Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 614 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποζημίωση, Απορρίπτει αναίρεση. Περίληψη: Ανώτατο όριο αποζημίωσης αποχώρησης των εργαζομένων σε φορείς του δημοσίου τομέα, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 ΝΔ 618/1970, δια των οποίων η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού ή από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα, επειδή είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής. Ποιες επιχειρήσεις καλύπτει. ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ. Αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση κοινής ωφέλειας λειτουργούσα χάριν δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, υπόκειται, ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλων της, στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970). Πρόσθετη παροχή με βάση το άρθρο 15 παρ.1 του Κεφαλαίου Β' της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής εργοδότριας «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ) Α.Ε.» και των σωματείων των εργαζομένων. Περιστατικά. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (Απορρίπτει αναίρεση). Αριθμός 614/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μάρκου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Κ., κατοίκου ... και 2)Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, (με αριθμό κατάθεσης ...2012) που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/7/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από τις .../31-10-2017 και .../31-10-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Θ. Τ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον κάθε αναιρεσίβλητο για να εμφανιστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (30-1-2018). Κατ’ αυτήν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου πλην όμως οι τελευταίοι, ενώ όφειλαν να εμφανιστούν, δεν εμφανίστηκαν. Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
- Με την από 18-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 43/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν η από 10-12-2012 αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.782 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 14.065,33 για διαφορά αποζημίωσης και πρόσθετης παροχής λόγω απόλυσής τους για συνταξιοδότηση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
- Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ"(ΦΕΚ Α` 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι:
- " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις... προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112/1920 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967... επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α` 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 597/2017, ΑΠ 227/2016, ΑΠ 675/2014, ΑΠ 1621/2011). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ. ΑΠ 20/2006, Ολ.ΑΠ 10/1998, ΑΠ 597/2017, ΑΠ 227/2016, ΑΠ 675/2014, ΑΠ 1621/2011). Περαιτέρω, βάσει των διατάξεων των ν. 2166/1993 και ν. 3195/2003 οι αμυντικές βιομηχανίες "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (..." και "Ανώνυμη Εταιρεία Ελληνική Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (...)" συγχωνεύθηκαν με σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "..._...". Για την συγχώνευση αυτή συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. .../28-12-2003 πράξη συγχώνευσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ., η οποία καταχωρήθηκε την 2-1-2004 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η καταχώρηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθ. ...-1-
- Έτσι από της ως άνω καταχώρησης στο Μητρώο ΑΕ της σχετικής εγκριτικής διοικητικής απόφασης, επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 του ΚΝ 2190/1920 και του Ν. 3195/2003 και η ως άνω νέα εταιρεία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευομένων εταιρειών ως καθολική αυτών διάδοχος. Αυτή, δεδομένου ότι κύριος μέτοχος και μάλιστα σε ποσοστό 99,80% ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, ήταν επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΚΟ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 3429/2005, αποτελούσε δε επιχείρηση δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με ρητή διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3195/2003., ο δε σκοπός της και η λειτουργία της συνδέονται κατά τρόπο άμεσο με την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας. Αυτή είναι δημόσια επιχείρηση-εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας και σύμφωνα με τον ως άνω ιδρυτικό της νόμο (3195/2003) και δη το άρθρο 1 αυτού, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ενώ κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης που ίσχυε υπέρ κάποιας από τις εν λόγω συγχωνευθείσες εταιρείες, ισχύει και υπέρ του νομικού προσώπου, που συστήθηκε με την συγχώνευση. Με το άρθρο 5, μάλιστα, του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης συμβάσεις και σχέσεις εργασίας. Περαιτέρω, η ως άνω τελευταία εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 και του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014, διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών, ήτοι α) την εταιρεία "Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" με το διακριτικό τίτλο "...