← Ελλάδα

ΑΠ 608/2014 — Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 608 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, 648 επ., 681 ΑΚ και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς, αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Απορρίπτει τους λόγους αναίρεσης. Αριθμός 608/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Ταχυδρομικών (ΠΟΣΤ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαντώνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση του εργαζοµένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισµα της παραπάνω εξάρτησης, η οποία µπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόµενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστηµονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ.ΑΠ 28/2005). Το δικαίωµα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζοµένου, προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όµως, δεν εξαρτάται µόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθµιση της σχέσης του µε τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίµηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα µε τα είδος και τη φύση της εργασίας (Ολ.ΑΠ 28/2005). Η παροχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, κριτήριο παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισμού της απασχόλησης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παράλειψη του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ και ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του χρηματικού ανταλλάγματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι, όπως, επί σύμβασης εργασίας, σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, του οποίου η πραγμάτωση επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όµως, περίπτωση, τη µίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του, µέσα στις συµβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συµµορφώνεται µε τις εντολές και οδηγίες του κυρίου του έργου, µη υποκείµενος στον έλεγχό του. Η υποχρέωσή του να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση του έργου, προς από κοινού συμμορφούμενους όρους ή να παρέχει τις υπηρεσίες του σε καθορισµένο χρόνο και τόπο, ακόµη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτηµένης εργασίας και συνεπώς, µπορεί αυτή να έχει το χαρακτήρα µίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/ 1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύµβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύµβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας. Εξάλλου ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται αν, ενόψει των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, αυτό δεν εφαρμόσει τον εφαρμοστέο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόσει τον κανόνα εσφαλμένα, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005). Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η εναγόµενη και ήδη αναιρεσείουσα "Πανελλήνια Οµοσπονδία Σωµατείων Ταχυδρομικών (Π.Ο.Σ.Τ.)", η οποία αποτελεί ΝΠΙΔ, διατηρεί και εκμεταλλεύεται (πριν από το έτος 2003) για λογαριασµό της, αλλά και των µελών της (ταχυδροµικών υπαλλήλων), παραθεριστικό οικισµό, αποτελούμενο από έξι

