← Ελλάδα

ΑΠ 6/2008 — Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Βούλευμα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 6 / 2008 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Βούλευμα. Περίληψη: Παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά απαλλακτικού βουλεύματος, αναίρεση του βουλεύματος και οριστική παύση ποινικής διώξεως, λόγω παραγραφής. (Επιμέλεια περίληψης: Χρύσανθος Παπούλιας, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 6/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου), ως ο αρχαιότερος της συνθέσεως, Γεώργιο Φώσκολο, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Καλαμίδα και Ιωάννη Παπανικολάου Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ρένα Ασημακοπούλου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Γεώργιο Καπερώνη, Γεώργιο Πετράκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοΐνη Βασίλειο Λυκούδη, Ζήση Βασιλόπουλο, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Ζαΐρη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελευθέριο Μάλλιο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση, του 1676/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με κοινό πρακτικό Προέδρου και Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ.1 ΚΠΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988 (αριθμός Πράξης 23/30-1-2008). Με κατηγορούμενους τους 1)x1 και 2)x

  1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 58 και ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, που εγχειρίστηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1847/
  2. Έπειτα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σανιδάς, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 94/20-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγουμε προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως κατ'άρθρο 485 Κ.Ποιν.Δ την εμπροθέσμως, κατ'άρθρο 483 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ ασκηθείσα με αριθμό 58/2007 αίτησή μας, με την οποία ζητούμε να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 1676/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τους λόγους τους οποίους εκθέτουμε στην άνω αίτησή μας και οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: Α.Ι. Λόγους αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περίπτ. β', ζ' και ε' (νυν δ') του Κ.Ποιν.Δ. συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει πράγματι, ενώ περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής συντρέχει όχι μόνον όταν το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. β) Η υπέρβαση εξουσίας. Αυτή υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το Συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το Συμβούλιο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας και τέλος γ) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 ε', (νυν δ'), λόγο αναιρέσεως. Ειδικά, προκειμένου περί απαλλακτικού βουλεύματος, έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και αποκλείουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων έκρινε το Συμβούλιο ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν συνιστούν ενδείξεις ή επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ ορίζονται τα ακόλουθα: "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Κατά την κρατήσασα θέση στη νομολογία για τη συγκρότηση του ανωτέρω εγκλήματος, υποκείμενο του οποίου δύναται να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, απαιτούνται: α) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης των καθηκόντων της υπηρεσίας, β) παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας του, δηλαδή των καθηκόντων που ανατίθενται στον υπάλληλο, ως όργανο του κράτους, επιβάλλονται σ' αυτόν από το νόμο ή καθορίζονται με διοικητική πράξη ή απορρέουν από ιδιαίτερες οδηγίες των προϊσταμένων του ή ενυπάρχουν στη φύση της υπηρεσίας του και αναφέρονται στην έκφραση από τον υπάλληλο της θελήσεως της πολιτείας και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της έναντι των τρίτων και όχι απλώς η παράβαση των υποχρεώσεων που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. και γ) σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε τρίτον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή άλλον, αρκεί δε η επιδίωξη του σκοπού αυτού χωρίς να απαιτείται και επίτευξη του (Ολ. ΑΠ 262/1961). Εάν, όμως, ισχύουν τ' ανωτέρω, κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο γενικός ή ειδικός χαρακτήρας των καθηκόντων που παραβιάζονται, ούτε πολύ περισσότερο η πηγή προέλευσης τους, αν δηλ. προκύπτουν από διάταξη νόμου, ακόμη