-...", η οποία έχει την ίδια επωνυμία και διακριτικό τίτλο της διασπώμενης και η οποία συνεχίζει τη δίκη αυτή ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας, και β) την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Σύμφωνα δε, με την υπ’ αριθμ. .../16-9-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης-σύστασης των δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., από την ολοκλήρωση της διάσπασης οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαταστάθηκαν αυτοδίκαια και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σύμφωνα με το νόμο, σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της διασπώμενης εταιρείας, κατά το μέρος που αφορούν τα μεταβιβαζόμενα σε κάθε μία περιουσιακά στοιχεία και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, οι δίκες της διασπώμενης εταιρείας συνεχίζονται από τις επωφελούμενες κατά τη προβλεπόμενη κατανομή, μη επερχόμενης βιαίας διακοπής αυτών με τη διάσπαση. Η δε διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς εκκαθάριση. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση διάσπασης, στην πρώτη των επωφελούμενων και ήδη αναιρεσείουσα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «... –...» εισφέρθηκαν όλα τα ενεργητικά και παθητικά περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την παραγωγική δραστηριότητα της διασπώμενης στην παραγωγή και εμπορία αποκλειστικά μόνο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού ,καθώς και το εργοστάσιο του Αιγίου με το προσωπικό του, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες. Με την αριθ. .../2014 ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στις 3-10-2014 η διαγραφή, λόγω διάσπασης, της διασπώμενης εταιρείας (ΦΕΚ.../6-10-2014 τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ) και ομοίως, με την αριθ. ....1/2014 ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στις 3-10-2014 (ΦΕΚ .../8-10-2014 Τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ), η σύσταση της νέας εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...-..." και το καταστατικό αυτής, σύμφωνα με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης και σύσταση νέων, λαμβάνοντας η νέα επωφελούμενη εταιρεία αριθμό ... Η τελευταία εταιρεία, αλλά και οι προηγούμενες αυτής υπάγονται στον προαναφερόμενο περιορισμό του ΑΝ 173/
- Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ.2 του 3891/2010 «Αναδιάρθρωση κλπ του Ομίλου ΟΣΕ και ΤΡΑΙΝΟΣΕ», από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφιστάμενης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, απαγορεύεται να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης, που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του α.ν. 173/1967, όπως κάθε φορά, αναπροσαρμοζόμενο, ισχύει. ....Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν.3899/2010, τα άρθρα 15 έως και 21 του ν. 3891/2010 εφαρμόζονται αναλόγως και στα «Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία». Παραπέρα, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1 του Κεφαλαίου Β’ της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής εργοδότριας "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΟΠΛΩΝ (...) Α.Ε." και των σωματείων των εργαζομένων της στο ... "Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ ... και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης η οφειλόμενη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων". Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Κεφαλαίου Β’ της παραπάνω από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Χορηγείται πρόσθετη παροχή στο τακτικό προσωπικό της εταιρείας που είτε αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης για οποιοδήποτε λόγο, είτε λύεται λόγω καταγγελίας σύμβαση εργασίας του, το ισόποσο των 2 μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει μέχρι 10 έτη υπηρεσίας και το ισόποσο ποσό 3 μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει 10 έτη υπηρεσίας στην ...". Από τις προϋποθέσεις καταβολής της άνω παροχής (απαραίτητη προϋπηρεσία στην εναγόμενη 3 έως 10 ετών για την καταβολή 2 μηνιαίων μισθών και 10 ετών και άνω για την καταβολή 3 μηνιαίων μισθών) και λαμβανομένου υπ’ όψιν του χρόνου καταβολής της (κατά την αποχώρηση των υπαλλήλων μετά την λύση της εργασιακής και όχι για παρασχεθείσα εργασία) καθώς και του γεγονότος ότι χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της εναγόμενης που αποχωρούν με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι απολυόμενους ή παραιτούμενους οι οποίοι πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις ως προς την χρονική διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα συνδεόμενο με την παροχή εργασίας αλλά αποζημιωτικό και αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας θέσης του και συνεπώς συνιστά πρόσθετη αποζημίωση, ανεξάρτητα από το όνομα ή τον χαρακτηρισμό που της έχουν προσδώσει τα μέρη, πέραν αυτής του Ν. 2112/
