Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 615 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Απορρίπτει αναίρεση, Προαγωγές υπαλλήλων. Περίληψη: Προαγωγές υπαλλήλων της Ιονικής και Λαϊκής και ήδη της συγχωνευθείσας με αυτήν εναγομένης -αναιρεσείουσας ALPHA τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης σύμφωνα με τον έχοντα ισχύ νόμου Οργανισμό Προσωπικού της. Η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του. του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Έννοια καταφώρως άδικης κρίσης Συγκριτική παράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων αυτών. Κατάδηλη υπεροχή στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων και στον χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Απορρίπτει αναίρεση ) . Αριθμός 615/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο, που κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2695/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2342/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1 Με την από 14-12-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2342/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας κατά της 2695/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να προαγάγει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης από 1-1-2006 και του επιδίκασε, ως αποζημίωση, λόγω διαφοράς αποδοχών που έλαβε με αυτές που έπρεπε να λάβει και χρηματική ικανοποίηση τα αναφερόμενα ποσά. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την Πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). 2 Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του. του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή. Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρος άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής απόδοσης και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002, ΑΠ 971/2017, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 212/2015). Εξάλλου ,από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 παρ.1, 9 και 10 της από 1-12-1977 συλλογικής σύμβασης εργασίας περί Οργανισμού Προσωπικού της ... της Ελλάδος, που έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ.1 και 7 παρ.1 στοιχ. δ’ και 5 του ν.3239/1955, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (φύλλο ... τεύχ. β) με την .../1977 Α.Υ.Ε και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, γιατί εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ.1 και 7 παρ.1 και 5 του ν. 3239/1995, προκύπτει ότι οι προαγωγές για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων από το βαθμό του τμηματάρχη και άνω της εν λόγω τράπεζας, της οποίας καθολικός συνολικά διάδοχος, με συγχώνευση, είναι από 26-4-2000 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α. Ε.", γίνονται μόνον κατ’ εκλογή και εφόσον ο κρινόμενος έχει συμπληρώσει τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό, ύστερα από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας με εισήγηση του γενικού διευθυντή. Το όργανο τούτο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά του έναντι των συναδέλφων του και του κοινού (ΑΠ 246/2003). Μετά την προαναφερθείσα συγχώνευση των δύο τραπεζών, υπογράφηκε η από 26/6/2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας από την εναγομένη Τράπεζα και από το πλέον αντιπροσωπευτικό συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων της με την επωνυμία «Σύλλογος Προσωπικού ...». Μ’ αυτή τη σ.σ.ε, που κατατέθηκε στις 30/6/2003 στην Επιθεώρηση Εργασίας και που έκτοτε έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου ( άρθρα 2 παρ.6,7 παρ.1 και 8 παρ.3 του ν. 1876/1990), καταρτίσθηκε ο νέος και μέχρι τώρα ισχύων Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος δεσμεύει πλήρως την εναγομένη και τους υπαλλήλους της, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το προσωπικό της πρώην "... της Ελλάδος ΑΕ", δηλαδή και ο ενάγων, δεδομένου ότι κατά τη διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας η νεότερη σ.σ.ε μπορεί να τροποποιεί τους όρους της παλαιότερης σ.σ.