Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 599 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη, έννοια του εγκλήματος. Ως γεγονότα κατά την έννοια του σχετικού άρθρου (368 ΠΚ) νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 599/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2000, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Ζ, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1283/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 369/6-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 4/8-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3664/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ και την μη ασκήσασα αναίρεση κατηγορουμένη Ζ, α.λ.σ, προκειμένου να δικαστούν ο πρώτος ως υπαίτιος της αξιοποίνου πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, από υπαίτιο που τελεί απάτες κατ' επάγγελμα και η δεύτερη της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθμ. 1338/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 7-9-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 4-8-2009 η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 28-8-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θάνο, δυνάμει της προσκομισθείσης κατά την άσκησή της από 26-8-2009 εξουσιοδοτήσεως, συντάχθηκε δε περί αυτής η υπ' αριθμ. 158/28-8-2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής(Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π 266/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 812, Α.Π 830/2006 Ποιν Δικ. 10/2006,1227). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι με αυτήν προβλέπεται και τιμωρείται η απάτη σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος( Α.Π 548/2008). ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρει ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ή του Δικαστικού Συμβουλίου ( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το Δικαστικό Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ολοκληρωτική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα: Από την άνοιξη του έτους 2004, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ δημιούργησε επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με έδρα την οδό ... Στην επιχείρησή του αυτή, μεταξύ των άλλων απασχολούσε ως εργάτες και κάποιους υπηκόους .... Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005, η υπήκοος ... Ζ την οποία απασχολούσε ως γραμματέα του, τον έφερε σε επαφή με διάφορους ομοεθνείς της, γυναίκες κατά κύριο λόγο. Εκμεταλλευόμενος την ευπιστία των τελευταίων, το καλοκάγαθο του χαρακτήρα τους, την ελλιπή από την πλευρά τους γνώση της Ελληνικής γλώσσας και την άγνοια των σχετικών διαδικασιών, παρέστησε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα συγγενικών τους προσώπων, αναλαμβάνοντας όλες τις διατυπώσεις νόμιμης εισόδου και έκδοσης των απαραίτητων για την παραμονή τους νομιμοποιητικών εγγράφων, δηλαδή της άδειας παραμονής και εργασίας, καθώς θα τους απασχολούσε ως εργάτες στην εταιρεία καθαρισμού κτιρίων που διατηρούσε.Τους δήλωσε μάλιστα ότι ο Ελληνικός νόμος του παρείχε την δυνατότητα αυτή, αφού διέθετε στο όνομά του εταιρεία, την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει προκειμένου να επιτύχει την νόμιμη μετάκληση των συγγενών τους, τις προέτρεψε μάλιστα να διαδώσουν την είδηση αυτή, σε όσο το δυνατόν περισσότερους ομοεθνείς τους. Προκειμένου να γίνει περισσότερο πειστικός, οδηγούσε τις ενδιαφερόμενες σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία ... το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία του επί της οδού .... Στο γραφείο αυτό εκδίδονταν αμέσως αποδείξεις με τη φίρμα του παραπάνω πρακτορείου, στις οποίες αναγράφονταν τα στοιχεία ενός εκάστου δικαιούχου αεροπορικού εισιτηρίου που επρόκειτο να μετακληθεί και η ακολουθητέα διαδρομή μεταξύ .... Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, η ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών και υλοποίηση της υποτιθέμενης μετάκλησης, δεν θα υπερέβαινε, σε καμία περίπτωση, τους 3 μήνες για κάθε άτομο. