Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 630 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως εκπρόθεσμη έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοδίκου ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως για χρέη προς το δημόσιο, και η οποία άνω απόφαση του είχε επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την καθ' υπέρβαση εξουσίας απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης από το Δικαστήριο της ουσίας. Αιτιολογημένη απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση αφού εκτίθενται στην απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου η έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής στον κατηγορούμενο, ο χρόνος επίδοσης της εκκαλουμένης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής και ότι για την παραλαβή της επιδοθείσης αποφάσεως υπέγραψε η έχουσα την ιδιότητα δημοτικής υπαλλήλου Προϊσταμένη Δημοτικής Καταστάσεως που είχε ορισθεί προς τούτο από τον Δήμαρχο ... Δεν αναφέρεται στην έφεση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως διέμενε αυτός στην οδό ..., όπου να έπρεπε να αναζητηθεί πριν γίνει επίδοση ως αγνώστου διαμονής. Δεν είχε γνωστοποιήσει ο αναιρεσείων στις Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης, νέα διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., ούτε συνιστά τέτοια γνωστοποίηση η δήλωση αυτής της διευθύνσεως στον Πταισματοδίκη όταν εξεταζόταν για άλλη υπόθεση, ούτε επικαλέσθηκε με την έφεσή του ο ήδη αναιρεσείων ότι είχε γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της επί της οδού ... διαμονή του. Δεν είχε υποχρέωση η Εισαγγελία Πρωτοδικών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες στην ημεδαπή ή από άλλες Δημόσιες Αρχές για τη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, προκειμένου να παραγγείλει να επιδοθεί εκεί η εκκαλουμένη απόφαση. Αρκούσε η αναζήτηση του κατηγορουμένου στη γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών γνωστή διεύθυνση διαμονής του. Δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) από μη αναζήτηση και εντοπισμό του μέσω άλλων Αρχών και δημόσιων φορέων και Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για να γίνει η επίδοση της απόφασης σ' αυτόν ως γνωστής διαμονής. ΑΡΙΘΜΟΣ 630/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33784/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1280/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός μένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1γ του ιδίου κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω στην παράγραφο 1α, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνεται εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη, (μετά δε την αντικατάσταση του εδαφίου β' του στοιχείου γ' της παραγρ. 1 του άρθρου 273 με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3160/2003 τέτοια δήλωση, σε περίπτωση που η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, γίνεται στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της αποφάσεως που απορρίπτει απαράδεκτο το ένδικο μέσο επιτρέπεται αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αλλά ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στη ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση που απορρίπτει ως απαράδεκτη την έφεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως, για να έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και από το άρθρο 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνου της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994). Αν, όμως, με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του και εντεύθεν η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως από τον εκκαλούντα, ο οποίος στην περίπτωση αυτή μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη υπάρξεως καθόλου της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως (και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του), πρέπει, επίσης, να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, διότι διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επιδοτέο έγγραφο ή που έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και, αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή, στην περίπτωση δε αυτή η επίδοση γίνεται ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδαφ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο υπάλληλο του δήμου που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Ο τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. κατά την τυχόν ενεργηθείσα προανάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλωθεί από τον κατηγορούμενο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, άλλως και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν κατηγορούμενος ως τόπος κατοικίας του θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 33784/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 69294/4.6.1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών για την πράξη της καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Με την από 5/6/2008 έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπεί από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προέβαλε κατ' εκτίμηση ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθόσον αναζητήθηκε στη διεύθυνση ...- όπου ήταν η έδρα της εταιρείας στην οποία συμμετείχε και που είχε πτωχεύσει το έτος 1998 και του επιδόθηκε η απόφαση ως αγνώστου διαμονής ενώ αυτός ήταν γνώστης και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών διαμονής στην οδό ... όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχαν επιδοθεί το ίδιο χρονικό διάστημα και επομένως η εν λόγω επίδοση είναι άκυρη, ισχυρίσθηκε ακόμη ο ίδιος ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη καθόσον από το αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου υπαλλήλου προκύπτει ότι η απόφαση φέρεται ότι παρεδόθη στο Δήμαρχο ...που όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε αλλά υπογράφει η κατονομαζόμενη υπάλληλος Y1. Δεν επικαλέσθηκε, επομένως, ο ήδη αναιρεσείων στην άνω έφεση τους λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή συνεπεία των οποίων, παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Ούτε αναφέρει ο ήδη αναιρεσείων στην άνω έφεσή του αν την αναφερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην ...στην οδό ... την είχε δηλώσει κατά οποιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση σ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση κατοικίας του ήταν γνωστή στην άνω Εισαγγελική Αρχή από άλλες μη προσδιοριζόμενες επιδόσεις κλητηρίων θεσπισμάτων. Για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως είναι δέκα
(10)ημερών, εκτός αν η διαμονή του δικαιουμένου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ, του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου όταν ο δικαιούμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπροθέσμως από λόγους ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στη περίπτωση αυτή, εκείνος που ασκεί εκπροθέσμως το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 του Κ.Πον.Δ., να διαλάβει στην σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν περιληφθούν στην έκθεση τέτοια περιστατικά ή αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επιβληθέντα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (αρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο (ΑΠ 307/2002, ΠΛογ 2002.249, ΑΠ 1397/1998, ΠοινΧρ ΜΘ.736, ΑΠ /1998). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορο του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ'αριθμ. 69294/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δέκα
(10)μηνών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 3-3-2000 στην οδό ... όπως προκύπτει από το από 3-3-2000 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του M1, Αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ'αριθμ. 8660/5-6-2008 έφεσή του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...και επιπλέον ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ..., στην οποία συμμετείχε, είχε ήδη πτωχεύσει ήδη από το έτος
- Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... και ακόμη γνωστής διαμονής στην οδό ... επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι οι παραπάνω διευθύνσεις του ήταν γνωστές στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις, καθώς επίσης και στις λοιπές Αρχές. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε στις 2-11-1999 ως κατηγορούμενος από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στο Ε' Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών για να παρουσιαστεί κατά τη δικάσιμο της 18-2-2000 στη διεύθυνση: Οδός ..., που όμως ήταν όμως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως, καθόσον το σχετικό κλητήριο θέσπισμα του είχε επιδοθεί την 3-5-1999 ως γνωστής διαμονής στη διεύθυνση της οδού ... όπου και έγινε θυροκόλληση, αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εξάλλου η εκ μέρους του επικαλούμενη γνωστοποίηση της παραπάνω διεύθυνσης του (οδός ...στην Πταισματοδίκη Πειραιά στις 30-11-2001 δεν καλύπτει την παραπάνω παράλειψη. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 3-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στην Y1, Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ...και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. . Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη διαμονής του κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη διεύθυνση ... γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών ή στη διεύθυνση ... (που μπορούσε να διακριβωθεί κατά τους ισχυρισμούς του από την εισαγγελική αρχή) από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του. Τούτο ενισχύθηκε και από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος στο ακροατήριο, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος (πατέρας της) διέμενε στην οδό ... πριν το 2000 και από τις αρχές του 2000 διέμενε στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις Αρχές (... Δ.Ο.Υ. Αθηνών). Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς την απόρριψη της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Εκτίθενται στην απόφαση αυτήν όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της ήτοι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αγνώστου διαμονής για τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, ο χρόνος επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής και ότι για την παραλαβή της επιδοθείσης στον Δήμο ...άνω αποφάσεως υπέγραψε όχι ο Δήμαρχος ... αλλά, ως ορισμένη από αυτόν υπάλληλος, η έχουσα την ιδιότητα της δημοτικής υπαλλήλου Προϊστάμενη Δημοτ. Κατάστασης Y1 με βαθμό Α', η οποία και προήλθε στη βεβαίωση για την τοιχοκόλληση αυθημερόν, στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ..., της άνω αποφάσεως. Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος παρατηρείται αφ' ενός ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής την 3.3.2000 αφού αναζητήθηκε στην οδό ... από τον ενεργήσαντα την επίδοση αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α/Τα ...