ε τόσο υπέρ, όσο και σε βάρος των εργαζομένων (ΑΠ 256/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 9 και 10 παρ. 2 και 11 του νέου Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας προκύπτουν τα ακόλουθα : α) προαγωγές των υπαλλήλων της για την πλήρωση κενών οργανικών. θέσεων από το βαθμό του υποτμηματάρχη και άνω (όσον αφορά στο λογιστικό κλάδο είναι Τμηματάρχης Β, Τμηματάρχης Α, Εντεταλμένος διεύθυνσης, Υποδιευθυντής και Διευθυντής ως καταληκτικός βαθμός) διενεργούνται μία φορά το έτος, δηλαδή κάθε 1η Ιανουαρίου με πρόταση του Συμβουλίου Διευθυντών από το Διοικητικό Συμβούλιο, μόνο κατ’ εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον τριετία ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό και β) το ως άνω αρμόδιο περί προαγωγών όργανο αποφασίζει κατ’ ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον προσωπικό του φάκελο. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία παραλείφθηκε μισθωτός κατά τις προαγωγές στον ανώτερο βαθμό, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ. Η παράλειψη προαγωγής του μισθωτού στον ανώτερο βαθμό είναι καταχρηστική όταν αυτός υπερτερεί καταφανώς του αντ’ αυτού προαχθέντος συναδέλφου του και εντεύθεν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου είναι κατάφωρα άδικη (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 801/2014, 1622/2006, 1223/2004, 246/2003). Περαιτέρω, στις προαγωγικές κρίσεις υπαλλήλων που γίνονται από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη κατ’ απόλυτη εκλογή το στοιχείο τη αρχαιότητας (γενικής ή ειδικής) του υπαλλήλου υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων του κρινομένου, τα οποία λαμβάνονται σοβαρά υπόψη όταν ταυτίζονται τα ουσιαστικά προσόντα αυτού και των συγκρινομένων (ΑΠ 621/2008, ΑΠ 105/2006). Εξάλλου, στην κατ’ εκλογή προαγωγή σε διευθυντικό βαθμό, μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό το οποίο εκφράζει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθέμενου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ 1033/2001). Επίσης, οι τίτλοι σπουδών είναι σημαντικό κριτήριο, αφού η κατοχή τους εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό (ΑΠ 175/2007, ΑΠ 460/2004). Ακόμη, ουσιαστικά προσόντα αποτελούν η παρακολούθηση από τον μισθωτό επιμορφωτικών σεμιναρίων και η από αυτόν γνώση γλωσσών (Ολ ΑΠ 2/1998, ΑΠ 619/1995). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 455/2014). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 6/2/1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την "... της Ελλάδος ΑΕ", της οποίας η εναγομένη τράπεζα αποτελεί καθολική διάδοχο, προκειμένου να απασχοληθεί στο Λογιστικό Κλάδο. Είναι Πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό γνώσης αυτής, έχει δε παρακολουθήσει 17 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Η βαθμολογική εξέλιξη του ενάγοντος από της πρόσληψής του και εφεξής έχει ως ακολούθως: α) την 6/2/1978 προσλήφθηκε ως βοηθός λογιστής, β) την 1/4/1980 προήχθη σε υπολογιστή, γ) την 1/1/1983 προήχθη σε λογιστή Β’ , δ) την 1/7/1987 προήχθη σε λογιστή Α,’ ε) την 1/7/1987 προήχθη σε βοηθό τμηματάρχη, ε) την 1/7/1990 προήχθη σε τμηματάρχη Β’ και στ) την 1/1/1995 προήχθη σε τμηματάρχη Α. Τοποθετήθηκε διαδοχικά: α) την 6/2/1978 στο Κατάστημα ... ως υπάλληλος, όπου την 1/6/1983 ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου, β) την 20/9/1984 στο Κατάστημα ... ως Προϊστάμενος, γ) την 23/10/1986 στο Κατάστημα ... ως Προϊστάμενος Εμπορικού, δ) την 7/3/1989 στο ... ως Προϊστάμενος, ε) την 11/3/1991 στην Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης ως υπάλληλος, στ) την 10/5/2000 στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης ως υπάλληλος, ζ) την 21/10/2002 στην Διεύθυνση Γενικών Λειτουργιών ως υπάλληλος, η) την 1/7/2003 στην Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης ως υπάλληλος και θ) την 20/3/2006 στο κατάστημά ... ως υπάλληλος εξυπηρέτησης, θέση στην οποία υπηρέτησε μέχρι την αποχώρησή του από την Τράπεζα στις 30/6/
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.