← Ελλάδα

ΑΠ 625/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 625 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου που κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση κατά κατάχρηση ιδιαιτέρως εμπιστοσύνης ξένων ολικώς κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας περιελθόντων στην κατοχή του ως εντολοδόχου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως λόγω αοριστίας ως προς τους επιμέρους λόγους α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, β) για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τέτοιας διατάξεως, γ) για παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου και καθ' ύλη αναρμοδιότητα από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο ελλείψει μνείας άλλης σχετικής δικαστικής απόφασης που να είναι αμετάκλητη σχετικά με την ίδια πράξη, ούτε γίνεται μνεία για ποιο λόγο το δικάσαν Εφετείο δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη να δικάσει σε δεύτερο βαθμό τέτοια κακουργηματική πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο και δ) για υπέρβαση εξουσίας. Δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι δεν προέκυψε από τη διαδικασία ότι ιδιοποιήθηκε αυτός τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Αόριστος και ο λόγος αναιρέσεως για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 625/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κατσαντώνη, περί αναιρέσεως της 932/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τοιαύτη, απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση και χωρίς αναφορά της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατιτεθέμενων στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρ. 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών που προβλέπεται από το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., εάν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως στα οποία αναφέρεται η αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι η άνω επιβαλλόμενη πρέπει να διευκρινίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ Ολ. 2/2002, 19/2001). Όσον αφορά το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να διαλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή πρόκειται για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη σ' αυτήν υπαγωγή. Στην περίπτωση που προσβάλλεται η απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ποιά είναι η απόλυτη ακυρότητα που εμπίπτει σε μια από τις πέντε περιοριστικής αναφερόμενες κατηγορίες τέτοιων παραβάσεων στο άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ. και ποιες είναι οι παραβιασθείσες διατάξεις που την επέφεραν άλλως ποια είναι η κατ' άρθρο 170 σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και η οποία πρέπει να προτείνεται (άρθρα 173, 174 Κ.Ποιν.Δ.). To ίδιο ισχύει και όταν προβάλλεται ως λόγος ακυρότητος με την αναίρεση η κακή σύνθεση του δικαστηρίου (Πρωτοδικείου ή Εφετείου) που ανήκει σε αυτά με οργανικό αριθμό δικαστών πλέον των δεκαπέντε για τα οποία προβλέπεται κατά το άρθρο 17 στοιχ. Β του Ν. 1756/1988, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση των παρ. 1, 3 ή αυτού με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1933, της παραγρ. 7 με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3327/2005 και μετά την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του Ν. 3346/2005, ότι οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων τους καταρτίζονται με κλήρωση όσον αφορά τους προεδρεύοντες και τους δικαστές από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των για κάθε μήνα και ότι με την ίδια διαδικασία ορίζονται και οι αναπληρωματικοί δικαστές των μελών της συνθέσεως των ποινικών δικαστηρίων. Εξ άλλου με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχείο Η' αυτού λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεων για τη μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα με την παράγραφο 9 του πιο πάνω άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 εδαφ. α' του Κ.Ποιν.Δ. με την απάλειψη της ρυθμίσεως για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε ότι δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος παραθέτει το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 3.6.2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμό 932/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατεδικάσθη σε ποινή καθείρξεως έξι

(6)ετών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση κατά κατάχρηση, ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ξένων ολικής κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, συνολικού ύψους 354885,75 ευρώ, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας. Στην συνημμένη στην έκθεση αναιρέσεως και υπογραφομένη από τον εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και από τον γραμματέα του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αίτηση αναγράφεται ότι ζητείται η αναίρεση της εν λόγω αποφάσεων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων και ιδία των αποδεικτικών μέσων καθόσον από πουθενά από τη διαδικασία δεν προέκυψε ότι αυτός (αναιρεσείων), ιδιοποιήθηκε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. υφίσταται Α) απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ.), β) σχετική ακυρότητα, που δεν καλύφθηκε (άρθρα 173, 174 Κ.Ποιν.