(6)αυτοτελείς και ανεξάρτητες µονοκατοικίες, ένα εστιατόριο και αποθήκες µετά του περιβάλλοντος αυτού χώρου πρασίνου, που βρίσκεται στο Κερασοχώρι του Δήµου Βίνιανης Ν. Ευρυτανίας. Την 1-10-2003, δια της διαχειριστικής επιτροπής της, µε έγγραφη σύµβαση µίσθωσης έργου, κατά το χαρακτηρισµό των ίδιων των συμβαλλομένων, ανέθεσε στον ενάγοντα τη φροντίδα της εύρυθµης λειτουργίας του παραθεριστικού οικισµού και δη την εκτέλεση των αναγκαίων για την καθαριότητα, την υγιεινή, τη συντήρηση και την επισκευή των εγκαταστάσεών του εργασιών, αλλά και για τη λειτουργία και εκμετάλλευση του εστιατορίου - καφετέριας. Ειδικότερα, µε την άνω έγγραφη σύµβαση, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση: 1) της λειτουργίας και εκµετάλλευσης του εστιατορίου - καφετέριας, που βρίσκεται µέσα στον οικισµό, 2) της προετοιμασίας (καθαρισµό των οίκων - πλύσιµο και σιδέρωµα κλινοσκεπασμάτων, έλεγχο οικοσκευής και καλής λειτουργίας των ηλεκτρικών και υδραυλικών), της παράδοσης και παραλαβής των κλειδιών στους παραθεριστές και τον έλεγχο των οικιών κατά την αποχώρηση των παραθεριστών, 3) της συντήρησης και αποκατάστασης των μικροβλαβών στις οικίες, το εστιατόριο και στο μηχανολογικό εξοπλισμό, 4) της συντήρησης και καθαριότητας του περιβάλλοντος χώρου, της επισκευής και ασφαλούς λειτουργίας της παιδικής χαράς, 5) της, μετά από επικοινωνία και έγκριση της εναγομένης, επισκευής και αποκατάστασης σοβαρών βλαβών, δαπάνης άνω των 50 ευρώ, των κτιριακών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του παραθεριστικού κέντρου και 6) του ελέγχου όλων των σκευών του εστιατορίου και του εξοπλισμού των οικιών, της αντικατάστασης των φθαρμένων λόγω παλαιότητας (μετά από έγκριση της εργοδότριας) και της ενημέρωσης της εναγομένης σε περίπτωση φθορών από συγκεκριμένους παραθεριστές. Ο ενάγων, κατά τη σύμβαση, μπορούσε, ανάλογα με τις ανάγκες του οικισμού, να προσλαμβάνει βοηθητικό προσωπικό, στο οποίο ο ίδιος θα καταβάλει ολόκληρη την αμοιβή τους, για τις παρεχόμενες εργασίες του, χωρίς η εναγομένη να βαρύνεται με οποιαδήποτε υποχρέωση (χρηματική ή ασφαλιστική) προς αυτούς. Επιπλέον ο ενάγων είχε την υποχρέωση να δέχεται και να διευκολύνει οποιοδήποτε εντεταλμένο εκπρόσωπο της εναγομένης, για έλεγχο των χώρων του παραθεριστικού κέντρου και των προσφερομένων απ' αυτόν υπηρεσιών. Τέλος, κατά τη σύμβαση, ο ενάγων θα προσέφερε τις ως άνω υπηρεσίες του για ορισμένη χρονική διάρκεια και δη από 1-10-2003 μέχρι 30-9-2004 αντί αμοιβής 600 ευρώ, μηνιαίως. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής παρείχε τις προαναφερόμενες υπηρεσίες καθημερινά στον άνω παραθεριστικό οικισμό, ο οποίος λειτουργούσε καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Σ' αυτόν οι παραθεριστές εναλλάσσονταν, διέμεναν δε συνήθως εκεί επί επταήμερο ή και επί τριήμερο (Παρασκευή - Κυριακή). Με τη λήξη της σύµβασης (30-9-2004) ο ενάγων, χωρίς να έχει καταρτισθεί νέα έγγραφη σύµβαση, συνέχιζε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες του στον παραθεριστικό οικισµό, τις οποίες η εναγοµένη αποδεχόταν, καλύπτοντας έτσι τις ανάγκες του. Τις υπηρεσίες αυτές παρείχε, µε προφορική σύµβαση, µέχρι τις 29-6-
  1. Στη συνέχεια, οι διάδικοι κατάρτισαν νέα έγγραφη σύµβαση έργου, κατά το χαρακτηρισµό των ιδίων, διάρκειας από 1-7-2007 µέχρι 30-6-
  2. Με τη σύµβαση αυτή ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει τις ίδιες, όπως και µε την πρώτη σύµβαση, υπηρεσίες του, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις. Η αµοιβή του ορίστηκε στο ποσό των 1.200 ευρώ, µηνιαίως. Ακόµη, µε τη σύµβαση αυτή, σε συνέχεια άλλωστε της προηγούμενης, παραχωρήθηκε στον ενάγοντα η δωρεάν χρήση του καταστήµατος (εστιατορίου - καφετέριας), που βρίσκεται µέσα στον οικισµό. Η λειτουργία εξυπηρετούσε τις ανάγκες των παραθεριστών (τις βραδινές κυρίως ώρες), γι' αυτό και η εναγοµένη, παραχωρώντας, χωρίς αντάλλαγµα, την εκμετάλλευσή του στον ενάγοντα, στο όνοµα του οποίου και εκδόθηκε το έτος 2006 η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του, απέδιδε ιδιαίτερη σηµασία