Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 636 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια. Περίληψη: Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού όταν σε αυτό περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 636/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, περί αναιρέσεως της ΒΤ1779/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 30 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1629/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα: 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/2996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ. 1779/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε φυλάκιση δύο ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και κατηγορίας και ως εκ τούτου, η προβαλλόμενη αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως της μάρτυρος κατηγορίας ...και του μάρτυρος υπερασπίσεως... και ο δι' αυτής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης (πρώτος λόγος) είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 β και 369 παρ. 1 συνάγεται ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικά αυτεπαγγέλτως ο λόγος στον εισαγγελέα, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου επί της κατηγορίας που του αποδίδεται και έπειτα, αν συντρέχει περίπτωση, και για την ποινή, διαφορετικά, αν δεν προκύπτει από τα πρακτικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 β) και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1η ΚΠΔ. Από τα πρακτικά της προβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο εισαγγελέας της έδρας ανέπτυξε την κατηγορία μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση και κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται. Συνεπώς, η προβαλλόμενη με το πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αιτίαση, περί μη αναπτύξεως της κατηγορίας από τον Εισαγγελέα της έδρας, είναι αβάσιμη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/2996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν σε αυτό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού προκύπτει ότι στο διατακτικό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όθεν ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που έχει αναβληθεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν. Η δια του δευτέρου προσθέτου λόγου αιτίαση ότι ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας ο πίνακας χρεών, ο οποίος δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο είναι αβάσιμη διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό αναγνώστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως θεωρείται αναγνωσθέν και παραδεκτώς ελήφθη υπόψη από το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απολύτου ακυρότητα της διαδικασίας δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Η προβαλλόμενη αιτίαση κατά την οποία το Δικαστήριο ουσίας έπρεπε να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρις εκδόσεως οριστικών αποφάσεων επί προσφυγών του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη καθόσον ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τέτοιο αίτημα αναβολής όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η αιτίαση αυτή υπό τη μορφή της ελλείψεως νομίμου βάσεως προβάλλεται ασαφώς και αορίστως, οι δε λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι απαράδεκτες. Επομένως, η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-7-2009 και τους επ' αυτής από 30-11-2009 πρόσθετους λόγους του ... (για αναίρεση της ΒΤ 1779/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.