Δ), Δ) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το Σύνταγμα, Ε) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ΣΤ) παραβίαση δεδικασμένου, Ζ) παραβίαση καθ' ύλην αρμοδιότητας και Θ) υπέρβαση εξουσίας σε όλες τις υποπεριπτώσεις. Με αυτές, όμως, τις αιτιάσεις η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει ουδένα σαφή και ορισμένο λόγος σε σχέση με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε συγκεκριμένες πλημμέλειες όσον αφορά την εσφαλμένη από το δικαστήριο που την εξέδωσε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου και περί καθύλη αρμοδιότητας από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν προσεκόμισε ούτε επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων αμετάκλητη απόφαση καταδικαστική ή αθωωτική ή που να παύει την ποινική δίωξη ή να την κηρύσσει απαράδεκτη για την ίδια πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων από το δικαστήριο της ουσίας και σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τέτοιας αποφάσεως ούτε επίσης αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως για ποιο λόγο δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη το άνω Εφετείο να εκδικάσει σε δεύτερο βαθμό αυτήν την υπόθεση και δεν κήρυξε την αναρμοδιότητά του αλλά δίκασε την υπόθεση ώστε να υπάρχει υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου. Είναι απορριπτέοι επομένως ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Δ', Ε', ΣΤ', Ζ' και Η' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για παραβίαση δεδικασμένου, για παραβίαση των διατάξεων περί καθ' ύλη αρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου και για υπέρβαση εξουσίας. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της από το Πενταμελές Εφετείο κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε στην ποινή που προαναφέρθηκε μετά την αναγνώριση της συνδρομής υπέρ του ελαφρυντικού ειλικρινούς μεταμέλειας ο ήδη αναιρεσείων για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση ξένων κινητών πραγμάτων ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου καθ' όσον αποδείχθηκε από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι στην Αθήνα στο διάστημα από 26.11.1993 έως 29.7.1994 αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα τα επί μέρους αναφερόμενα στο διατακτικό χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 120.927.318 δραχμών (ευρώ 354.885,75), και ότι τα ποσά αυτά του τα κατέβαλαν ανά περίπτωση οι αναφερόμενοι εισαγωγείς - έμποροι αυτοκινήτων ή ιδιώτες ως αντιστοιχούντα στα ποσά των αναλογούντων δασμών που έπρεπε να καταβληθούν στο ταμείο του Τελωνείου Αθηνών από τον κατηγορούμενο ως επαγγελματία εκτελωνιστή στα πλαίσια της εντολής εκτελωνισμού που του έδιναν οι άνω πελάτες του με την άφιξη του κάθε αυτοκινήτου, προκειμένου να εκδοθούν τα πιστοποιητικά ταξινόμησης των εισαγομένων αυτοκινήτων από τους υπαλλήλους του Τελωνείου Αθηνών, και τα οποία ποσά δεν κατέβαλε αυτός όπως ήταν υποχρεωμένος στο Ταμείο του άνω Τελωνείου αλλά τα ενσωμάτωσε, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης των εντολέων του, στην περιουσία του προξενώντας σ' αυτόν αντίστοιχη ζημία η οποία σε κάθε επί μέρους πράξη καθώς και το όφελος που αυτός επέτυχε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως και είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος, υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ποινικών διατάξεων και ιδία των αποδεικτικών μέσων, ότι από πουθενά από τη διαδικασία δεν προέκυψε ότι αυτός ιδιοποιήθηκε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά καθ' όσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και κατατείνουν σε επανεκτίμηση της υποθέσεως. Δεν προβάλλεται συγκεκριμένα εάν η απόλυτη ακυρότητα που ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως με την ένδικη αίτηση του οφειλόταν σε κάποιον άλλον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ. λόγους ή σε κακή σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα σε κακή σύνθεση ποινικού Δικαστηρίου του Εφετείου Αθηνών στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός δικαστών πλέον των 15 ούτε μνημονεύεται ποιες από της διατάξεις του άρθρου 17 στοιχ. Β' παρ. 1, 3, 4, 5, 7 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως αυτής παρεβιάσθηκαν. Δεν αίρεται η αοριστία αυτή της ένδικης αιτήσεως από την μνεία του ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε συμμετείχε ως μέλος ο Βασίλειος Πέππας (κωλυομένης της τακτικής Παρ. Μεντζελοπούλου) και την έκφραση απορίας "τι εννοείται "τακτικής"" ανεξάρτητα από το ότι προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 στοιχ. Β του ν. 1756/1988 που προαναφέρθηκαν ότι με την ίδια διαδικασία κληρώσεως για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικασίμους κάθε μήνα και στο Εφετείο Αθηνών ορίζονται και οι αναπληρωματικοί δικαστές σε αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης ποινικού δικαστηρίου. Δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προέβαλε ισχυρισμό περί κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 17 στοιχ. Β παρ. 2 έως 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία στο Εφετείο Αθηνών, για να συνεπάγεται ακυρότητα που να μην καλύπτεται, όπως προβλέπεται από όσα ορίζονται στην παρ. 10 του άρθρου 17 στοιχ. Β του άνω νόμου και να ιδρύεται έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Είναι απορριπτέοι επομένως ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Επίσης από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως διαπιστώνεται ότι η άνω πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχοι και καταδικάσθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας ο ήδη αναιρεσείων είναι η κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 51, 53, 98, 375 παρ. 1, 2 Ποινικού Κώδικα. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να παραθέσει στο κείμενο αυτής τις παραπάνω ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Όπως ορίζεται στο άρθρο 514 εδαφ. α Κ.Ποιν.Δ. μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 50 παρ. 7 ν. 3160/2003 ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα. Κατ' ακολουθίαν γίνεται από τον Άρειο Πάγο, η στο σημείο αυτό, δια της παρούσης, παράθεση των άνω διατάξεων του ποινικού κώδικα που εφαρμόσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που αφορά στο ότι δεν αναφέρονται στην άνω απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας τα σχετικά άρθρα του ποινικού κώδικα κατ' εφαρμογή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.6.2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 932/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.