- Η εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση, λόγω του ότι η εναγόμενη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ.1 ΑΝ 173/1967 σύμφωνα με το οποίο «εις ας περιπτώσεις ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης αναφερόμενης εις ανωνύμους εταιρείας ή κοινωφελείς επιχειρήσεις προβλέπει την καταβολή εις υπαλλήλους, κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως, πέραν της από του Ν.2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστόν 15% της υπό της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης». Οι όροι δε της ανωτέρω ΕΣΣΕ έτους 2001 διατηρήθηκαν σε ισχύ και με την ΕΣΣΕ έτους 2008 (άρθρο 2). Κατά συνέπεια όλων των παραπάνω προκύπτει ότι η ειδική πρόσθετη παροχή δεν ταυτίζεται με την αποζημίωση απόλυσης του Ν. 2112/1920, αλλά αποτελεί ανεξάρτητη και αυτοτελή παροχή η οποία διακρίνεται σαφώς από αυτήν και προβλέπεται ήδη από τον αναγκαστικό νόμο, όμως λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα της εναγόμενης εμπίπτει στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 Α.Ν. 173/1967 και υπόκειται στο τιθέμενο με την εν λόγω διάταξη περιορισμό ήτοι του ποσοστού 15% επί του ανώτατου ορίου αποζημίωσης των 15.000 ευρώ. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 (559 αρ.1 ) του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015 ). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, δικάζοντας έφεση κατά της 1/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: « Ο πρώτος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την ειδικότητα του φρεζαδόρου από 1-10-1979 έως 31-12-1980, από 1-1-1981 έως την 31-10-1984 με την ειδικότητα του ρυθμιστή, από 1-11-1984 μέχρι 16-2-1997 με την ειδικότητα του σχεδιαστή και από 17-2-1997 μέχρι 3-9-2012 με την ειδικότητα του ρυθμιστή μηχανών. Η σύμβασή του καταγγέλθηκε στις 17-02-1992 και του καταβλήθηκε αποζημίωση 1.522.472 δραχμές ή 4.468,00 ευρώ, πλην όμως αυτός επαναπροσλήφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2190/
- Αποχώρησε δε στις 3-09-2012 λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης. Η εναγόμενη προέκυψε από τη συγχώνευση της ... (στο συγκρότημα της οποίας στο Αίγιο παρείχαν οι ενάγοντες την εργασία τους έως το έτος 2003) και της .... (Ανώνυμη Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου). Από την καταχώρηση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως από της συστάσεως της εναγομένης εταιρείας επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 ΚΝ 2190/1920 και η εναγόμενη υποκαταστάθηκε .σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευομένων εταιρειών (....). Όπως προκύπτει δε, από το νομικό καθεστώς που διέπει την εναγομένη εταιρεία, αυτή είναι δημόσια επιχείρηση-εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας και σύμφωνα με τον ως άνω ιδρυτικό της νόμο (3195/2003) και δη το άρθρο 1 αυτού, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ενώ κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης που ίσχυε υπέρ κάποιας από τις εν λόγω συγχωνευθείσες εταιρείες, ισχύει και υπέρ του νομικού προσώπου, που συστήθηκε με την συγχώνευση. Με το άρθρο 5, μάλιστα, του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης συμβάσεις και σχέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο υπολογισμός της οφειλόμενης στον πρώτο ενάγοντα αποζημίωσης αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης (άρθρ. 8 εδαφ. β’ Ν. 3198/1955) γίνεται με βάση-όχι - μόνο τον χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας, αλλά και της πλασματικής (δηλαδή τον χρόνο που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας) από την έναρξη της σύμβασης εργασίας του μέχρι την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης στις 3-09-
- Ο πρώτος ενάγων αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης από την εναγόμενη εταιρεία την 3-9-2012 με τελικό μισθό 1.717,88 ευρώ, ήτοι εργάστηκε στην εναγόμενη για τριάντα τρία
(33)έτη, από το έτος 1979 έως το έτος
- Η εναγόμενη δεν κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωση σε αυτόν, ως όφειλε, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, όπως περιορίζεται από το άρθρο 2 του ΑΝ. 173/1967, ανερχόμενη, από τον χρόνο της υπηρεσίας τους (άρθρο 3 παρ. 1, 3 του Ν. 2112/1920 και άρθρα 15 παρ. 1 και 3 ΕΣΣΕ έτους 2001 και άρθρο 2 ΕΣΣΕ 2008) στο ποσό των 15.000 ευρώ. Συνεπώς, ο πρώτος ενάγων ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγόμενη από 1-10-1979 έως 3-9-2012, με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.717,88 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το ανερχόμενο ποσό των 15.000 ευρώ (1.717,88 ευρώ τελικός μισθός Χ 24 μισθοί + 1/6 αναλογία δώρων και επιδομάτων 48.100,64 Χ 40% = 19.240 ευρώ, που περιορίζεται στο ανωτέρω ποσό των 15.000 ευρώ). Από το ποσό αυτό της αποζημίωσης πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό, που καταβλήθηκε σε αυτόν για την ίδια αιτία (λόγω