και από το ίδιο το Σύνταγμα, από διοικητική πράξη ή οδηγίες ή από την ίδια τη φύση και την αποστολή της υπηρεσίας, αλλά η ύπαρξη συγκεκριμένης υπηρεσιακής ενέργειας τελούμενης κατά παράβαση των καθηκόντων, από την οποία απειλείται in concreto η πρόκληση βλάβης σε κάποια συγκεκριμένα κρατικά ή ατομικά έννομα αγαθά και συμφέροντα ή ο προσπορισμός παράνομου οφέλους στον υπάλληλο ή σε άλλον. Εκείνο δηλ. που έχει σημασία στο άρθρο 259 ΠΚ είναι αν η παράβαση του καθήκοντος θίγει άμεσα την υπηρεσιακή λειτουργία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγεί έτσι αντικειμενικά σε προσπορισμό (ιδίου ή ξένου) οφέλους ή σε βλάβη του κράτους ή άλλου· δεν ενδιαφέρει δηλαδή το είδος (γενικό ή ειδικό) του καθήκοντος αλλά μια συγκεκριμένη "αντιυπηρεσιακή" ενέργεια, εφ' όσον αυτή λειτουργεί ως μέσο για τον προσπορισμό οφέλους ή την πρόκληση βλάβης στα έννομα συμφέροντα άλλου (Ν. Μπιτζιλέκη, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, 2001, σελ. 46, 47 και 49). Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας και η λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να υπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως αλλά και όλων των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν εγκλήματα, υποκείμενο των οποίων είναι υπάλληλος, θεωρούνται υπάλληλοι και οι κρατικοί λειτουργοί που κατά κανόνα είναι άμεσα όργανα του κράτους (βλ. και άρθρο 2 Ν. 3126/2003 στο οποίο αναφέρεται ρητώς ότι οι Υπουργοί θεωρούνται υπάλληλοι). Οι κρατικοί λειτουργοί είναι όργανα του κράτους διάφορα των απλών υπαλλήλων και δεν είναι νοητή επ' αυτών διάκριση μεταξύ απλού υπαλληλικού καθήκοντος και υπηρεσιακού καθήκοντος. Ως εκ τούτου, κατά την ερμηνεία των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν ποινικά αδικήματα, υποκείμενο των οποίων είναι ο "υπάλληλος", θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα αυτή, προκειμένου σε κάθε περίπτωση ιδία όμως σε σχέση προς τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ να προσδιορίζεται η έννοια, η φύση και το εύρος των καθηκόντων, η παράβαση των οποίων θα στοιχειοθετεί, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος. Με βάση τ' ανωτέρω για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 259 και 13 περίπτ. α' του ΠΚ υπάλληλοι θεωρούνται και οι δικαστικοί λειτουργοί στη φύση του λειτουργήματος των οποίων, ως αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας και αποστολής των, ενυπάρχει η αρχή της αμεροληψίας, αντικειμενικότητας και ουδετερότητας, η εφαρμογή της οποίας δεν συνιστά ένα απλό υπαλληλικό καθήκον αλλά ένα υπέρτατο υπηρεσιακό καθήκον που επιβάλλει στο δικαστικό λειτουργό να απέχει ακόμη και της εξώδικης έκφρασης γνώμης, όταν αυτή μπορεί να συναρτηθεί με συγκεκριμένη υπόθεση (σε σχέση με την αρχή της αμεροληψίας, βλ. Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. 2000, σελ. 650). Η ύπαρξη αντικειμενικού και αμερόληπτου δικαστού αποτελεί έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου αλλά και της αρχής της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που απορρέουν από το Σύνταγμα. Είναι εκ τούτου προφανές ότι το καθήκον αυτό λειτουργεί τόσο στην περίπτωση που ο ίδιος δικαστικός λειτουργός χειρίζεται μία υπόθεση όσο και στην περίπτωση που άλλος δικαστικός λειτουργός χειρίζεται υπόθεση και ο πρώτος παρεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο προκειμένου να επιτύχει έκβαση της υποθέσεως υπέρ του ενός εκ των διαδίκων. Με άλλους λόγους το ενυπάρχον στη φύση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού καθήκον της αμεροληψίας, αντικειμενικότητας και ουδετερότητας αποκλείει στο δικαστικό λειτουργό την υπό οποιαδήποτε μορφή παρέμβαση ή υπόδειξη σε άλλο δικαστικό λειτουργό προκειμένου να ευνοηθεί ένα από τα διάδικα μέρη. Τα ανωτέρω ισχύουν προεχόντως στις περιπτώσεις που οι παρεμβάσεις ή υποδείξεις γίνονται από ιεραρχικά ανώτερο κατά βαθμό δικαστικό λειτουργό προς κατώτερο δικαστικό λειτουργό, δεν είναι δε αναγκαίο ο ιεραρχικά κατώτερος δικαστικός λειτουργός να υπηρετεί στην περιφέρεια που υπηρετεί ο ιεραρχικά ανώτερος δικαστικός λειτουργός. Τούτο άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν.1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως ισχύει, με την οποία ορίζεται ότι "Οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα". Το εύρος της διατάξεως αυτής εκτείνεται πέραν των προσώπων τα οποία κατά την παρ. 1 του αυτού άρθρου ασκούν εποπτεία, η οποία κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου συνίσταται στην επίβλεψη και έκδοση γενικών οδηγιών, ενόψει της χρήσεως, εκτός της λέξεως "οδηγία" και των λέξεων "σύσταση" ή "υπόδειξη". Και τούτο διότι σκοπός θεσπίσεως της διατάξεως αυτής είναι να αποτρέπεται ο επηρεασμός της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας των κατώτερων δικαστικών λειτουργών κατά τον χειρισμό συγκεκριμένης ή συγκεκριμένων υποθέσεων. Ο επηρεασμός όμως αυτός δύναται να γίνει από τις "συστάσεις και υποδείξεις" οποιουδήποτε ανώτερου δικαστικού λειτουργού προς κατώτερο, προεχόντως δε οποιουδήποτε ανωτάτου δικαστικού λειτουργού προς κατωτέρους κα όχι μόνον από τους ασκούντες, σύμφωνα με την παρ. 1 του ρηθέντος άρθρου, εποπτεία. Εάν δεν ήθελαν γίνει δεκτά τ' ανωτέρω, τότε θα ήταν αδύνατη η θεμελίωση και του πειθαρχικού αδικήματος σε βάρος των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι δεν ασκούν εποπτεία κατά την παρ. 1 του ρηθέντος άρθρου και οι οποίοι έτσι θα ήταν δυνατόν να παρεμβαίνουν στους κατωτέρους τους δικαστικούς λειτουργούς κάνοντας συστάσεις και υποδείξεις σε σχέση προς το χειρισμό συγκεκριμένης υποθέσεως με σκοπό να ευνοηθεί ένα από τα διάδικα μέρη. Η διάταξη όμως αυτή της παρ. 3 του άρθρου 19 με την οποία οριοθετούνται τα καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών και ιδία των ανωτάτων, προκειμένου να διασφαλίζεται η αμεροληψία και αντικειμενικότητα της κρίσεως κατά τον χειρισμό υποθέσεων, αποτελεί συγχρόνως, σε περίπτωση παραβιάσεώς της, το θεμέλιο τελέσεως και του υπό του άρθρου 259 ΠΚ προβλεπομένου και τιμωρουμένου ποινικού αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος. Αυτό βεβαίως δεν ορίζεται ρητώς με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 Ν. 1756/87, αφού με το νόμο αυτό ερρυθμίσθηκαν τα θέματα τα οποία ήταν αντικείμενο της ρυθμίσεως του, μεταξύ των οποίων και τα αφορώντα στην τέλεση πειθαρχικών αδικημάτων από τους δικαστικούς λειτουργούς. Ουδέν, εξάλλου, αποκλείει ή απαγορεύει η παραβίαση μιας διατάξεως να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα για έναν υπάλληλο ή λειτουργό και συγχρόνως το θεμέλιο τελέσεως ποινικού αδικήματος και ιδία αυτού της παραβάσεως καθήκοντος. Πέραν όμως τούτων, όπως εξετέθη, τα καθήκοντα του υπαλλήλου ή λειτουργού είναι δυνατόν να απορρέουν από ιδιαίτερες οδηγίες των Προϊσταμένων προκειμένου δε περί δικαστικών λειτουργών από ιδιαίτερες οδηγίες των ασκούντων την κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1756/1987 εποπτεία μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου σε σχέση προς τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Κατά τα διαλαμβανόμενα λοιπόν στις με αριθμούς 509/1997 και 13/2001 εγκυκλίους του τότε Προέδρου του Αρείου Πάγου κάθε επέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο του δικαστή και κάθε απόπειρα υπόδειξης προς αυτόν σχετικά με εκκρεμή δίκη, ανεξάρτητα από την προέλευσή της και τα κίνητρα του προσώπου που την επιχειρεί, αποτελεί αθέμιτη προσπάθεια επηρεασμού της δικαστικής κρίσης και προσβολή προς το πρόσωπο του δικαστή, θέτει υπό δοκιμασία τη δικαστική ανεξαρτησία και υπονομεύει τις εγγυήσεις αντικειμενικότητας και διαφάνειας αλλά και το ίδιο το κύρος της δικαιοσύνης και εντεύθεν ως απαγορευμένη συνιστά και αυτή το θεμέλιο τελέσεως του ποινικού αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος. Ολίγον είναι ανάγκη να σημειώσουμε ότι οι συστάσεις ή υποδείξεις από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς προς τους κατωτέρους τους σε σχέση προς συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες υποθέσεις με σκοπό να παραβιασθεί η αντικειμενικότητα και αμεροληψία και να ευνοηθεί ένα από τα διάδικα μέρη συνιστούν αναμφιβόλως αθέτηση υπηρεσιακής υποχρεώσεως, εμπίπτουν στο κύκλο των καθηκόντων των ως δικαστικών λειτουργών και δεν είναι ξένες με την άσκηση δημόσιας εκ μέρους των εξουσίας σε σχέση προς συγκεκριμένες υποθέσεις, εντεύθεν δε δεν συνιστούν αθέτηση απλού υπαλληλικού καθήκοντος, το οποίο έχει σχέση με την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας κλπ. και η ύπαρξη του οποίου δεν είναι νοητή με την έννοια και την αποστολή του κρατικού λειτουργού. Εκ πάντων των ανωτέρω παρέπεται ότι η, κατά παράβαση των ρηθέντων καθηκόντων, τα οποία ενυπάρχουν στη φύση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού και διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 Ν. 1756/89 και τις ρηθείσες εγκυκλίους του Προέδρου του Αρείου Πάγου, παρέμβαση, με οποιονδήποτε τρόπο, στο δικαιοδοτικό έργο του δικαστικού λειτουργού προς επηρεασμό της κρίσης του υπέρ του ενός εκ των διαδίκων μερών από ανωτάτους ιδία δικαστικούς λειτουργούς, που έχουν ταχθεί, όπως άλλωστε και όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί, ως όργανα του κράτους να υπηρετούν την πολιτεία και τους πολίτες με χρηστότητα και καθαρότητα και να υλοποιούν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή του κράτους δικαίου, με σκοπό να προσπορίσουν στους ίδιους ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, όπως είναι η μεροληπτική και ευνοϊκή μεταχείριση ενός διαδίκου, περαιτέρω συνέπεια των οποίων είναι να τίθεται υπό δοκιμασία η δικαστική ανεξαρτησία και να υπονομεύεται το κύρος της δικαιοσύνης, στοιχειοθετεί πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση το υπό του άρθρου 259 ΠΚ προβλεπόμενο και τιμωρούμενο έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος. ΙΙΙ. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ : Α. Με τη διάταξη του άρθρου 186 παρ. 2 του Π.Κ. ορίζεται ότι όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο πλημμέλημα καθώς και όποιος προσφέρεται γι' αυτό και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά τιμωρείται με φυλάκιση. Για τη στοιχειοθέτηση του υπό της ανωτέρω διατάξεως προβλεπομένου ιδιωνύμου (έναντι των περί ηθικής αυτουργίας διατάξεων Σταμάτη Συρροή σελ. 107) και υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος απαιτείται η, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση ή παρότρυνση κάποιου να διαπράξει ένα πλημμέλημα. Η πρόκληση αποτελεί δήλωση του δράστη με την οποία επιζητείται να πεισθεί έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη ενός πλημμελήματος, ενώ παρότρυνση είναι απλώς η προσπάθεια επίδρασης επί της βουλήσεως ετέρου, προκειμένου αυτός να τελέσει ένα πλημμέλημα. Η πρόκληση δύναται να λάβει την μορφήν συμβουλής, διαταγής, απειλής κ.λ.π. ενώ η παρότρυνση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο όπως π.χ. με ενθάρρυνση, υποδείξεις, συστάσεις, συμβουλές κλπ. Τετελεσμένον είναι το έγκλημα άμα τη προκλήσει ή τη παροτρύνσει έστω και αν αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα δηλ. άμα ο προκαλούμενος λάβει γνώση της προκλήσεως ή παροτρύνσεως προς τέλεση του πλημμελήματος. Η πρόκληση ή παρότρυνση τιμωρείται ακόμη και αν ο προσκαλούμενος δεν ανταποκριθεί καν σε αυτή δηλ. ακόμη και αν την απορρίψει αμέσως. Η διάταξη του άρθρου 186 παρ. 2 ενεργοποιείται τότε μόνον, όταν ο δράστης δεν προχώρησε στην τέλεση της άδικης πράξης ή στην αρχή εκτέλεσης αυτής, καθόσον, εάν έλαβε χώραν το τελευταίο, έχουν εφαρμογή οι περί ηθικής αυτουργίας διατάξεις. Είναι προφανές ότι με την ανωτέρω διάταξη καλύπτονται κατ' ουσίαν οι περιπτώσεις της απόπειρας ηθικής αυτουργίας, οι οποίες δεν τιμωρούνται με τις γενικές περί συμμετοχής διατάξεις. Η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 186 παρ. 2 του ΠΚ τυγχάνει μη τιμωρητή προτέρα πράξη έναντι της επόμενης χρονικώς και αυτοτελώς τελούμενης ηθικής αυτουργίας ή αυτουργίας στο εν συνεχεία τελεσθέν έγκλημα υπό του αυτού δράστη. Β. Μεταβολή κατηγορίας, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 β του ιδίου Κώδικα για απόλυτη ακυρότητα επερχόμενη από την μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υφίσταται όταν τα συνιστώντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ή παρεπέμφθη ένας κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τον τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις εκείνων του εγκλήματος για το οποίο εκινήθη η ποινική δίωξη, καθ' όσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για έγκλημα για το οποίο δεν εκινήθη η ποινική δίωξη υπό του αρμοδίου οργάνου. Ανεπίτρεπτη όπως μεταβολή της κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν, μεταξύ των άλλων, το Συμβούλιο με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως. Τούτο διότι το Συμβούλιο (αλλά και το Δικαστήριο) οφείλουν κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους να προσδίδουν στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και να εξετάζουν αυτήν υπό όλες τις μορφές, τις οποίες καλύπτει το δεδικασμένο που παράγεται δια της αποφάσεως ή του βουλεύματος. Εάν, εξάλλου, παραλείψουν τ' ανωτέρω και αποφανθούν αποκλειστικώς με βάση τον δοθέντα υπό του Εισαγγελέως νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή ότι δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτού κατηγορία, υποπίπτουν σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που επάγεται την αναίρεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως κατά τα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. ε' και 510 παρ. 1 θ' του Κ.Ποιν.