για την ορθή και συνεχή λειτουργία του. Γι' αυτό και όταν ο ενάγων δεν µπορούσε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να λειτουργεί το άνω κατάστηµα, οι διάδικοι, µετά από συζητήσεις, κατάρτισαν, στις 28-2-2009, νέα σύµβαση έργου, όπως και πάλι τη χαρακτήρισαν, µε την οποία, τροποποιώντας την προηγούµενη (από 29-6-2007), καθορίστηκε ως χρόνος διάρκειας αυτής το διάστηµα από 1-3-2009 µέχρι 28-2-2010, συντοµεύοντας έτσι την καθορισθείσα µε την προηγούµενη σύµβαση διάρκειά της. Η λειτουργία του καταστήµατος ανατέθηκε σε άλλον, γι' αυτό και στη νέα σύµβαση δεν περιλαµβάνεται η υποχρέωση του ενάγοντος να λειτουργεί το κατάστηµα αυτό. Η αµοιβή και οι υποχρεώσεις του παρέµειναν, κατά το υπόλοιπο µέρος, οι ίδιες µε τα οριζόμενα στην προηγούµενη σύµβαση. Στα πλαίσια, αρχικά της από 29-6-2007 και ακολούθως, της από 28-2-2009 σύµβασης, ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις ίδιες, όπως και πριν υπηρεσίες, µέχρι και τις 28-2-2010, οπότε η εναγόµενη, έχοντας ήδη γνωστοποιήσει σ' αυτόν, µε το από 18-12-2009 έγγραφο της Διαχειριστικής επιτροπής της, την πρόθεσή της να µην ανανεώσει τη σύµβαση, καλώντας τον µε τη λήξη αυτής (στις 28-2-2010) να της αποδώσει τα κλειδιά των οικιών κ.λπ. του άνω κέντρου, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και αυτός, πράγµατι, στις 28-2-2010, παρέδωσε τα άνω κλειδιά. Ο ενάγων, κατά τη διάρκεια των παραπάνω συµβάσεων, παρείχε τις υπηρεσίες του µέσα στο χώρο του παραθεριστικού οικισµού. Αρχικά ο ίδιος διέµεινε στη …, στη συνέχεια, για µεγάλο διάστηµα στη …, µόλις σε απόσταση 5 χιλιοµέτρων από το χώρο του παραθεριστικού οικισµού και ακολούθως, τα τελευταία 2 - 3 έτη, στο .., που απέχει 48 χλµ. από το χώρο του οικισµού. Κατά τη διάρκεια όλων των ετών προσερχόταν, σχεδόν καθηµερινά, στο χώρο του οικισµού, υποδεχόµενος κάθε φορά τους παραθεριστές που έφταναν στον οικισµό. Απ' αυτόν οι παραθεριστές παραλάμβαναν τα κλειδιά των κατοικιών και σ' αυτόν τα παρέδιδαν κατά την αποχώρηση τους. Πάντοτε υπήρχαν παραθεριστές (και ιδιαίτερα τις ηµέρες Παρασκευή έως και Κυριακή), γι' αυτό και η παρουσία του ήταν αναγκαία στο χώρο του οικισµού. Εξυπηρετούσε καθηµερινά τους παραθεριστές, φρόντιζε για την καθαριότητα των χώρων του οικισµού και επιδιόρθωνε, µετά από ενημέρωση της εναγομένης, κάθε βλάβη των οικιών και εν γένει εγκαταστάσεων. Τις εργασίες επισκευής ή συντήρησης των οικιών και λοιπών χώρων του οικισµού ανέθετε ο ίδιος σε τρίτους (υδραυλικούς, µηχανικούς, τεχνίτες κ.λπ.), αποδίδοντας, κάθε φορά, λογαριασµό στην εναγοµένη, την οποία και βάρυναν οι σχετικές δαπάνες. Κάθε µήνα της απέδιδε λογαριασµό της διαχείρισης εσόδων και εξόδων. Τις υπηρεσίες του αυτές παρείχε σύµφωνα µε τους καθοριζόµενους µε τις συµβάσεις όρους, ακολουθώντας τις οδηγίες της εναγοµένης, όπως η τελευταία περιέλαβε αυτές στις συµβάσεις, αλλά και κάτω από τη συνεχή εποπτεία και τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσης των υπηρεσιών. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις συµβάσεις περιλαµβάνεται ρητώς η υποχρέωση του ενάγοντος να δέχεται τον έλεγχο των προσφερόµενων υπηρεσιών του από την εναγόµενη. Το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωµένος, κατά τη σύµβαση, να αποδίδει λογαριασµό της διαχείρισης εσόδων και εξόδων, τον οποίο και απέδιδε στην εναγόµενη, αλλά και πριν από κάθε αποκατάσταση βλαβών του οικισµού να την ενημερώνει, ενισχύει την κρίση, ότι υπήρχε συνεχής έλεγχος και εποπτεία της εναγοµένης, κατά τη διάρκεια της προσφοράς της εργασίας του ενάγοντος προς αυτήν. Κατά τη διάρκεια των συµβάσεων, ο ενάγων δεν εργαζόταν αλλού, ενώ η εκμετάλλευση του εστιατορίου - καφετέριας από τον ίδιο ήταν ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες προσφερόµενες υπηρεσίες του. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός, ότι η εναγοµένη εξακολουθούσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (καταρτίζοντας μάλιστα και την τελευταία έγγραφη σύμβαση) και μετά την παύση της λειτουργίας του καταστήµατος, εκ µέρους του, αναθέτοντας αυτήν και εν γένει εκμετάλλευσή του σε τρίτον. Οι διάδικοι µε τις ένδικες συµβάσεις απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος και όχι στην επίτευξη ορισµένου αποτελέσματος, ενώ ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του υπό τη νοµική και προσωπική εξάρτησή του από το αρµόδιο όργανο (διαχειριστική επιτροπή) της εναγόµενης, αφού αυτή καθόριζε τους γενικούς και ειδικότερους όρους παροχής της εργασίας του, ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο αυτής, ασκώντας έλεγχο και εποπτεία για την επιµελή εκτέλεση της εργασίας. Οι ένδικες συµβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας και όχι των συµβάσεων έργου, όπως ισχυρίζεται η εναγόµενη και χαρακτήρισαν οι ίδιοι οι διάδικοι, κατά την κατάρτισή τους, ή έστω των συµβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο παραπάνω χαρακτηρισµός των, ανεξαρτήτως αν τον ίδιο προσέδιδαν ή όχι και τα συµβαλλόµενα µέρη, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας, χωρίς να αναιρείται από µόνο το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ήταν ασφαλισµένος στο ΙΚΑ, ενισχύεται από το γεγονός, ότι για την εργασία του λάµβανε σταθερά το ίδιο ποσό µηνιαίως (600 ευρώ αρχικά και 1.200 ευρώ στη συνέχεια), όπως ακριβώς αµείβεται ο εργαζόµενος µε σύµβαση εργασίας, χωρίς οι άνω καταβολές να εξαρτώνται από τον αριθµό των παραθεριστών στον οικισµό και από το µέγεθος των εργασιών συντήρησης, επισκευής κ.λπ. που θα εκτελούσε κατά µήνα ο ενάγων. Η ορισµένη διάρκεια των άνω συµβάσεων εργασίας του ενάγοντος, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας του, που ανελλιπώς παρείχε από 1-10-2003 χωρίς διακοπή, ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του παραθεριστικού οικισµού, αλλά ούτε και από κάποιο αντικειμενικό λόγο, που να δικαιολογείται από τη µορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του άνω οικισµού της εναγοµένης ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, όπως η προσωρινή αναπλήρωση άλλου εργαζοµένου ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας ή η ορισµένη διάρκειά της να γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου. Αντίθετα, ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγοµένης σε σχέση µε τη λειτουργία του παραθεριστικού οικισµού της, οι ανάγκες του οποίου, για παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, υγιεινής, συντήρησης και επισκευής των εγκαταστάσεών του, αλλά και για την εξυπηρέτηση των παραθεριστών, ήταν συνεχείς. Ο αριθµός των άνω διαδοχικών συµβάσεων εργασίας και η εξαιρετικά µεγάλη χρονική διάρκειά τους δεν µπορεί να δικαιολογήσει την ανάγκη της πρόσκαιρης απασχόλησης του ενάγοντος. Εποµένως, ο ορθός χαρακτηρισµός των επίδικων συµβάσεων είναι εκείνος της εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και η σύναψη αλλεπάλληλων συµβάσεων έργου έγινε µε πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, µε συνέπεια το σύνολο των διαδοχικών αυτών συµβάσεων µε την εναγοµένη να συνιστά µία ενιαία σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει αυτοδικαίως κατά την ηµεροµηνίας λήξης της τελευταίας σύµβασης (δηλαδή στις 28-2-2010), αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και µετά την