσες ημεροχρονολογίες, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 16.137.882 δραχμών. Συγκεκριμένα, αν και όφειλαν να καταβάλουν, για λογαριασμό του Συνεταιρισμού ..., στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το συνολικό ποσό των 189.198.160 δραχμών, για δάνεια χρήσης 1997, που έλαβε ο Συνεταιρισμός από την Τράπεζα, κατέβαλαν τελικά μόνο το ποσό των 173.060.272 δραχμών, προς εξόφληση των δανείων και την διαφορά των 16.137.882 δραχμών την ιδιοποιήθηκαν παράνομα, στα δε βιβλία του Συνεταιρισμού και συγκεκριμένα στους λογαριασμούς με κωδικούς αριθμούς 46-00-0000 έως και 46-00-0043 καταχώρησαν, στη διάρκεια χρήσης 1997 [δηλαδή από 1.1.1997, έως 31.12.1997], εγγραφές πληρωμής στην ΑΤΕ για εξόφληση δανείων, ύψους 189.198.160 δραχμών, οι οποίες όμως είναι εικονικές, ως προς μέρος του ποσού των 16.137.882 δραχμών που ιδιοποιήθηκαν, και δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.1.1997 και σε μη εξακριβωθείσα στην ανάκριση ημεροχρονολογία, ιδιοποιήθηκαν το συνολικό ποσό των 2.241.213 δραχμών, από τον λογαριασμό καταθέσεων όψεως του Συνεταιρισμού που τηρούν στην αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, με αριθμό ..., από τον οποίο είχαν τη δυνατότητα: ο ΑΑ, ως ταμίας, με τον ΒΒ (που δεν είναι τώρα κατηγορούμενος), ως Πρόεδρος, με την ιδιότητά τους ως μελών στο ΔΣ του Συνεταιρισμού, να αναλαμβάνουν χρήματα, εμφάνισαν δε στα βιβλία του Συνεταιρισμού, ότι δήθεν το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού την 31.12.1997 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 2.626.386 δραχμών, στο υπ' αριθ. 38-01-0000 γενικό καθολικό με την αιτιολογία "καταθέσεις όψεως", ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν μόνο 385.173 δραχμές και το ελλείπον το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Την παραπάνω πράξη τους τέλεσαν σε βάρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο, κατά τις κείμενες διατάξεις, μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ή από τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 263 Α περ. δ' και η συνολική ζημία που προξενήθηκε σ' αυτόν υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Β) Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1999, και σε μη εξακριβωθείσες στην ανάκριση ημέρες, με τις παραπάνω ιδιότητές, τους, από κοινού με τον ΒΒ, Πρόεδρο του ανωτέρω συνεταιρισμού, με σκοπό να βλάψουν άλλον απέκρυψαν από κοινού έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 του ΠΚ), των οποίων δεν ήταν κύριοι. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, τους ζητήθηκαν από τη διοίκηση του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., η οποία ανέθεσε σε Ορκωτό Λογιστή τη διενέργεια λογιστικού ελέγχου στον Συνεταιρισμό, τα πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα που αφορούν τη διακίνηση γεωργικών εφοδίων από τον Συνεταιρισμό και συγκεκριμένα τα τιμολόγια αγοράς γεωργικών εφοδίων από τους προμηθευτές, οι αποδείξεις πληρωμής των προμηθευτών, τα τιμολόγια πώλησης των γεωργικών εφοδίων στα μέλη του συνεταιρισμού ή και σε τρίτους, οι αποδείξεις είσπραξης των απαιτήσεων αυτών, οι αναλυτικοί λογαριασμοί των συναλλαγών με πελάτες και προμηθευτές και το βιβλίο αποθήκης, προκειμένου να λάβει γνώση ο Συνεταιρισμός, του ύψους των εσόδων που είχε από την εμπορία γεωργικών εφοδίων προς τα μέλη τους, καθώς και το ύψος των υποχρεώσεών του. Πλην όμως, απέκρυψαν από κοινού όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα και αρνήθηκαν να τα παραδώσουν αλλά και να τα επιδείξουν, με σκοπό να βλάψουν τον Συνεταιρισμό. Η βλάβη δε, που επιδίωξαν και κατάφεραν να προξενήσουν με την πράξη τους αυτή, συνίσταται στο ότι, μη έχοντας στην κατοχή του ο Συνεταιρισμός τα παραπάνω έγγραφα, δεν είναι σε θέση να αποδείξει, το ύψος των απαιτήσεων, που ενδεχομένως έχει από την πώληση των γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, ούτε και να γνωρίζει το ύψος των κερδών του από τις συναλλαγές αυτές". Ήδη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία τέσσερες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, παραστατικά - καταστάσεις πληρωμής παραγωγών της ΑΤΕΒΑΝΚ (καταστήματος ...), δύο συμβάσεις λήψεως δανείων από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος κατά τα έτη 1994 και 1995, την υπ' αριθ. 449/2005 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ..., με την οποία επισπεύδεται σε βάρος του πλειστηριασμός για χρέη του προς την CITIBANK και τις υπ' αριθ. ... και .../1995 συμβάσεις κατάρτισης ενυποθήκου δανείου μεταξύ αυτού και της ΕΤΕ, ποσού 5.048.000 δραχμών, από τα οποία (νέα στοιχεία), σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για τις πιο πάνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε άδικα. Από την επισκόπηση όμως όλων των προσκομισθέντων από τον αιτούντα εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Από τις υπ' αριθ. ..., ..., ... και .../2009, με όμοιο περιεχόμενο, ένορκες βεβαιώσεις του ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Γιαννιτσών ..., προκύπτει μόνο το έντιμο του βίου του αιτούντος, ελαφρυντική περίσταση που δέχθηκε και το Δικαστήριο που τον καταδίκασε και ο αποκλεισμός από τους τέσσερις μάρτυρες ο αιτών να τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος λόγω του ότι φέρεται να ενεργούσε κατ' αυτούς πάντοτε κατ' εντολή του τότε προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., πλην όμως αυτό, και αληθινό υποτιθέμενο, δεν αίρει την ποινική ευθύνη του ιδίου, ούτε αποκλείει την συναυτουργία του στην τέλεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετάκλητα. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο μεν ... εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι δε ... και ..., ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους, εκτός του ότι η αρχική του πρώτου αυτών είναι εν μέρει διαφορετική της αντίστοιχης ένορκης βεβαίωσης, συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το Δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αιτούντα κρίσης του. β) από τις προσκομιζόμενες σε ακριβές φωτοαντίγραφο καταστάσεις από τις πρωτότυπες που τηρούνται στο αρχείο της Αγροτικής Τράπεζας (κατάστημα ...) προκύπτει η καταβολή χρηματικών ποσών διαφόρου ύψους στους αγρότες - μέλη του ως άνω συνεταιρισμού για την παραγωγή σπαραγγιών, πλην όμως ουδαμώς προκύπτει ότι το ποσό των 61.716.830 δρχ. διατέθηκε δύο φορές κατά το έτος 1997 για την αγορά σπαραγγιών από τον εν λόγω συνεταιρισμό που θα οδηγούσε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν έγινε παράνομη ιδιοποίηση του προαναφερομένου ποσού με την εγγραφή του δύο φορές στην καρτέλα αναλυτικού χρήσης 1997 και την έξοδο του ποσού αυτού δύο φορές από το Ταμείο του Συνεταιρισμού προς διάθεση δήθεν και αυτού για την αγορά σπαραγγιών. Ο αιτών δεν προσκόμισε σχετική βεβαίωση είτε από τον ως άνω συνεταιρισμό είτε από την Αγροτική Τράπεζα, υπογραφόμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτών, με σαφές περιεχόμενο, περί του πραγματικού ποσού που διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών κατά το έτος 1997 ή επιδοτήθηκαν τα μέλη του συνεταιρισμού κατά το έτος 1997 για την ως άνω αιτία. Και γ) η λήψη δανείων από τον αιτούντα κατά τα έτη 1994 και 1995, ύψους 5.600.000 δρχ. και 327.834 δρχ. (από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) και 5.048.000 δρχ. (ενυπόθηκο από την ΕΤΕ) ως και η κατάσχεση ακινήτου περιουσίας και επίσπευση πλειστηριασμού της για χρέη του προς τη CITIBANK δεν αποκλείει και δεν ανατρέπει την εγκληματική δραστηριότητα και ειδικότερα αυτήν που δέχθηκε η αμετάκλητη υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την επισήμανση ότι οι χρόνοι λήψης των ανωτέρω δανείων είναι προγενέστεροι εκείνων, κατά τους οποίους έγινε δεκτό ότι τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τις προσκομισθείσες τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά προσκομισθέντα πιο πάνω έγγραφα, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου 1608/1950 (άρθρο 2) και της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1β και 2 και 222 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950), για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, το δε αίτημα περί αναστολής της εκτέλεσης της ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο εξέτασής του και είναι απορριπτέο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει το αίτημα του ως άνω αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