Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 626 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Επίδειξη εγγράφων. Περίληψη: Κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, η αξίωση εκείνου που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου ασκείται με αγωγή, στοιχεία της οποίας είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση του κατέχοντος να προβεί σε επίδειξη του εγγράφου απορρέει απ’ ευθείας από τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, είναι δηλαδή ενοχή εκ του νόμου. Αριθμός 626/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ν. του Λ., κατοίκου ..., 2) Φ. χήρας Α. Χ., το γένος Λ. Ν., και 3) Μ. συζ. Ε. Μ., το γένος Λ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Ιωάννη Βαρδάκο και Γεώργιο Στεφανάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5024/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 713/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2010 αίτηση και τους από 29/10/2013 προσθέτους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 18/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, ως άνω, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου ο οποίος ειδικότερα θεωρείται δικονομικά απών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 4 εδ. α' και γ', 568 παρ. 4 και 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπό κρίση, από 3.12.2010, αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι της κατά της 713/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά ορίστηκε αρχικά να συζητηθεί στη δικάσιμο της 4.12.2013, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο - της 8.1.2014 -. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμεωνάτου με το ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Γκριόγλου του Ιωάννη υπ' αριθμ. … της 13.1.2014, μετά δηλαδή τη συζήτηση στο ακροατήριο, με συνέπεια, επομένως, να μην έχει εκπροσωπηθεί προσηκόντως και να θεωρείται δικονομικά απών. Από την ...'/20.9.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης - ως εκ περισσού - με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 4.12.2013 - οπότε κατά τα άνω αναβλήθηκε η συζήτηση από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (της 8.1.2014) - και κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης (και των πρόσθετων λόγων της) κατά την αρχική δικάσιμο επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και πρέπει, επομένως, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του δικονομικά απόντος αναιρεσείοντος κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο (της 8.1.2014), παρά την απουσία του, να προχωρήσει τη συζήτηση της αναίρεσης. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφό του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απ' ευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση εκείνου που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου ασκείται με αγωγή, στοιχεία της οποίας είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση του κατέχοντος να προβεί σε επίδειξη του εγγράφου απορρέει απ' ευθείας από τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, είναι δηλαδή ενοχή εκ του νόμου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερο στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτό δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Στις 18.10.2005 απεβίωσε στο Μαρούσι Αττικής ο αδελφός των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων και πατέρας του (ήδη αναιρεσείοντος) εναγομένου, Ν. Λ. Ν., ο οποίος κατέλιπε την από 20.1.1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο τον εναγόμενο - υιό του, που είχε αποκτήσει από το γάμο του με τη Σ. Ξ., που είχε λυθεί το έτος 1978 και κληροδόχους επί δήλων πραγμάτων της κληρονομίας του τους ενάγοντες αδελφούς του, είχε δε, επί λέξει, το ακόλουθο περιεχόμενο ... Υ.Γ. Η πρωτότυπος διαθήκη να κρατηθεί από τον Λ. (αναιρεσείοντα) και ενυπόγραφα φωτοτυπημένα αντίγραφά της στον αδελφό (τ)ου Δ. και αδελφές (τ)ου Μ. και Φ. (αναιρεσιβλήτους) (υπογραφή). Στο δε πρώτο των εναγόντων, αδελφό του, Δ. Ν., απέστειλε, επίσης, τη συνταχθείσα, κατά των αυτή ως άνω κληρονομία ενυπόγραφη επιστολή, στην οποία αναγράφονται ....
- Αναφέρομαι στα εδάφια (β) και (γ) 4ης παραγράφου της υπό σημερινή ημερομηνία διαθήκης μου που αναθέτω σε σένα (και εν αδυναμία σου η σκυτάλη στην αδελφή μας Μ.), να φροντίσετε για την κατά των απόλυτο κρίση σας εκπλήρωση των επιθυμιών μου, δίχως να δώσετε εξηγήσεις σε οιονδήποτε για τις όποιες ενέργειες και αποφάσεις σας.
- Ηναγκάσθην να διατυπώσω την παράγραφο 4 της διαθήκης μου διότι έχω αμφιβολίες για την ορθή και ανεπηρέαστη κρίση του Λ. για τον οποίο υποπτεύομαι ότι επηρεάζεται και ακολουθεί πολλές φορές τις υποδείξεις της πενθεράς του ή και της μητέρας του, για τις οποίες υποδείξεις των δεν νομίζω ότι υπήρξαν πάντοτε ορθές.