αποζημίωσης), κατά το μέρος που καλύπτεται χρονικά από το τελικό ποσό και ειδικότερα το ποσό των 4.468,00 ευρώ, που καταβλήθηκε για την ίδια αιτία, το οποίο (χρονικό διάστημα) συνυπολογίζεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την εξεύρεση του ύψους της οφειλόμενης εν προκειμένω αποζημίωσης, απομένοντος υπολοίπου του ποσού των 10.532 ευρώ (15.000- 4.468,00), δεκτής γενόμενης ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης ένστασης περί συμψηφισμού άλλως περί μερικής καταβολής (άρθρ. 416 ΑΚ) που πρόβαλε η εναγομένη παραδεκτά, με τις προτάσεις της και επαναφέρει και με τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσής της. Επίσης, επειδή ο πρώτος ενάγων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγόμενη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλλει ως πρόσθετη παροχή το συνολικό ποσό των 5.153,64 ευρώ (1.717, 88 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς = 5.153,64 που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από την διάταξη του άρθρου 3 παρ 1 του ΝΔ 173/1967 η εναγομένη οφείλει στον πρώτο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15%). Ο δεύτερος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη με την ειδικότητα του τεχνίτη ελεγκτή ποιότητας από 19-1-1981 μέχρι 12-2-1987 και από 13-2-1987 έως 8-8-2012 απασχολήθηκε ως τυχαίος ελεγκτής Η σύμβασή του καταγγέλθηκε στις 29-10-1991 και του καταβλήθηκε αποζημίωση 1.030.147 δραχμές ή 3.184,67 ευρώ, πλην όμως αυτός επαναπροσλήφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2190/
- Αποχώρησε δε στις 8-08-2012 λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης......Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο υπολογισμός της οφειλόμενης στον δεύτερο ενάγοντα αποζημίωσης αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης (άρθρ. 8 εδαφ. β’ Ν.3198/1955) γίνεται με βάση-όχι - μόνο τον χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας, αλλά και της πλασματικής (δηλαδή τον χρόνο που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας) από την έναρξη της σύμβασης εργασίας του μέχρι την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης στις 8-08-
- Περαιτέρω ο δεύτερος ενάγων εργάστηκε από 19-1-1981 έως 8-8-2012 με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.883 53 ευρώ, οπότε, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το συνολικά ανερχόμενο ποσό των 15.000 ευρώ (1.883,53 ευρώ τελικός μισθός Χ 24 μισθοί + 1/6 αναλογία δώρων και επιδομάτων 52.738,84 Χ 40%=21 .095,54 ευρώ, που περιορίζεται στο ανωτέρω ποσό των 15.000 ευρώ). Η εναγόμενη δεν κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωση στον ως άνω ενάγοντα, ως όφειλε, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις όπως περιορίζεται από το άρθρο 2 του Α Ν 17311967, ανερχόμενη, από τον χρόνο της υπηρεσίας του (άρθρο 3 παρ. 1, 3 του Ν. 2112/1920 και άρθρα 15 παρ. 1 και 3 ΕΣΣΕ έτους 2001 και άρθρο 2 ΕΣΣΕ 2008) στο ποσό των 15 000 ευρώ. Από το ποσό αυτό της αποζημίωσης πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό, που καταβλήθηκε σε αυτόν για την ίδια αιτία (λόγω αποζημίωσης), κατά το μέρος που καλύπτεται χρονικά από το τελικό ποσό και ειδικότερα το ποσό των 3.184,67 ευρώ, που καταβλήθηκε για την ίδια αιτία, το οποίο (χρονικό διάστημα) συνυπολογίζεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την εξεύρεση του ύψους της οφειλόμενης εν προκειμένω αποζημίωσης, απομένοντος υπολοίπου του ποσού των 11.815,33 ευρώ (15.000 - 3.184,67), δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης ένστασης περί συμψηφισμού άλλως περί μερικής καταβολής (άρθρ. 416 ΑΚ) που πρόβαλε η εναγομένη παραδεκτά, με τις προτάσεις της και επαναφέρει και με τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσής της. Επίσης, επειδή ο δεύτερος εκ των εναγόντων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγόμενη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλλει ως πρόσθετη παροχή το συνολικό ποσό των 5.650,59 ευρώ (1.883, 53 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΝΔ 173/1 967, η εναγόμενη οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15%). Σημειωτέον πως, οι τρεις μισθοί εδίδοντο ανελλιπώς σε όλους τους εργαζόμενους που αποχωρούσαν από την εναγόμενη από το 2001 και μετά>>. Μετά τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή κατ’ ουσίαν εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε τα άνω ποσά στους αναιρεσιβλήτους. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, 15 παρ.1 και 3 του Κεφαλαίου Β’ της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και 2 της από το έτος 2008 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας καθώς και των άρθρων 6 και 7 του Ν. 4237/2014, 20 παρ.2 του 3891/2010 και 1 παρ.4 του Ν.3899/
- Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος.
- Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν και δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-7-2017 αίτηση για αναίρεση της 43/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20Μαρτίου
- ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