εν λόγω ηµεροµηνία. Παρά ταύτα η εναγοµένη, δια της αρµόδιας Διαχειριστικής επιτροπής της, αφ' ενός µε το από 18-12-2010 έγγραφό της γνωστοποίησε στον ενάγοντα τη λήξη της σύµβασης στις 28-2-2010 και την πρόθεσή της να µην ανανεώσει αυτήν, καλώντας τον να της αποδώσει, τα κλειδιά των σπιτιών του άνω οικισµού της και αφ' ετέρου στις 28-2-2010, οπότε ο ενάγων, ενεργώντας κατά την άνω έγγραφη δήλωση της εναγοµένης και ενώ ήδη είχε ασκήσει την ένδικη αγωγή, της παρέδωσε τα κλειδιά, παρέλαβε αυτά και έπαυσε πλέον να αποδέχεται τις άνω υπηρεσίες του. Η άνω δήλωσή της και πολύ περισσότερο η παραλαβή των κλειδιών ενέχει, κατά τρόπο σαφή και αναµφίβολο, τη βούλησή της για λύση της σύμβασης. Όµως, η καταγγελία αυτή της αορίστου χρόνου σύµβασης εργασίας είναι άκυρη, γιατί, όπως συνομολογείται, η εναγοµένη δεν κατέβαλε, στον απολυόμενο ενάγοντα την οφειλόµενη αποζηµίωση απόλυσης. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε ότι: 1) η συνδέουσα τους διαδίκους σύµβαση είχε, κατ' ορθό χαρακτηρισµό αυτής, το χαρακτήρα της ενιαίας σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβασης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή ορισμένου χρόνου, διότι ο ενάγων συνεχώς παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, κατά τη διάρκεια δε αυτής, τελούσε σε καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας από εκείνη, αφού ελάμβανε απ' αυτήν εντολές και οδηγίες, δεν του παρείχοντο δε περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου εργασίας του, 2) η καταγγελία αυτής ήταν άκυρη και 3) η σύναψη αλλεπάλληλων συµβάσεων, χαρακτηριζομένων, μάλιστα, ως έργου, έγινε µε πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/
  3. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους συναφείς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά του σχετικού μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 648 επ., 681 Α.Κ. και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς, αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι, η ειδικότερη παραδοχή της απόφασης, σύμφωνα με την οποία µε την αρχική σύµβαση, παραχωρήθηκε στον ενάγοντα η δωρεάν χρήση του καταστήµατος (εστιατορίου - καφετέριας), που βρίσκεται µέσα στον οικισµό, δεν αναιρεί το χαρακτηρισμό των επί μέρους ενδίκων συμβάσεων, ως μίσθωσης εργασίας, διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, 1) η παραχώρηση αυτή είναι ανεξάρτητη της σύμβασης εργασίας και έγινε προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των παραθεριστών (τις βραδινές κυρίως ώρες), 2) η εναγοµένη, παραχώρησε, χωρίς αντάλλαγµα, την εκμετάλλευσή του στον ενάγοντα, επειδή απέδιδε ιδιαίτερη σηµασία για την ορθή και συνεχή λειτουργία του, 3) όταν ο ενάγων δεν µπορούσε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να λειτουργεί το άνω κατάστηµα, οι διάδικοι, µετά από συζητήσεις, κατάρτισαν, στις 28-2-2009, νέα σύµβαση µε την οποία, τροποποιώντας την προηγούµενη (από 29-6-2007), καθορίστηκε ως χρόνος διάρκειας αυτής το διάστηµα από 1-3-2009 µέχρι 28-2-2010, η δε λειτουργία του καταστήµατος ανατέθηκε σε άλλο άτομο, γι' αυτό και στη νέα σύµβαση δεν περιλαµβάνεται η υποχρέωση του ενάγοντος να λειτουργεί το κατάστηµα αυτό και 4) η αµοιβή και οι υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου παρέµειναν, κατά το υπόλοιπο µέρος, οι ίδιες µε τα οριζόμενα στην προηγούµενη σύµβαση. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 28-2-2013, αίτηση της αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της 160/2012 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
  4. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.