- Αυτός και μόνον αυτός είναι ο λόγος για τον φόβο μου ότι είναι δυνατόν να μη συμμορφωθεί προς τις επιθυμίες μου.
- Διετύπωσα την παράγραφο 3 της διαθήκης μου ώστε ο Λ. για ό,τι ανήκει σε μένα να μη έχει καμία απολύτως ανάμειξη ως προς την διάθεση των κατά την απόλυτη κρίση σας.....
- Συγχώρεσέ με για το βαρύ έργο που σου αναθέτω. Προστάτεψε τον Λ. και τις αδελφές μας. Ο Θεός πάντα μαζί σου". Ακριβή φωτοαντίγραφα της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης φέροντα την πρωτότυπη υπογραφή του διαθέτη Ν. Ν. (βλ. αυτά προσκομιζόμενα) παραδόθηκαν από τον τελευταίο στον πρώτο και την τρίτη των εναγόντων Δ. Ν. και Μ. Μ., το γένος Λ. Ν., γεγονός, που δεν αμφισβητεί ειδικά, άλλωστε ο εναγόμενος. Στο ένα από τα παραπάνω φωτοαντίγραφα είναι συνημμένο ιδιόχειρο σημείωμα του διαθέτη, με ερυθρά γράμματα, με ημερομηνία, επίσης, 20-1-1998, φέρον την υπογραφή του διαθέτη, έχει δε το εξής περιεχόμενο: "Επιθυμία μου να ενταφιασθώ στον οικογενειακό τάφο του Νεκροταφείου Αναστάσεως Πειραιά. Εκτελεστή της διαθήκης μου ορίζω τον αδελφό μου Δ. Λ. Ν.. Μετά παρέλευση ενός έτους περίπου από την σύνταξη της ένδικης διαθήκης, ο διαθέτης συνέταξε το, επίσης προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες, ιδιόχειρο και ενυπόγραφο από 6-2-1999 σημείωμα με επικεφαλίδα "Ενημέρωσις/Διευκρινήσεις Διαθήκης 20-1-1998" με το ακόλουθο περιεχόμενο: "3 (α) Ήδη προσεφέρθησαν διά Συμβολαιογραφικής Πράξεως στο Ναυτικό Μουσείο Θήρας, 3(β) Το κτήριο των γραφείων Λονδίνου επωλήθη και το τίμημα διετέθη ήδη για τις ανάγκες των FERRIES. 'Όπως, επίσης, επωλήθη και το FLAT, ολόκληρο το τίμημα του οποίου διετέθη ως αποζημίωση, της GILL και SYLVIA. Υ.Γ. Φωτοτυπημένα αντίγραφα διαθήκης μου μόνο στον αδελφό μου Δ. και αδελφή μου Μ.. Η πρωτότυπος στον Λ.. Πειραιεύς 6 Φεβρουαρίου 1999". Από τα παραπάνω έγγραφα και ιδιαίτερα από τα υστερόγραφα της ιδιόγραφης διαθήκης και του από 6-2-1999 εγγράφου του διαθέτη καθίσταται σαφές ότι το πρωτότυπο της εν λόγω διαθήκης, η σύνταξη της οποίας δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, παραδόθηκε στον τελευταίο από τον διαθέτη - πατέρα του και βρίσκεται έκτοτε στην κατοχή του μέχρι σήμερα. Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο με τους κανόνες της λογικής και συνάδει με τη μεθοδικότητα και επιμέλεια, που επέδειξε ο διαθέτης σε σχέση με το λεπτομερή και δίκαιο, κατά την κρίση του, χειρισμό των θεμάτων, που αναφέρονται στην τύχη της περιουσίας του, μετά το θάνατο του. Έτσι, θα ήταν αντίθετο με την τυπικότητα και υπευθυνότητα, που τον χαρακτήριζε, όπως τούτο προκύπτει με σαφήνεια από τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων των διαδίκων, καθ'όλη τη διάρκεια του κοινωνικού και επιχειρηματικού βίου του, αλλά και την εγνωσμένη εμπειρία του σε νομικά ζητήματα, να μην ανακοινώσει, καθ'όλο το χρονικό διάστημα των επτά ετών, που μεσολάβησε από τη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης, μέχρι το θάνατό του, στους αδελφούς του -ενάγοντες, τους οποίους, μάλιστα, περιέβαλλε με ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης, την πρόθεσή του για καταστροφή της διαθήκης ή να μην προβεί στη νομότυπη ανάκληση αυτής. Και τούτο, παρά το ότι, κατά το χρονικό διάστημα αυτό, σημειώθηκαν σημαντικές μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων του Ν. Ν., όπως λ.