← Ελλάδα

ΑΠ 645/2013 — Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

§1στοιχ.

Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος με στοιχεία Α, Β, Γ και Ε, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και δεύτερος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος Π.Δ/τος 70/1990, Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες, ορίζεται ότι "οι διατάξεις αυτού του Π.Δ/τος εφαρμόζονται σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες..." με το άρθρο 2 ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος θεωρούνται: 1. Ναυπηγοεπισκευαστικό 'Εργο: Κάθε ναυπηγική ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση. Με την παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007,ορίζεται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων τηρούνται υποχρεωτικά οι διατάξεις του ν. 1568/1985 και των κατ` εξουσιοδότηση του κανονιστικών πράξεων, όπως ιδίως του π.δ. 70/1990 (ΦΕΚ 31 Α) και του π.δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11 Α). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, καθόσον το Π.Δ. 70/1990, στις διατάξεις του οποίου παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της, αναφέρεται σε εργασίες που διενεργούνται στην Ελλάδα και εντός ναυπηγείου και όχι σε εργασίες που γίνονται εν πλω και εκτός Ελλάδας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμη, αφού από την προαναφερθείσα διάταξη της παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007, προκύπτει ότι το διάταγμα αυτό, (π.δ. 70/1990) εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση επισκευής και συντήρησης πλοίου, όπως εν προκειμένω. Επομένως,

§1στοιχ.

Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. 70/1990, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.1 του Β.Δ. 806 της 30-11/16-12-1970, περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητος 800 κόρων και άνω, "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος διά την συντήρησιν και καλήν λειτουργίαν των κινητηρίων μηχανών, των βοηθητικών μηχανημάτων, των λεβήτων και λοιπών μέσων παραγωγής της προσωπικής δυνάμεως, ψυκτικών μηχανών και των λοιπών εγκαταστάσεων εντός του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου και υπέρ και υπ` αυτά, του μηχανισμού πηδαλίου και πάσης εν γένει μηχανικής και ηλεκτρικής εγκαταστάσεως ευρισκομένης οπουδήποτε του πλοίου, των παντός είδους σωληνώσεων και στεγανών θυρών του πλοίου, των εξαρτημάτων, τεμαχίων και αμοιβών εν γένει αυτών, εξαιρέσει των ραδιοτηλεγραφικών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, υποχρεούμενος να έχει πάντα ταύτα εις κατάστασιν αμέσου και ασφαλούς λειτουργίας". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, είναι επίσης υπεύθυνος "διά την καλήν συντήρησιν των διαμερισμάτων μηχανοστασίου, λεβητοστασίου και αντλιοστασίου, των αποθηκών καυσίμων και υλικών μηχανής, των διπυθμένων και των σηράγγων". Κατά την παρ. 3, "Διά την επιμέλειαν της συντηρήσεως πάντων των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων μηχανημάτων, διαμερισμάτων και χώρων δέον ο Α' Μηχανικός να συνεννοήται μετά του Πλοιάρχου". Κατά το άρθρο 71 παρ.1 του ίδιου Β.Δ. "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος και οφείλει να λαμβάνη παν αναγκαίον μέτρον προς πρόληψιν διαρροής, πυρκαϊάς και αυτομάτου αναφλέξεως εις τα διαμερίσματα της δικαιοδοσίας του". Τέλος κατά το άρθρον 72 παρ.1 του ίδιου Β.Δ, "ο Α' Μηχανικός επιμελείται της εκτελέσεως εν πλω και εν όρμω πασών των επισκευών μηχανικής φύσεως των δυναμένων να εκτελεσθώσι, διά του υπ` αυτόν προσωπικού και των μέσων τα οποία διαθέτει το πλοίον...." Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "προκειμένου περί επισκευών, δι` ας απαιτείται η προσφυγή εις συνεργεία ή εργοστάσια ο Α' Μηχανικός οφείλει ν` αναφέρη περί τούτου εις τον πλοίαρχον, ίνα ούτος συνεννοούμενος μετά του πλοιοκτήτου ενεργήση σχετικώς. Εν τη περίπτωση ταύτη ο Α' Μηχανικός οφείλει, άμα τη ενάρξει των εργασιών της επισκευής, να παρακολουθή αυστηρώς τους εργαζομένους και να βεβαιούται ότι η εργασία εκτελείται ταχέως και συμφώνως προς τους κανόνας της τέχνης". Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση στην παρεμπίπτουσα απόφασή της, με την οποία απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, περί της οποίας στη συνέχεια θα αναφερθεί, για τη στοιχειοθέτηση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου παραπέμπει στις παραπάνω διατάξεις που αναλύθηκαν, των άρθρων 66,71 και 72 του άνω Β.Δ. 806/1970, οι οποίες προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου. Ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, επικαλούμενος ότι οι παραπάνω διατάξεις εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν, καθόσον αυτές δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου και δεν αναφέρονται στην ευθύνη του Αρχιμηχανικού, ιδιότητα που προσέδωσε η προσβαλλομένη απόφαση στον αναιρεσείοντα. Σε κάθε περίπτωση, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου. Η εν λόγω αιτίαση, κατά το πρώτο σκέλος της, είναι αβάσιμη, καθόσον τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις που προβλέπουν και επιβάλλουν οι παραπάνω διατάξεις για τον Α' Μηχανικό, πολύ περισσότερο, ισχύουν και για τον Αρχιμηχανικό. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα, κατά το δεύτερο σκέλος της ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου, είναι αβάσιμη, καθόσον το μεν από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι είναι σύνηθες σε πλοίο να υπάρχει Αρχιμηχανικός, το δε, από την επισκόπηση της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, προκύπτει ότι και ο ίδιος με την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού, εργαζόταν στο παραπάνω πλοίο. Εξάλλου, και από τη νομολογία των δικαστηρίων, αντιμετωπίζεται η ευθύνη, Αρχιμηχανικού σε πλοίο, όπως ενδεικτικά προκύπτει από τη με αριθμό 1442/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε ο Αρχιμηχανικός πλοίου για ανθρωποκτονία από αμέλεια επιβαίνοντος σε αυτό και τη με αριθμό 1153/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως,

