← Ελλάδα

ΑΠ 642/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 642 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία καυσίμων Λόγοι αναιρέσεως: Α) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας - Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ αιτιολογείται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών η γνώση της λαθρεμπορικής προέλευσης των καυσίμων που διέθεσε και πώλησε ο αναιρεσείων, Β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 155 παρ. 1 β του Ν. 2960/2001 - Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Γ) Απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Απορρίπτεται, ως αβάσιμος, καθόσον με την ανάγνωση τους έγιναν γνωστά και μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις (άρθρα 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ) -. Αριθμός 642/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 980/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 155 παρ. 1β σε συνδυασμό με το άρθρο 157 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), έγκλημα της λαθρεμπορίας είναι (εκτός των άλλων ειδικά προσδιοριζόμενων περιπτώσεων αντικειμενικών υποστάσεων στην περ. α' της ίδιας παραγράφου και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου) και "οιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Με την ως άνω διάταξη, με την οποία αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, διαπλάθεται ένα έγκλημα σκοπού, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η οποία περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως η αντικειμενική υπόσταση είναι "οποιαδήποτε ενέργεια". Δηλαδή, ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που να περιγράφει ρητά ο νόμος δεν υπάρχουν και συνεπώς για την πλήρωση της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό από το νόμο χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή το άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος.. Η υποκειμενική υπόσταση δε του παραπάνω εγκλήματος συνίσταται στο σκοπό του δράστη " να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα....". Εξ' άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 980/2008 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο

(2)ετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διατηρεί, ως ατομική επιχείρηση, πρατήριο υγρών καυσίμων στο ... του .... Στις 7/11/2002 υπάλληλοι της Ε.Λ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης πραγματοποίησαν έλεγχο στο ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων και διαπίστωσαν ότι, ενώ ο κατηγορούμενος προμηθευόταν πετρέλαιο κίνησης από εταιρίες πετρελαιοειδών της Ελληνικής αγοράς και συγκεκριμένα από την ΕΚΟ, από φορολογημένα ελεύθερα αποθέματα, για κάθε δε ποσότητα που αγόραζε συντασσόταν από την πωλήτρια εταιρία και εκδιδόταν τιμολόγιο αγοράς, από το λογιστικό έλεγχο των παραστατικών που φύλασσε στο πρατήριο, προέκυψε ότι κατά το διάστημα από 1/1/2002 έως 13/11/2002 πώλησε και διέθεσε στην κατανάλωση 163.886 λίτρα πετρελαίου κίνησης επιπλέον αυτών που είχε αγοράσει. Διαπιστώθηκε ακόμη ότι, ενώ κατά την ημέρα του ελέγχου θα έπρεπε, σύμφωνα με τα παραστατικά των αγορών και των πωλήσεων, να έχει 18.804 λίτρων πετρελαίου κίνησης, αυτός κατείχε επιπλέον 7.296 λίτρα του ίδιου προϊόντος, για τα οποία δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά κτήσης και κατοχής. Επιπλέον, η πλεονάζουσα αυτή ποσότητα βρέθηκε σε μια από τις δύο υπέργειες δεξαμενές που ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει σε κλειστή αποθήκη και για τις οποίες δεν είχε άδεια εγκατάστασης, αυτές δε βρέθηκαν από τους ελεγκτές της Ε.Λ.Υ.Τ. όχι αμέσως αλλά μετά από επισταμένο έλεγχο, ήταν δηλαδή κρυμμένες. Οι δύο δεξαμενές, χωρητικότητας 22.900 λίτρων η κάθε μία, δεν συνδεόταν με τις αντλίες χορήγησης των καυσίμων που είχαν μετρητή, αλλά είχαν δική τους αντλία. Για τις άνω ποσότητες δεν έχει καταβληθεί ο αναλογών Ε.Φ.Κ. (ειδικός φόρος κατανάλωσης) και ο αναλογών Φ.Π.Α. (φόρος προστιθέμενης αξίας). Ετσι ο κατηγορούμενος στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και τους λοιπούς φόρους, το ύψος των οποίων ανέρχεται για την ποσότητα των 163.886 λίτρων σε 53.911 ευρώ και για την ποσότητα των 7.296 λίτρων σε 2.400 ευρώ. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων .. και ... και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ... και ... και την απολογία του κατηγορουμένου ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, κατά τη βασική της μορφή, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρήσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται σύγχρονη επίκληση των περιστατικών που συνιστούν την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ (ΑΠ 45/2005), αλλά και ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως των πράξεων του, έζησε έντιμο βίο, δεδομένου ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί στο παρελθόν σε ποινή φυλακίσεως 20 ημερών για παράβαση του ΚΟΚ, τα περιστατικά όμως αυτά δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος προϋποθέτει έντιμη ζωή θετικώς( ΑΠ 984/2006)". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήτοι της, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων, διάθεσης στην κατανάλωση 18.804 λίτρων πετρελαίου κίνησης, χωρίς να διαθέτει παραστατικά νόμιμης αγοράς, στερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από εισπρακτέους δασμούς κτλ, ύψους 53.911 ευρώ, και της κατοχής προς διάθεση στην κατανάλωση 7.296 λίτρων ιδίου πετρελαίου, χωρίς επίσης να διαθέτει παραστατικά νόμιμης αγοράς, με σκοπό να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από εισπρακτέους δασμούς κτλ., ύψους 2.400 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 του ΠΚ και 155 παρ. 1β, 157 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ούτε η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή, αναλυτικά και με πληρότητα ,τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, ενώ πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος με την παράθεση πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την λαθρεμπορική προέλευση των καυσίμων που κατείχε και πώλησε. Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, την παράθεση του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ αλλά και την επιβληθείσα ποινή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ότι τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας κατά αληθινή πραγματική συρροή, έστω και αν το δικαστήριο δεν του επέβαλε χωριστή ποινή για κάθε μία από τις συρρέουσες πράξεις, και όχι κατ' εξακολούθηση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου δεν απαιτείτο να εξειδικεύσει το δικαστήριο μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 1/1/2002 έως 13/11/2002. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ'του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων, και τα εξής έγγραφα, που φέρουν αύξοντα αριθμό 2, 10, 13 και 23, ήτοι: 1) Πίνακας αγορών και πωλήσεων του πετρελαίου κίνησης, 2) η από 13/12/2002 έκθεση παράδοσης- αποδέσμευσης, 3) η από 13/12/2002 έκθεση παράδοσης- αποδέσμευσης, 4) οκτώ δελτία αποστολής -τιμολόγια, εκδιδόμενα από το πρατήριο ... με πελάτες αλιείς και όπισθεν αυτών φωτοτυπία του αντίστοιχου δελτίου παραλαβής υγρών καυσίμων με την σχετική πράξη παράδοσης- παραλαβής. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κτλ, αφού με την ανάγνωση τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 27/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 980/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.