Δ. Πέραν όμως τούτου για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύσσεται αθώος ή του βουλεύματος που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, πρέπει να διαλαμβάνει συγχρόνως το λόγο για τον οποίο δεν στοιχειοθετείται το δεύτερο απορροφώμενο έγκλημα, το οποίο αναδύεται, μετά τον αποκλεισμό της απορροφώσας κυρίας πράξεως. Β.Ι. Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο απαλλακτικό βούλευμα με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων) εδέχθη τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος x1, εισαγγελικός λειτουργός, γνωρίστηκε κατά τον Ιανουάριο του 1999, μέσω της ........., συγγενούς της συζύγου του, με το συγκατηγορούμενό του x2, ο οποίος διατηρούσε τότε γραφείο ενοικίασης αυτοκινήτων στην Αθήνα και ανέπτυξε με αυτόν φιλικές σχέσεις. Ο εν λόγω x2, εξαιτίας της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, είχε εμπλακεί, ως διάδικος σε πολλούς δικαστικούς αγώνες. Κατά την υποβολή μήνυσης εναντίον του Γ1 και άλλων, στις 11-7-2001 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών (Α.Β.Π. Α2001/ 2299), επικαλέστηκε και προσκόμισε την καταδικαστική απόφαση 15465/1993 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος των Ζ1, Ζ2 και Ζ3, καθώς και φωτοαντίγραφο από αντίγραφο ποινικού μητρώου των Γ1 και Ζ
  3. Εξαιτίας της επίκλησης και προσκομιδής των εν λόγω εγγράφων ασκήθηκε σε βάρος του x2 ποινική δίωξη για παράβαση των άρθρων 2 στοιχ. β' και 22 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2472/1997, δηλαδή για παράνομη μετάδοση και ανακοίνωση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Η δικογραφία αυτή χρεώθηκε για επεξεργασία στην Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ε1, η οποία και συνέταξε παραπεμπτικό ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατηγορητήριο. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο αυτό, το οποίο ενσωματώθηκε στο 111626/19-4-2004 κλητήριο θέσπισμα, ο κατηγορούμενος x2 παραπέμπεται για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα, στις 11.7.2001, χωρίς δικαίωμα μετέδωσε και ανακοίνωσε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα άλλων σε τρίτα μη δικαιούμενα πρόσωπα και ειδικότερα ότι με την προαναφερόμενη μήνυσή του, την οποία εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και τον αρμόδιο γραμματέα, επικαλέστηκε και προσκόμισε την ποινική καταδικαστική απόφαση 15465/1993 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε βάρος των Ζ1, Ζ2 και Ζ3, ανακοινώνοντας με τον τρόπο αυτό σε μη δικαιούμενα πρόσωπα τις ποινικές καταδίκες των εν λόγω προσώπων, που αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, καθώς και φωτοαντίγραφα των από 24.6.1999 και από 4.6.1996 αντιγράφων ποινικού μητρώου των Γ1 και του Ζ2 αντίστοιχα, ανακοινώνοντας με τον τρόπο αυτό σε τρίτα μη δικαιούμενα πρόσωπα την ποινική κατάσταση των εν λόγω προσώπων. Στις 30-1-2003 ο κατηγορούμενος x2 κατέθεσε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών από 15-1-2003 αίτηση-ένσταση ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας, ζητώντας να κηρυχθεί άκυρη η διενεργηθείσα σε βάρος του προανάκριση για την πιο πάνω υπόθεση και να διαταχθεί η διενέργεια νέας προανάκρισης. Η εν λόγω αίτηση-ένσταση χρεώθηκε επίσης στην Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ε1, η οποία διατύπωσε επί της αιτήσεως-ενστάσεως αυτής τη σημείωση-εντολή να τεθεί η αίτηση αυτή ακυρότητας δικονομικών πράξεων της προδικασίας, ακυρότητα η οποία μπορεί να προταθεί μέχρις ότου η παραπομπή στο ακροατήριο γίνει αμετάκλητη, υπόψη του Δικαστηρίου, καθώς η παραπομπή του κατηγορουμένου στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, ενόψει του ότι, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 22 παρ. 12 του ν. 2472/1997, δεν προβλέπεται δυνατότητα προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά τις αρχές Φεβρουαρίου του 2003 ο κατηγορούμενος x1 ο οποίος κατά την περίοδο εκείνη υπηρετούσε ως Εισαγγελέας Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Θράκης (υπηρέτησε εκεί από 16-9-2002 έως 29-11-2003), αφού προηγουμένως δέχθηκε τηλεφώνημα από το συγκατηγορούμενό του x2, ο οποίος του εξέφρασε την αγανάκτηση και τη διαμαρτυρία του για τη σχηματισθείσα σε βάρος του ποινική δικογραφία για παράνομη μετάδοση και ανακοίνωση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία για την υπόθεση αυτή με την υπηρετούσα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ε
