Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 610 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από τη θεώρηση του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Αποδοχή λόγων αναιρέσεως που άσκησε ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 610/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 36417/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένη την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/24.9.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Έλλης Ζερμπίνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1467/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου, όπου είναι τοποθετημένος, και των αποφάσεων των μονομελών Πλημμελειοδικείων και Πταισματοδικείων της Περιφερείας του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεση, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λπ., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112, κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην άνω παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.
- Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία που έχει εκ του νόμου, μολονότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο δεν εκδικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση αλλά παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, η οποία όμως δεν συμπληρώθηκε και έτσι το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 36417/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει, ότι η κατηγορουμένη παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιόν του, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (παραβ. άρθρου 19 παρ. 1α, 2, 4 ν. 2529/1997), που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος. Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, κατ' αποδοχήν του ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πράξεως, ότι από της τελέσεως της πράξεως, που φέρεται ότι έλαβε χώρα από 19.8.1999 έως 27.12.1999, από 14.2.2000 έως 10.4.2000 και από 17.12.1999 έως 10.4.2000 και μέχρι της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορουμένη, την 27.4.2009 παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και συνεπώς, σύμφωνα με τις γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ (17, 111, 112 ΠΚ), το αξιόποινο της άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έπαυσε οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη. Όμως, έτσι κρίνοντας το δικάσαν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής τον χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη και όχι αυτόν της ημερομηνίας θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον Προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται προς διακρίβωση του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, η θεώρηση του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου έλαβε χώρα την 29.12.2005, το δε κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στην κατηγορουμένη την 27 Απριλίου 2009, ήτοι πριν παρέλθει, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, η πενταετία. Συνεπώς, το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης, λόγω παραγραφής. Κατόπιν αυτών, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της από 24.9.2009 αιτήσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που παραδεκτά ασκήθηκε, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 36417/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