← Ελλάδα

ΑΠ 626/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 626 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης. Τι πρέπει να διαλαμβάνει ο λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ του ΚΠΔ. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Εισαγγελική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 626/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Βλήτα, περί αναιρέσεως της 62132/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απoλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ''ως αγνώστου διαμονής'', χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε ''γνωστή διαμονή''. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την υπ' αριθμ. 5636/17-5-2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 108123/1995αποφάσεωςτου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 5μηνώνκαι χρηματική ποινή 100.000 δρχ. για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ? η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε ερήμην για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 , επιδόθηκε προς αυτόν στις ....., ως άγνωστης διαμονής, στο Δήμαρχο Ηρακλείου Αττικής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό .... αρ. .... στο ...... Αττικής και δεν ανευρέθη (βλ. το από ...... αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ. ........ του ΑΤ Ηρακλείου Αττικής. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 17-5-2006 (βλ. την5636/17-5- έκθεση εφέσεως του Γραμματέα Πλημ/κών Αθηνών),δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών. Ο εκκαλών επικαλείται ότι κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά γνωστής, στην οδό ...., αρ. ..., στο .... Αχαΐας, όπου είχε μετοικήσει από το έτος 1994, μετά τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων του της ..... ΕΠΕ, εκδότριας της ένδικης επιταγής, της οποίας ήταν διαχειριστής, που είχε την έδρα της στην οδό ..... αρ. ..... Πράγματι, από το προσκομιζόμενο ....... τροποποιητικό του καταστατικού της ως άνω εταιρείας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Κοτρότσου, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1631/13-4- 1995, προκύπτει η επικαλούμενη απ' αυτόν μεταβίβαση και η αποξένωσή του από την εταιρεία και δηλώνει σ' αυτό ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό .... αρ. ... στο ....., πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η νέα του διεύθυνση ήταν γνωστή στην αρμόδια για την παραγγελία της επίδοσης εισαγγελική αρχή ή στα όργανα του ΑΤ Ηρακλείου, που διενήργησαν την επίδοση και συνεπώς εγκύρως επιδόθηκε προς αυτόν, ως άγνωστης διαμονής, η εκκαλουμένη, αφού δεν ανευρέθη στην οδό ......, την οποία ο ίδιος είχε γνωστοποιήσει στην πληρώτρια Τράπεζα (CRETΑ BANK),όπως προκύπτει από τη σχετική αναγγελία αυτής προς τον ενταύθα εισαγγελέα, για την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Περαιτέρω η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως της ιδιότητας της παραλαβούσας δημοτικής υπαλλήλου Γ1, ως εντεταλμένης για την παραλαβή της εκκαλουμένης, δεν προκαλεί ακυρότητα της επιδόσεως. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της?. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως αποφάσεως κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών, κάτοικος κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ....... Αττικής, δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του κατά το επικαλούμενο διάστημα από το έτος 1994 μέχρι και το 1998 στο .... Αχαΐας, οδός ...... .., νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στο ....., εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό μάρτυρας στο ακροατήριο ο ...... και ανεγνώθη η υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση του Δήμου Αιγίου. Περαιτέρω, με την τελευταία σκέψη αιτιολογείται ότι η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως της ιδιότητας της παραλαβούσας δημοτικής υπαλλήλου Γ1, ως εντεταλμένης για την παραλαβή της εκκαλουμένης, ανεξαρτήτως του ότι η ιδιότητα αυτή προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα στο αποδεικτικό επιδόσεως, δεν προκαλεί ακυρότητα. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της απόφασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 62132/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.