χ. η πώληση των πλοίων της "NOMICOS LINES" τον Οκτώβριο του 1999 στη "MINOAN FLYING DOLPHINS", η πώληση της κείμενης, στον Πειραιά πολυκατοικίας στην εταιρία "ΝΟΒΟ ΑΕ", συμφερόντων του πρώτου των εναγόντων και του εναγομένου το Δεκέμβριο του 2003, η πώληση των μετοχών του διαθέτη του Ξενοδοχείου "ΔΕΛΦΙΝΙΑ", που βρίσκεται στη Λέσβο, κατά 50% στον πρώτο των εναγόντων και κατά 50% στον εναγόμενο, τον Οκτώβριο του 2005 στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" όπου νοσηλευόταν ο διαθέτης, λίγες ημέρες πριν από το θάνατο του, που θα δικαιολογούσε ενδεχόμενη ανάκληση της διαθήκης. Με αυτά τα δεδομένα αβασίμως ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει την εν λόγω διαθήκη, η οποία δεν παραδόθηκε ποτέ σ' αυτόν από τον πατέρα του, με τον οποίο, σημειωτέον, συγκατοικούσαν στην ίδια οικία από το έτος 1998, διατεινόμενος ότι ο πατέρας ακύρωσε, με κάποιο τρόπο, ή κατέστρεψε εν τέλει τη διαθήκη αυτή και ότι εν πάση περιπτώσει η διαθήκη είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, διότι είχε επέλθει, κατά το θάνατο του διαθέτη - πατέρα του πλήρης και ουσιώδης μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου. Το γεγονός αυτό και αληθές υποτιθέμενο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, καθ'ότι η αποτίμηση της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας και η επάρκεια της για την ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων ως κληροδόχων αντικειμένων αυτής, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, αλλά μελλοντικής κληρονομικής δίκης, που θα ανοιγεί μεταξύ των διαδίκων, για τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, αντίστοιχα, που απορρέουν από την ένδικη διαθήκη. Ανεξαρτήτως τούτου, πάντως, από την επισκόπηση του περιεχομένου της διαθήκης, γίνεται φανερό ότι με την εκποίηση των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων δεν εξαντλείται η κληρονομιαία περιουσία του Ν. Ν.. Άλλωστε, ο τετιμημένος με διαθήκη, ως κληρονόμος ή κληροδόχος, εγκαθίσταται σε ό,τι ήθελε ευρεθεί κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη. Σημειώνεται ότι, μετά την άρνηση του εναγομένου να προβεί στη δημοσίευση της εν λόγω διαθήκης, οι ενάγοντες άσκησαν κατ' αυτού ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 15-3-2006, προγενέστερη της ένδικης, αγωγή για αναγνώριση της παραπάνω διαθήκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 3036/2007 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την παραδοχή, ότι, εφόσον κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, ο εναγόμενος παρακρατούσε σκόπιμα την ευρισκόμενη στην κατοχή του διαθήκη, αρνούμενος να προβεί στη δημοσίευσή της, θα έπρεπε προηγουμένως ν' ασκηθεί κατ' αυτού αγωγή προς επίδειξη του εγγράφου της διαθήκης και εάν αυτή η διαδικαστική ενέργεια δεν απέφερε αποτέλεσμα, οπότε και θα υπήρχε αδυναμία έγγραφης απόδειξης, να ασκηθεί η ενώπιον του φερόμενη αγωγή. Υπό τα περιστατικά αυτά συντρέχουν εν προκειμένω οι προβλεπόμενες από το άρθρο 902 ΑΚ προϋποθέσεις για τη δημιουργία της αξίωσης των εναγόντων για την επίδειξη σ' αυτούς της από 20-1-1998 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 18-10-2005 αδελφού τους Ν. Λ. Ν. και για τη χορήγηση αντιγράφου αυτής, ήτοι α) η εγκατάσταση τους από τον διαθέτη ως κληροδόχων δήλων πραγμάτων της περιουσίας του τελευταίου και συγκεκριμένα ο πρώτος ενός ζωγραφικού πίνακα του Κ. Β. και εκάστη των λοιπών του ποσού των 150.000 US $ και β) η κατοχή του εγγράφου αυτού από τον εναγόμενο. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και χωρίς πλημμέλεια εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις. Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου υπό λατινικά Ι και ΙΙ λόγοι της έφεσης". Ακολούθως, - το Εφετείο - έκρινε, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη - από 22.11.2007 - περί επίδειξης αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να υποχρεωθεί ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος να προβεί σε επίδειξη προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες της εν λόγω διαθήκης με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής 500 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός, για την περίπτωση που δεν εκπληρώσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του, επικυρώνοντας, έτσι, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε, το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 