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τις παρακάτω αλλοδαπές οι οποίες του κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία κυμαίνονταν από 750 έως 13.000 ευρώ, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.. Είχε μάλιστα συντάξει και ιδιωτικά συμφωνητικά εξώνησης, δυνάμει των οποίων δεχόταν κοσμήματα και άλλα τιμαλφή από όσες αλλοδαπές δεν είχαν τη δυνατότητα να του καταβάλλουν τα ποσά που απαιτούσε, αναλάμβανε δε την υποχρέωση επιστροφής των τιμαλφών αυτών ευθύς μετά την πλήρη εξόφλησή του. Στα πλαίσια της κοινής τους δράσης η συγκατηγορούμενη του Ζ παρελάμβανε για λογαριασμό του τα χρήματα των ομοεθνών της, διαβεβαιώνοντάς τις ότι ο τελευταίος θα πραγματοποιούσε όσα είχε συμφωνήσει μαζί τους . Συγκεκριμένα του κατέβαλαν : 1) Η Α1 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει στην Ελλάδα την αδελφή της ... και την εξαδέλφη της ... 2) Η Α2 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την κόρη της. 3 ) Ο Α3 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει την κόρη του .... 4) Η Α4 το ποσό των 2.250 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 5) Η Α5 το ποσό των 6.000 ευρώ για να φέρει την εξαδέλφη της .... 6) Η Α6 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 7) Α7 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 8) Η Α8 το ποσό των 13.000 ευρώ για να φέρει τον αδελφό της ... και την ανεψιά της .... 9) Η Α9 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει τον γιό της .... 10) Η Α10 το ποσό των 8.300 ευρώ για να φέρει την κόρη της ....11) Η Α11 το ποσό των 7.350 ευρώ για να φέρει την κόρη της Lea και τον γιό της .... 12) Α12 το ποσό των 7.635 ευρώ για να φέρει ανεψιά της .... 13) Α13 το ποσό των 6.550 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 14) Η Α14 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει κουνιάδα της .... 15) Η Α15 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 16) Α16 το ποσό των 2.500 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.350 ευρώ για να φέρει την .... 17) Α17 το ποσό των 4.850 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.500 ευρώ, για να φέρει την ανεψιά της .... 18) Η Α18 το ποσό των 4.850 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 19) Η Α19 το ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και 3 χρυσά κοσμήματα(1 δαχτυλίδι και 2 αλυσίδες) για να φέρει τον αδελφό της .... 20) Η Α20 το ποσό των 1.500 ευρώ για να φέρει την .... 21) Α21 το ποσό των 6.550 ευρώ, και 22) Η Α22 το ποσό των 750 ευρώ για να φέρει την .... Αφού παρήλθε το χρονικό διάστημα των τριών μηνών, εντός του οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, θα είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες και θα είχαν υλοποιηθεί οι μετακλήσεις, οι αλλοδαπές που του είχαν καταβάλλει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ζήτησαν επανειλημμένα τον εκκαλούντα να τους εξηγήσει την αιτία της καθυστέρησης. Ο εκκαλών σε άλλες από αυτές επικαλείτο γραφειοκρατικά προβλήματα, ζητώντας τους και άλλα χρήματα και σε άλλες ότι επρόκειτο σύντομα να εκδώσει τα αεροπορικά εισιτήρια των υπό μετάκληση συγγενών τους. Τις διαβεβαίωνε επίσης ότι η μετάκληση αυτών θα γινόταν οπωσδήποτε, επειδή είχε ισχυρούς φίλους τόσο στη Νομαρχία όσο και στην Αστυνομία και την Ελληνική Πρεσβεία στη Μανίλα. Για να καθησυχάσει αυτές και να διασκεδάσει τις όποιες αμφιβολίες τους, τους έδειχνε μια φόρμα ενός ανυπόγραφου εγγράφου, συντεταγμένου από τον ίδιο στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, με φερόμενους ως αποδέκτες την Νομαρχία Αθηνών και τον ίδιο, από την οποία αποδεικνυόταν η δήθεν καταβολή από αυτόν στο δημόσιο ταμείο χρηματικών ποσών 1875 ευρώ και 495 ευρώ ως εγγύηση (τα ποσά αυτά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν 2910/2001 αντιστοιχούσαν στις τρίμηνες αποδοχές ενός εργάτη και τα έξοδα απελάσεως και έπρεπε να τα καταβάλλει ο υποψήφιος εργοδότης για λογαριασμό του οποίου θα γινόταν η μετάκληση αλλοδαπού), ενώ ο λογαριασμός που αναγραφόταν στο έγγραφο αυτό ήταν ο υπ' αριθμ. ... ατομικός του λογαριασμός στην Εμπορική Τράπεζα. Στο κείμενο του εγγράφου αυτού αναγραφόταν ότι τα χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν καταβληθεί στο δημόσιο, θα τους επιστρέφονταν "κατόπιν εντολής της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ της Νομαρχίας Αθηνών" ή "Attribution of money when the foreigner is in Greece with the order from the GOVERNMENT OF PREFECTURE ATHENS". Όταν όμως οι εγκαλούσες αλλοδαπές επικοινώνησαν με τα συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία ήταν οι δικαιούχοι των εισιτηρίων που υποτίθεται ότι είχαν εκδοθεί από το πρακτορείο "FREE TRAVEL AGENCY", πληροφορήθηκαν ότι όχι μόνο δεν είχαν παραλάβει τα εισιτήρια, αλλά επιπροσθέτως δεν ήξεραν τίποτα και δεν είχε έλθει ποτέ κανένας σε επαφή μαζί τους προκειμένου να τους ενημερώσει για την έκδοση βίζας εισόδου. Τελικά ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έφερε, αλλά ούτε είχε την δυνατότητα να φέρει στην Ελλάδα τους συγγενείς των ανωτέρω αλλοδαπών και ούτε κατάφερε να εξασφαλίσει την έκδοση των απαραίτητων νομιμοποιητικών τους εγγράφων, δηλαδή της άδειας εργασίας και παραμονής, βλάπτοντας έτσι την περιουσία των εγκαλουσών κατά το συνολικό ποσό των 112.585 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια δική του. Το Συμβούλιο δέχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών διέπραξε την πράξη της απάτης σε βάρος των παραπάνω παθουσών κατ' επάγγελμα, δηλαδή έχοντας σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την δραστηριότητά του αυτή, τούτο δε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου, προέκυψε αναμφίβολα τόσο από την επανάληψη των ως άνω ψευδών παραστάσεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, όσο και από την υποδομή που είχε δημιουργήσει μαζί με την συγκατηγορούμενή του και ειδικότερα την κατασκευή και επίδειξη παραπλανητικών εντύπων, την επίδειξη αιτήσεων και λοιπών εγγράφων των αρμοδίων υπηρεσιών, την επίδειξη καταστάσεων αλλοδαπών που δήθεν είχε φέρει στο παρελθόν,την οργάνωση γραφείου για τον σκοπό αυτό επί της οδού ... και την έκδοση εγγράφων αποδείξεων για τις γενόμενες σ' αυτόν καταβολές, και κατά συνήθεια, αφού η επανάληψη των ανωτέρω πράξεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, καταδεικνύει την σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δέχθηκε περαιτέρω το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι ο εκκαλών καταδικάστηκε με την με αριθμό 2412/18-4-2008 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το αυτό αδίκημα σε βάρος άλλων αλλοδαπών, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση, από τη οποία η ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98§§1, 2 και 386παρ. 1 και 3β Π.Κ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι από κοινού ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή είχε δήθεν την δυνατότητα τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα για εργασία συγγενικών τους προσώπων, με τις οποίες πέτυχε να δημιουργήσει στις παθούσες την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχε συμφωνήσει με αυτές (μετάκληση στη Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων και εφοδιασμός τους με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα, ήτοι άδεια παραμονής και εργασίας) με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει (λειτουργία γραφείου, έκδοση αποδείξεων πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων, για εισιτήρια που ουδέποτε εκδόθηκαν ), έχοντας ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει τα όσα είχαν συμφωνηθεί, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των παθουσών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 112.585 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στα δήθεν έξοδα μετάκλησης στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων, ποσό το οποίο παράνομα αυτός προσπορίστηκε. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, ως εκ περισσού, αφού η απάτη εν προκειμένω προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κακουργήματος λόγω του ύψους του επιδιωχθέντος οφέλους και της προκληθείσης βλάβης, χωρίς την συνδρομή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής της, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης, στην υποδομή που είχε αυτός διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτήν. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του,ότι δηλαδή από τις αποδείξεις προέκυψε ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι περί ποινικής τοιαύτης με την μορφή της απάτης καθώς και ότι το συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτες. Η ειδικότερη αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της ανυπόγραφης φόρμας εγγράφου, θεωρώντας το ως βασικό στοιχείο το οποίο αποδείκνυε την με την χρήση του παραπλάνηση των εγκαλουσών, ενώ το έγγραφο αυτό είχε δοθεί από τον ίδιο στην Ζ για να ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους συμπατριώτες της για ακολουθητέα διαδικασία μετάκλησης, πέραν του ότι είναι απαράδεκτη ως στρεφόμενη κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Συμβουλίου σε σχέση με την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί δεν είχε κανένα λόγο να αναγράψει σε μια ενημερωτική, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, φόρμα εγγράφου, τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού, ο οποίος έγινε και ο αποδέκτης των χρηματικών ποσών που κατέθεσαν οι εγκαλούσες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 4/8-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ` Αθήνα ...5...Νοεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 1338/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο οποίο έχει ενσωματωθεί η πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, στην οποία καθ' ολοκληρία αναφέρεται, το άνω Συμβούλιο από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Από την άνοιξη του έτους 2004 ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ δημιούργησε επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με έδρα την οδό .... Στην επιχείρησή του αυτή, μεταξύ των άλλων απασχολούσε ως εργάτες και κάποιους υπηκόους .... Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005, η υπήκοος ... Ζ την οποία απασχολούσε ως γραμματέα του, τον έφερε σε επαφή με διάφορους ομοεθνείς της, γυναίκες κατά κύριο λόγο. Εκμεταλλευόμενος την ευπιστία των τελευταίων, το καλοκάγαθο του χαρακτήρα τους, την ελλιπή από την πλευρά τους γνώση της Ελληνικής γλώσσας και την άγνοια των σχετικών διαδικασιών, παρέστησε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα συγγενικών τους προσώπων, αναλαμβάνοντας όλες τις διατυπώσεις νόμιμης εισόδου και έκδοσης των απαραίτητων για την παραμονή τους νομιμοποιητικών εγγράφων, δηλαδή της άδειας παραμονής και εργασίας, καθώς θα τους απασχολούσε ως εργάτες στην εταιρεία καθαρισμού κτιρίων που διατηρούσε. Τους δήλωσε μάλιστα ότι ο Ελληνικός νόμος του παρείχε την δυνατότητα αυτή, αφού διέθετε στο όνομα του εταιρεία, την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει προκειμένου να επιτύχει την νόμιμη μετάκληση των συγγενών τους, τις προέτρεψε μάλιστα να διαδώσουν την είδηση αυτή, σε όσο το δυνατόν περισσότερους ομοεθνείς τους. Προκειμένου να γίνει περισσότερο πειστικός, οδηγούσε τις ενδιαφερόμενες σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία ... το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία του επί της οδού .... Στο γραφείο αυτό εκδίδονταν αμέσως αποδείξεις με τη φίρμα του παραπάνω πρακτορείου, στις οποίες αναγράφονταν τα στοιχεία ενός εκάστου δικαιούχου αεροπορικού εισιτηρίου που επρόκειτο να μετακληθεί και η ακολουθητέα διαδρομή μεταξύ .... Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, η ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών και υλοποίηση της υποτιθέμενης μετάκλησης, δεν θα υπερέβαινε, σε καμία περίπτωση, τους 3 μήνες για κάθε άτομο. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τις παρακάτω αλλοδαπές οι οποίες του κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία κυμαίνονταν από 750 έως 13.000 ευρώ, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Είχε μάλιστα συντάξει και ιδιωτικά συμφωνητικά εξώνησης, δυνάμει των οποίων δεχόταν κοσμήματα και άλλα τιμαλφή από όσες αλλοδαπές δεν είχαν τη δυνατότητα να του καταβάλλουν τα ποσά που απαιτούσε, αναλάμβανε δε την υποχρέωση επιστροφής των τιμαλφών αυτών ευθύς μετά την πλήρη εξόφληση του. Στα πλαίσια της κοινής τους δράσης η συγκατηγορούμενη του Ζ παρελάμβανε για λογαριασμό του τα χρήματα των ομοεθνών της, διαβεβαιώνοντάς τις ότι ο τελευταίος θα πραγματοποιούσε όσα είχε συμφωνήσει μαζί τους. Συγκεκριμένα του κατέβαλαν: 1) Η Α1 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει στην Ελλάδα την αδελφή της ...l και την εξαδέλφη της ... ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την κόρη της. 3)0 Α3 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει την κόρη του .... 4) Η Α4το ποσό των 2.250 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 5) Η Α5 το ποσό των 6.000 ευρώ για να φέρει την εξαδέλφη της .... 6) Η Α6 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 7) Η Α7 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 8) Η Α8 το ποσό των 13.000 ευρώ για να φέρει τον αδελφό της ... και την ανεψιά της ... . 9) Η Α9 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει τον γιό της .... 10) Η Α10 το ποσό των 8.300 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 11) Η Α11 το ποσό των 7.350 ευρώ για να φέρει την κόρη της Lea και τον γιό της .... 12) Η Α12 το ποσό των 7.635 ευρώ για να φέρει ανεψιά της .... 13) Η Α13 το ποσό των 6.550 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 14) Η Α14 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει κουνιάδα της .... 15) Η Α15 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 16) Η Α16το ποσό των 2.500 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.350 ευρώ για να φέρει την .... 17) Η Α17 το ποσό των 4.850 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.500 ευρώ, για να φέρει την ανεψιά της .... 18) Η Α18 το ποσό των 4.850 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 19) Η Α19 το ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και 3 χρυσά κοσμήματα (1 δαχτυλίδι και 2 αλυσίδες) για να φέρει τον αδελφό της .... 20) Η Α20 το ποσό των 1.500 ευρώ για να φέρει την .... 21) Η Α21 το ποσό των 6.550 ευρώ, και 22) Η Α22 το ποσό των 750 ευρώ για να φέρει την .... Αφού παρήλθε το χρονικό διάστημα των τριών μηνών, εντός του οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, θα είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες και θα είχαν υλοποιηθεί οι μετακλήσεις, οι αλλοδαπές που του είχαν καταβάλλει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ζήτησαν επανειλημμένα τον εκκαλούντα να τους εξηγήσει την αιτία της καθυστέρησης. Ο εκκαλών σε άλλες από αυτές επικαλείτο γραφειοκρατικά προβλήματα, ζητώντας τους και άλλα χρήματα και σε άλλες ότι επρόκειτο σύντομα να εκδώσει τα αεροπορικά εισιτήρια των υπό μετάκληση συγγενών τους. Τις διαβεβαίωνε επίσης ότι η μετάκληση αυτών θα γινόταν οπωσδήποτε, επειδή είχε ισχυρούς φίλους τόσο στη Νομαρχία όσο και στην Αστυνομία και την Ελληνική Πρεσβεία στη .... Για να καθησυχάσει αυτές και να διασκεδάσει τις όποιες αμφιβολίες τους, τους έδειχνε μια φόρμα ενός ανυπόγραφου εγγράφου, συντεταγμένου από τον ίδιο στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, με φερόμενους ως αποδέκτες την Νομαρχία Αθηνών και τον ίδιο, από την οποία αποδεικνυόταν η δήθεν καταβολή από αυτόν στο δημόσιο ταμείο χρηματικών ποσών 1875 ευρώ και 495 ευρώ ως εγγύηση (τα ποσά αυτά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν 2910/2001 αντιστοιχούσαν στις τρίμηνες αποδοχές ενός εργάτη και τα έξοδα απελάσεως και έπρεπε να τα καταβάλλει ο υποψήφιος εργοδότης για λογαριασμό του οποίου θα γινόταν η μετάκληση αλλοδαπού), ενώ ο λογαριασμός που αναγραφόταν στο έγγραφο αυτό ήταν ο υπ' αριθμ. .... ατομικός του λογαριασμός στην Εμπορική Τράπεζα. Στο κείμενο του εγγράφου αυτού αναγραφόταν ότι τα χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν καταβληθεί στο δημόσιο, θα τους επιστρέφονταν "κατόπιν εντολής της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ της Νομαρχίας Αθηνών" ή "Attribution of money when the foreigner is in Greece with the order from the GOVERNMENT OF PREFECTURE ATHENS". Όταν όμως οι εγκαλούσες αλλοδαπές επικοινώνησαν με τα συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία ήταν οι δικαιούχοι των εισιτηρίων που υποτίθεται ότι είχαν εκδοθεί από το πρακτορείο ..., πληροφορήθηκαν ότι όχι μόνο δεν είχαν παραλάβει τα εισιτήρια, αλλά επιπροσθέτως δεν ήξεραν τίποτα και δεν είχε έλθει ποτέ κανένας σε επαφή μαζί τους προκειμένου να τους ενημερώσει για την έκδοση βίζας εισόδου. Τελικά ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έφερε, αλλά ούτε είχε την δυνατότητα να φέρει στην Ελλάδα τους συγγενείς των ανωτέρω αλλοδαπών και ούτε κατάφερε να εξασφαλίσει την έκδοση των απαραίτητων νομιμοποιητικών τους εγγράφων, δηλαδή της άδειας εργασίας και παραμονής, βλάπτοντας έτσι την περιουσία των εγκαλουσών κατά το συνολικό ποσό των 112.585 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια δική του. Το Συμβούλιο δέχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών διέπραξε την πράξη της απάτης σε βάρος των παραπάνω παθουσών κατ' επάγγελμα, δηλαδή έχοντας σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την δραστηριότητα του αυτή, τούτο δε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου , προέκυψε αναμφίβολα τόσο από την επανάληψη των ως άνω ψευδών παραστάσεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, όσο και από την υποδομή που είχε δημιουργήσει μαζί με την συγκατηγορούμενή του και ειδικότερα την κατασκευή και επίδειξη παραπλανητικών εντύπων, την επίδειξη αιτήσεων και λοιπών εγγράφων των αρμοδίων υπηρεσιών, την επίδειξη καταστάσεων αλλοδαπών που δήθεν είχε φέρει στο παρελθόν, την οργάνωση γραφείου για τον σκοπό αυτό επί της οδού ... και την έκδοση εγγράφων αποδείξεων για τις γενόμενες σ' αυτόν καταβολές, και κατά συνήθεια, αφού η επανάληψη των ανωτέρω πράξεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, καταδεικνύει την σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δέχθηκε περαιτέρω το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ότι ο εκκαλών καταδικάστηκε με την με αριθμό 2412/18-4-2008 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το αυτό αδίκημα σε βάρος άλλων αλλοδαπών, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κρίνοντας με πλήρη αιτιολογία ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο βούλευμα αυτό εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή να διεκπεραιώνει την μετάκληση στην Ελλάδα για εργασία συγγενικών των παθουσών προσώπων, με τις οποίες δημιούργησε σε αυτές την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων αυτός είχε συμφωνήσει με αυτές (μετάκληση στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων από τις ... και εφοδιασμός τους με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα) με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει (λειτουργία γραφείου, έκδοση αποδείξεων πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων για εισιτήρια που ουδέποτε εκδόθηκαν). Διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι είχε ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει όσα με τις παθούσες αυτός είχε συμφωνήσει ενώ εξάλλου προσδιορίζεται η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των παθουσών εξαιτίας των αναφερομένων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων. Η βλάβη αυτή εκτίθεται ότι συνίσταται στην παράδοση προς αυτόν του συνολικού ποσού των 112.585 ευρώ, το οποίο δήθεν αντιστοιχούσε στα έξοδα μετάκλησης στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων, ποσό το οποίο αυτός παράνομα ιδιοποιήθηκε. Η ανωτέρω βλάβη τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειες του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια, την ποία αυτός αποσκοπούσε και προσποριστηκε. Περαιτέρω, με επαρκή αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης στην υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει και στην οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση να επαναλάβει την τέλεση της απάτης προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος από την πράξη αυτή. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι περί ποινικής απάτης ως και ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 158/28-8-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.