και ότι στη διεύθυνση εκείνη ... είχε γίνει επίδοση στις 3.5.1999 στον κατηγορούμενο ως γνωστής διαμονής με θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος για την ποινική υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη ερήμην του η εκκαλουμένη απόφαση 69294/1999 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην προκύπτουσα επομένως από τα άνω στοιχεία στη δικογραφία διεύθυνσή του ως τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνων, που παρήγγειλε την επίδοσή της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος πριν γίνει επίδοση της απόφασης ως αγνώστου διαμονής. Επί του μη αναφερόμενου στην έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της πρωτοδίκου άνω καταδικαστικής αποφάσεως ισχυρισμού του ότι τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών κατοικία του κατά το χρόνο επιδόσεως της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήταν στην οδό ... όπου και έπρεπε να αναζητηθεί αυτός πριν γίνει η επίδοση της εν λόγω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής εκ περισσού διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένη απάντηση ότι δεν απεδείχθη από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση της θυγατέρας του ήδη αναιρεσείοντος και τα αναγνωσθέντα έγγραφα ότι διέμενε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στη διεύθυνση ... Σχετικώς δέχθηκε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασφη ότι προέκυψε ότι στις 2.11.1999 είχε κλητευθεί ο ήδη αναιρεσείων από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Ε' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 18/2/2000 αναζητηθείς στην οδό ..., όπου όμως διαπιστώθηκε ότι δεν κατοικούσε αλλά ήταν αγνώστου διαμονής. Ως προς τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων είχε γνωστή στις Αρχές κατοικία στην Αθήνα επί της οδού ... δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν είχε γνωστοποιήσει την ανωτέρω ως νέα διεύθυνση κατοικίας του στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και ότι δεν καλύπτεται η παράλειψη αυτή του αναιρεσείοντος από το ότι αυτός μεταγενεστέρως στις 30.11.2001 προέβη σε γνωστοποίηση στον Πταισματοδίκη Πειραιώς, όταν εξεταζόταν για άλλη υπόθεση, ότι η διεύθυνση κατοικίας του είναι επί της οδού ... στην ...κατά τις της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προέκυπτε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχε διαμονή ο ήδη αναιρεσείων στην οδό .... Κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στον ήδη αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής έγινε με επίδοση αυτής σε δημοτική υπάλληλο εντεταλμένη από το Δήμαρχο για τις επιδόσεις του είδους αυτού που υπογράφει ότι παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο και τα στοιχεία και η ιδιότητά της προέκυπταν από το από 3.3.2000 αποδεικτικό του ενεργήσαντος την επίδοση αρχιφύλακα M1 που υπηρετούσε στο Α.Τ. ...και δεν ήταν άκυρη η επίδοση αφού δεν παραβιάσθηκαν ούτε οι διατάξεις του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δ. για επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής ούτε οι διατάξεις του άρθρου 161 του ίδιου Κώδικα για τα στοιχεία του αποδεικτικού που οφείλει να συντάξει εκείνος που την ενεργεί για επίδοση που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158 Κ.Ποιν.Δ. Εφόσον ο ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ότι είχε από τότε νέα διεύθυνση κατοικίας στην οδό ...νομίμως αναζητήθηκε αυτός για να του επιδοθεί η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στην διεύθυνση ... όπου είχε επιδοθεί με θυροκόλληση το κλητήριο θέσπισμα για την ίδια υπόθεση και αφού βεβαιώθηκε από το όργανο επιδόσεως ότι δεν βρέθηκε εκεί ο κατηγορούμενος ούτε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. για να επιδοθεί προς εκείνα εγκύρως έγινε η επίδοση της αποφάσεως κατά τα ανωτέρω ως αγνώστου διαμονής. Παρά τις περί του αντιθέτου αβάσιμες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν ήταν υποχρεωμένη η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της χώρας ή από άλλες δημόσιες υπηρεσίες και Αρχές για την διεύθυνση κατοικίας η διαμονής του εν λόγω κατηγορούμενου προκειμένου να παραγγείλει να επιδοθεί εκεί η άνω απόφαση εκ περισσού δε εξετάσθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό μάρτυρας στο ακροατήριο και διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην απόφασή του αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής ή όχι λόγω ανωτέρας βίας που να εμπόδισαν τον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεσή του σε συσχετισμό με το ζήτημα διαμονής του στη διαφορετική νέα αυτή διεύθυνση και τη δυνατότητα της Εισαγγελικής Αρχής να διακριβώσει, (όπως ισχυριζόταν ο ίδιος) αυτή τη διεύθυνση του στην οδό ... αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση με την έφεση του τέτοιων λόγων. Δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη από τη μη αναζήτηση και εντοπισμό του μέσω άλλων Αρχών και δημοσίων φορέων και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας σε άλλη διεύθυνση ώστε να γίνει επίδοσή της σ' αυτόν ως γνωστής διαμονής πριν του επιδοθεί η ερήμην του εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση. Συνέτρεχαν κατά τα προαναφερθέντα οι προϋποθέσεις αναζήτησής τους στη γνωστή από τα στοιχεία διεύθυνση του στην οποία είχε γίνει με θυροκόλληση η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν υπήρχε εξ άλλου λόγου υποχρέωση της Εισαγγελικής αρχής που παρήγγειλε την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως να αναζητήσει τον κατηγορούμενο ως διαμένοντα και σε άλλη διεύθυνση πέραν της ήδη μόνης γνωστής σ' αυτήν πριν γίνει η επίδοση της άνω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής εγκύρως στις 3.3.
- Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η', Δ' Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας λόγω απορρίψεως της εφέσεως του ως εκπρόθεσμης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την κρίση της περί νομίμου επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής και περί παραβιάσεως της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.7.2009 αίτηση του X1 περί αναιρέσεως της 33784/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