901 έως 903 ΑΚ, την πρώτη από τις οποίες, που αφορά στην επίδειξη πράγματος, ορθά δεν εφήρμοσε, εφόσον, από το προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, ενώ - όσον αφορά στην παραδοχή της αγωγής - περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και πρώτος πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1, και δεύτερος, δεύτερος πρόσθετος - κατ' ορθή εκτίμησή του - και τρίτος πρόσθετος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθ. 17 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους κατά τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 901-903 ΑΚ, εφόσον "εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου, με βάση τους κανόνες αποδείξεως της τακτικής διαδικασίας απεδείχθη το κρίσιμο στοιχείο που απαιτείται εν προκειμένω, ήτοι η ύπαρξη πρωτότυπης διαθήκης και η κατοχή του εγγράφου, του οποίου η επίδειξη ζητήθηκε ... ούτε καν από την ιδιόχειρη σημείωση του αποβιώσαντος ... επί του κειμένου της υποτιθέμενης διαθήκης, στο οποίο προφανώς ερείδεται η κρίση της εκκαλουμένης, αποδεικνύεται το γεγονός της ύπαρξης πρωτότυπης διαθήκης και της πραγματικής παράδοσής της στον - ήδη αναιρεσείοντα - εναγόμενο, αφού, ειδικότερα, δεν απεδείχθη αν υπήρχε πρωτότυπη διαθήκη, αν παραδόθηκε ... και μάλιστα ποιος, πότε και υπό ποιες συνθήκες του την παρέδωσε", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου και οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παραδοχή του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού "ότι δήθεν συντάχθηκε πρωτότυπη διαθήκη, η οποία δήθεν παραδόθηκε στον - ήδη αναιρεσείοντα - εναγόμενο από τον αποβιώσαντα πατέρα του και ότι δήθεν έκτοτε βρίσκεται στην κατοχή του" και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διότι δέχτηκε την ύπαρξη στην επίμαχη - ιδιόγραφη - διαθήκη δύο υστερογράφων, με ημερομηνίες 20.4.1998 και 6.2.1999, αντίστοιχα, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον κύκλο των προσώπων που φέρονται να λαμβάνουν αντίγραφα της διαθήκης, που "ουδόλως αιτιολογεί", αφού, ενώ με το "υστερόγραφο της 20.1.1998 ... φέρεται να έχουν ήδη παραδοθεί στο Δ. Ν. και στις αδελφές του πατέρα του αναιρεσείοντος, Μ. και Φ. (αναιρεσιβλήτους)", ένα χρόνο μετά ο πατέρας του αναιρεσείοντος φέρεται να διαφοροποιεί παντελώς το συγκεκριμένο υστερόγραφο και η βούλησή του να εκδηλώνεται με τη φερόμενη παράδοση αντιγράφων της διαθήκης μόνο στους Δ. και Μ.", και "ενώ στο υστερόγραφο της 20.1.1998 γίνεται λόγος για ενυπόγραφα φωτοτυπημένα αντίγραφα, στο μεταγενέστερο της 6.2.1999 γίνεται λόγος για απλά φωτοτυπημένα αντίγραφα", και περαιτέρω, ότι - ο αναιρεσείων, "αν τα αναφερόμενα στο υστερόγραφο της 20.1.1998 είχαν τω όντι υλοποιηθεί από τον πατέρα του, δηλαδή αν είχαν παραδοθεί ενυπόγραφα αντίγραφα της διαθήκης στα τρία αδέλφια του, δεν θα μπορούσε ένα χρόνο μετά ο πατέρας του να φέρεται και να διαφοροποιεί την εικαζόμενη επιθυμία του ως προς τον αριθμό των ατόμων που θα κατείχαν αντίγραφα της διαθήκης και να διαφοροποιεί τα αντίγραφα από ενυπόγραφα σε απλά φωτοτυπημένα, ενώ, αν τα αντίγραφα είχαν ήδη παραδοθεί στις 20.1.1998, δεν θα μπορούσε στις 6.2.1999 να εξαιρέσει τη Φ., ο τρόπος δε διατύπωσης στο υστερόγραφο της 20.1.1998 δίνει την αίσθηση τουλάχιστο σε αυστηρή γραμματική διατύπωση ότι τα αντίγραφα έχουν ήδη παραδοθεί, γεγονός, όμως, που αποδεικνύεται ανακριβείς ... με δεδομένο δε αυτό ... δημιουργείται, σχεδόν, βεβαιότητα, ότι δεν έλαβε χώρε ούτε και η παράδοση του πρωτοτύπου ... και το ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται από το συνδυασμό και των δύο εγγράφων - κατά τον αναιρεσείοντα - είναι ότι ο πατέρας του έγραψε πιθανότατα κάποιες σκέψεις και επιθυμίες του σε κάποιο σημείο της ζωής του, οι οποίες ουδέποτε υλοποιήθηκαν με τη μορφή έγκυρης διαθήκης", είναι απορριπτέες - και αυτές - ως απαράδεκτες, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αφού ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς - όπως, κατά τα άνω, εδώ γίνεται - δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984 ΝοΒ34.88, ΑΠ 1987/2007 Ελλ.