  4. Η τελευταία αναφέρει χαρακτηριστικά στην από 9-5-2006 κατάθεσή της ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη ότι, ενώ είχε ήδη επεξεργαστεί τη δικογραφία με κατηγορούμενο το x2 και είχε αποφανθεί για την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Αθηνών με απευθείας κλήση για παράνομη μετάδοση και ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον x1, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, επικαλούμενος το επιχείρημα ότι τα ποινικά μητρώα που φερόταν να έχει ανακοινώσει ο κατηγορούμενος εκείνος σε μη δικαιούμενα πρόσωπα είχαν ήδη ανακοινωθεί σε δημόσια συνεδρίαση και ως εκ τούτου ενομιμοποιείτο να τα χρησιμοποιήσει, και της ζήτησε να αποσύρει το κατηγορητήριο και να κάνει απαλλακτική πρόταση στο συμβούλιο, ότι του κατέστησε σαφές ότι δεν αποσύρει το κατηγορητήριο, ακόμη και αν τυχόν έχει κάνει λάθος, ότι της είπε ότι ο κατηγορούμενος (x2) θα κάνει προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και εκείνη του απάντησε ότι μπορεί να ακολουθήσει ο κατηγορούμενος κάθε νόμιμη διαδικασία, όμως για το συγκεκριμένο αδίκημα ο νόμος δεν επιτρέπει την άσκηση προσφυγής κατά κλητηρίου θεσπίσματος, για να δεχθεί την ανταπάντηση ότι ο κατηγορούμενος x2 είναι φιλόδικος. Την επόμενη ημέρα η Ε1 ενημέρωσε τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ......., ο οποίος, κατά την από 11-5-2006 κατάθεσή του, σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον x1 πήρε από τον τελευταίο την απάντηση ότι δεν ήθελε να παρέμβει στα καθήκοντα της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ε1, αλλά απλώς ήθελε να την ενημερώσει για την υπόθεση, για την οποία δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό ενδιαφέρον. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι για την πράξη της παράνομης μετάδοσης και ανακοίνωσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ο κατηγορούμενος x2 κηρύχθηκε τελικά αθώος με την απόφαση 46706/ 27-6-2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τη σκέψη ότι αυτός δεν είχε πρόθεση αποκάλυψης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε οποιοδήποτε μη δικαιούμενο τρίτο, διότι τα έγγραφα που προσκόμισε αφορούσαν την υποστήριξη μηνύσεώς του εναντίον των εκεί αναφερόμενων προσώπων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεν στοιχειοθετείται κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου η αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εισαγγελικό λειτουργό εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος εισαγγελικός λειτουργός, υπηρετώντας κατά το χρόνο της κρίσιμης τηλεφωνικής του παρέμβασης προς την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ε1 στην Εισαγγελία Εφετών Θράκης, ως εισαγγελέας Εφετών, και ασκώντας κατά το νόμο εποπτεία στους εισαγγελικούς λειτουργούς της περιφέρειας εκείνης, προς τους οποίους και μόνο μπορούσε να απευθύνει παραγγελίες, γενικές οδηγίες και συστάσεις σχετικές με την άσκηση των καθηκόντων τους και όχι και προς τη μη εξαρτώμενη ιεραρχικά από εκείνον πιο πάνω Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (άρθρ. 19 παρ. 1ζ, 24 παρ. 4 και 5β του ν. 1756/1988), δεν είχε καμιά δυνατότητα υπηρεσιακής παρέμβασης στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση του συγκατηγορουμένου του x
  5. Δηλαδή, η πιο πάνω αξιολογούμενη ποινικά ενέργεια του κατηγορουμένου εισαγγελικού λειτουργού δεν στοιχειοθετεί παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, αφού δεν εντάσσεται στον κύκλο των πράξεων αυτού που τελούν σε άμεση σχέση με την ανατεθειμένη στον ίδιο αρμοδιότητα, με την οποία αυτός εκτελούσε τη συγκεκριμένη βούληση της πολιτείας, αλλά πρόκειται για συμπεριφορά ξένη προς το υπηρεσιακό του έργο. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπό τη διατυπωθείσα από τη μάρτυρα αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ε1 θέση ότι κατά το χρόνο που δέχθηκε το κρίσιμο τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο η παραπομπή του x2 είχε καταστεί αμετάκλητη, η αξιολογούμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου εισαγγελικού λειτουργού μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αντικειμενικά απρόσφορη προς επίτευξη της επιδιωκόμενης ωφέλειας και συνακόλουθα ως μη στοιχειοθετούσα παράβαση καθήκοντος και για το λόγο αυτό. Περαιτέρω, εφόσον δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, δεν μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνει λόγος για τέλεση εκ μέρους του δεύτερου κατηγορουμένου x2της αποδιδόμενης σ' αυτόν ηθικής αυτουργίας στην εν λόγω πράξη. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, εφόσον δεν στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική της υπόσταση η αποδιδόμενη στον πρώτο κατηγορούμενο x1 παράβαση καθήκοντος και συνακόλουθα η αποδιδόμενη στο δεύτερο κατηγορούμενο x2 ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, όπως αναλυτικά εκτίθεται και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 308 παρ. 1 και 309 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ, να αποφανθεί το Συμβούλιο τούτο να μη γίνει κατηγορία εναντίον των προαναφερομένων κατηγορουμένων αντίστοιχα για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις". ΙΙ. Με τις παραδοχές όμως αυτές και με βάση τα υπό στοιχεία Α εκτεθέντα: α) το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, αφού για την τέλεση του υπό της διατάξεως αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος δεν είναι αναγκαίο ο δεχόμενος υποδείξεις και συστάσεις και γενικά παρεμβάσεις στο δικαιοδοτικό του έργο σε σχέση προς συγκεκριμένη υπόθεση εισαγγελικός λειτουργός να υπηρετεί στην ίδια δικαστική περιφέρεια που υπηρετεί ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, επειδή δήθεν ο τελευταίος δύναται να απευθύνει παραγγελίες, γενικές οδηγίες και συστάσεις μόνο στους εισαγγελικούς λειτουργούς της περιφερείας του και επειδή δεν έχει δυνατότητα υπηρεσιακής παρέμβασης σε εκτός της περιφερείας του υπηρετούντες εισαγγελικούς λειτουργούς. Τούτο διότι το τελευταίο προϋποθέτει "νομιμότητα της παρεμβάσεως" και όχι "μη νόμιμη παρέμβαση", η οποία όμως δύναται να λάβει χώρα προς οποιονδήποτε, ήτοι και τον υπηρετούντα εκτός περιφερείας του. Ούτε περαιτέρω είναι ορθή η παραδοχή ότι η εκτεθείσα συμπεριφορά του Εισαγγελέως Εφετών είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ξένη προς το υπηρεσιακό του έργο, αφού το ενυπάρχον στη φύση του λειτουργήματός του, ως αναπόσπαστο μέρος αυτού, καθήκον της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας δεν είναι ένα απλό καθήκον δεοντολογίας ή ένα απλό υπαλληλικό καθήκον, αλλά είναι υπηρεσιακό καθήκον που συνυπάρχει με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, απορρέει από τη φύση του λειτουργήματός του και συνεπώς επέρχεται παραβίασή του στην περίπτωση εκδηλώσεως παρεμβάσεως σε συγκεκριμένη υπόθεση οπουδήποτε και από οποιονδήποτε ανώτατο δικαστικό λειτουργό εντός ή εκτός περιφερείας του. Τέλος, δεν είναι ορθή η παραδοχή ότι δεν ήταν αντικειμενικά πρόσφορη προς επίτευξη της επιδιωκόμενης ωφέλειας η παρέμβαση του Εισαγγελέα Εφετών, επειδή κατά το χρόνο της εκδηλώσεώς της είχε καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή του τότε κατηγορουμένου x2, αφού αυτό είχε σχέση με την αδυναμία του κατηγορουμένου να προσφύγει κατά της δι' απευθείας κλήσεως - παραπομπής και όχι τη δυνατότητα της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών να αποσύρει τη δικογραφία, εφ' όσον δεν είχε κοινοποιηθεί κλητήριο θέσπισμα, και να την εισάγει στο δικαστικό συμβούλιο. β) Επικουρικώς και κατά πάσα περίπτωση 1) το Συμβούλιο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού όντας υποχρεωμένο να ερευνά την πράξη υπό όλες τις μορφές της, δεν ερεύνησε εάν τα δεκτά από αυτό γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν άλλο έγκλημα, εκτός εκείνου της παραβάσεως καθήκοντος, ως προς το οποίο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά, και δη αυτό της προκλήσεως και προσφοράς σε τέλεση πλημμελήματος (άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ) και προσδίδοντας σ' αυτά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον Εισαγγελέα Εφετών για το έγκλημα αυτό, σε σχέση μάλιστα προς το οποίο ούτως ή άλλως είναι και επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας. 2) Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την από το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον, ενώ έκρινε ότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν αντικειμενικά το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δεν διαλαμβάνει περαιτέρω έστω και μία σκέψη και δεν εκθέτει, γιατί τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, δεν στοιχειοθετούν ούτε το έγκλημα της προκλήσεως και προσφοράς σε τέλεση πλημμελήματος και γιατί αφού προσέδιδε τον νομικό αυτό χαρακτηρισμό δεν θα έπρεπε ο Εισαγγελέας Εφετών να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε για το έγκλημα αυτό, ως προς το οποίο μάλιστα είναι επιτρεπτή ούτως ή άλλως η κατηγορία. Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι αναιρετέο το προσβαλλόμενο βούλευμα για τους από το άρθρο 484 παρ. 1 περίπτ. β', ε' και ζ' λόγους αναιρέσεως της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Δια τους λόγους αυτούς ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ: Να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα όσον αφορά στο έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, σε σχέση προς το οποίο έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Εισαγγελέα Εφετών, αλλά και όσον αφορά στο έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στην παράβαση καθήκοντος λόγω του περιορισμένης παρακολουθηματικού χαρακτήρα της τελευταίας προς την αυτουργική πράξη σε σχέση προς το οποίο, επίσης, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του x2 και Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές για νέα κρίση επί της υποθέσεως. Αθήνα 20 Φεβρουαρίου 2008 Ο Προτείνων Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σανιδάς Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Με την 23/2008 κοινή πράξη του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εισάγεται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 483 § 3, 485 § 1 Κ.Ποιν.Δ και 23 § 2 εδ. γ' του ν. 1756/1988 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ), στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση η ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου ασκηθείσα από 6-11-2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του εκδοθέντος από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών 1676/2007 βουλεύματος, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των x1 και x2 για τις αναφερόμενες σ' αυτό αξιόποινες πράξεις. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 168, 306 εδ. τελευταίο, 479 § 2, 483 § 3 Κ.Ποιν.Δ και 1 § 12 εδ. α' της κυρωθείσας με τον ν. 1157/1981 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου σε συνδυασμό με τις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά οποιουδήποτε βουλεύματος, με σχετική δήλωσή του στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, εντός προθεσμίας ενός μηνός, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημέρας εκδόσεως (δηλ. της καθαρογραφής και υπογραφής) του βουλεύματος και λήγει με την παρέλευση της ημέρας του ακολουθούντος μηνός, η οποία αντιστοιχεί αριθμητικώς στην ως άνω εναρκτήρια ημέρα, ήτοι στην επομένη ημέρα εκδόσεως του βουλεύματος, και, αν δεν υπάρχει αντιστοιχία, τότε υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του ακολουθούντος μηνός, αν δε η ημέρα αυτή (αντίστοιχη ή τελευταία) είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, τότε η εν λόγω προθεσμία λήγει την τελευταία εργάσιμη ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατωτέρω μνημονευομένων διαδικαστικών εγγράφων, το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη στις 5-10-2007 και η περί αναιρέσεως αυτού δήλωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έγινε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 6-11-2007 (βλ. την 58/2007 έκθεση αναιρέσεως του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη). Ως εκ τούτου, η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί την τελευταία ημέρα της οριζόμενης ως άνω μηνιαίας προθεσμίας, ήτοι εμπροθέσμως. ΙΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112, 113 παρ. 2 ΠΚ, 310 παρ. 1β', 370 εδ. β', 483 παρ. 3 και 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία επί πλημμελημάτων είναι πενταετής, αρχόμενη από την ημέρα τελέσεως της πράξεως, καθώς και ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αλλά μόνο εφόσον η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τουλάχιστον έναν παραδεκτό λόγο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 Κ.Ποιν.Δ, χωρίς να απαιτείται ο λόγος αυτός να είναι και κατ' ουσίαν βάσιμος. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των x1 και x2 για παράβαση καθήκοντος και ηθική σ' αυτή αυτουργία, αντιστοίχως, ήτοι για πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις (άρθρα 46 παρ. 1α και 259 ΠΚ, οι οποίες φέρονται ως τελεσθείσες κατά τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους
  6. Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, ζητείται η αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. β', δ' και στ' Κ.Ποιν.Δ). Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι, από τις αρχές Φεβρουαρίου 2003, έχει ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε

(5)ετών, επήλθε εξάλειψη του αξιοποίνου των άνω πλημμεληματικών πράξεων, λόγω παραγραφής και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των εν λόγω κατηγορουμένων, για τις πράξεις αυτές, όπως αναφέρονται στο εν λόγω βούλευμα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 1676/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά των x1 και x2 ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος και ηθική σ' αυτή αυτουργία, αντιστοίχως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ-ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.