Δνη 49.500). Τέλος, η περιλαμβανόμενη στον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη και ως τέτοια, δεν την απέρριψε, "καθώς ουδέν εκ των ανωτέρω στοιχείων διαλαμβανόταν σ' αυτήν - αγωγή -" είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν ο ως άνω ισχυρισμός - ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. - προτάθηκε νόμιμα από τον ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο από τον ίδιο, ως ηττηθέντα, με λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρος απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., μετατόπισε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα και δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, περί ύπαρξης πρωτότυπης διαθήκης και κατοχής της από αυτόν - αναιρεσείοντα". Οι λόγοι, όμως, αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που είχαν προσκομισθεί από τους αναιρεσιβλήτους για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, δεχθέν, έτσι, ότι οι αναιρεσίβλητοι ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης με το οποίο βαρύνονταν. IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης - από 2.11.2007 - περί επίδειξης εγγράφου (της άνω ιδιόγραφης διαθήκης) αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, 1) τις υπ. αριθμ. 32.142, 32.143 και 32.144/2009 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, οι οποίες έχουν ληφθεί κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων του, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., ...'και .../2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και 2) τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 5024/2008 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ιδιαίτερα δε του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος κατέθεσε, ότι "ούτε έχω ακούσει ούτε έχω δει παράδοση διαθηκών πρωτοτύπου από το Ν. Ν., στο Λ. Ν., δηλαδή αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει, ότι στην κατοχή του - του αναιρεσείοντος - "ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΕΤΟ η επίδικη διαθήκη", τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη της εν λόγω αγωγής. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση-βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και καταθέσεις μαρτύρων) τα οποία και ρητά μνημονεύει, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός. V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "τον αποδεδειγμένο δια των μαρτυρικών καταθέσεων ισχυρισμό του, τον οποίο πρόβαλε νομότυπα αντικρούοντας αντίθετο ισχυρισμό των αντιδίκων του, ότι ο πατέρας του δεν διακρινόταν πλέον για την επιμέλεια και τυπικότητά του, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του (ήταν γεννηθείς το 1920) ... σταδιακά η επιμέλεια που διέκρινε τον αποβιώσαντα πατέρα του μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια της ζωής του.... Δεν θα μπορούσε ο πατέρας του να διαθέτει αυτή την επιμέλεια και τυπικότητα στις υποθέσεις του και να περιορισθεί στη σύνταξη υποτίθεται κάποιων επιστολών, ενώ θα μπορούσε πολύ απλά να συντάξει μια δημόσια διαθήκη και να την καταθέσει σε έναν από τους αρκετούς συμβολαιογράφους", είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί τα εν λόγω περιστατικά αποτελούν απλά επιχειρήματα για την απόκρουση της αγωγής, δεν συνιστούν , δηλαδή, "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., που προπαρατέθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2010 αίτηση του Λ. Ν. του Ν. για αναίρεση της 713/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και τους από 29-10-2013 πρόσθετους λόγους της. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