§1στοιχ.

Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του παραπάνω Β.Δ. 806/1970, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995, ορίζεται ότι "Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε Διεθνείς Συμβάσεις ή σε αυτή τη Σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα. Το πλοίο δεν μπορεί να αλλάξει τη σημαία του κατά τη διάρκεια ταξιδιού ή όταν προσεγγίσει σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται μεν δικαίωμα της Πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο να ασκεί (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων) αυτή και μόνη τη δημοσία εξουσία της επ` αυτού και όταν τούτο πλέει στην ανοικτή θάλασσα, θεωρουμένου τούτου και εις την περίπτωση αυτή ως μέρος του εδάφους της, και να λαμβάνει ποινικά και διοικητικά μέτρα επί του πλοίου και των επιβαινόντων αυτού, υπό την έννοια του αποκλεισμού της επεμβάσεως άλλης πολιτείας προς άσκηση εξουσίας επί του πλοίου και λήψη των μέτρων αυτών, δεν αποκλείεται όμως, το κράτος του οποίου ο δράστης είναι υπήκοος και το κράτος του οποίου το θύμα είναι υπήκοος, σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Ποινικού δικαίου που διέπουν τα ποινικά τους συστήματα να ασκήσουν συντρέχουσα δωσιδικία επί του αδικήματος που θα τελεστεί επί αλλοδαπού πλοίου στην ανοικτή θάλασσα. Κατά τη διάταξη 6 παρ.1 του Π.Κ. "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε...". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι καίτοι το ένδικο αδίκημα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης φέρεται ότι τελέστηκε στην αλλοδαπή, ήτοι εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου " Β. ΙΙ", στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, (ανοικτά του κόλπου Ομάν), εν τούτοις η παραπάνω απόφαση δε διαλαμβάνει ότι η παραπάνω πράξη είναι αξιόποινη και κατά τον Ποινικό Κώδικα της Λιβερίας, της οποίας τη σημαία έφερε το πλοίο και συνεπώς θεωρείται έδαφός της. Η παραπάνω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές της, που στηρίζονται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, η κρινόμενη πράξη, είναι αξιόποινη και από τον Π.Κ. της Λιβερίας, καθόσον στη σελίδα 56 αυτής, στην οποία γίνεται μνεία των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται μνεία και του άρθρου 233 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα της Λιβερίας. Επομένως,

§1στοιχ.

Δ' και Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος με στοιχείο Δ' του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και πρώτος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, με την παραπάνω αιτίαση και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά τον νόμο συστατικά στοιχεία του. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠΔ), ενώ αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως, όπως εν προκειμένω, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υπέβαλε, την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία κατέθεσε εγγράφως και την ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, και, σχετικά με τη θεμελίωσή της επικαλέστηκε κατά λέξη τα παρακάτω: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 παραγρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Αν δεν περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 4 του ιδίου άρθρου, είναι ΑΚΥΡΟ. Επιπροσθέτως, κατ1 άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων, λεπτομερώς, την κατηγορία που του αποδίδεται. Από τις ανωτέρω επιταγές του Νόμου συνάγεται ότι στο κλητήριο θέσπισμα, βάσει του οποίου ο κατηγορούμενος εισάγεται να δικασθεί, πρέπει να περιγράφονται κατά σαφή και ορισμένο τρόπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Δυνάμει του επιδοθέντος σε μένα υπ' αριθ. 12455/2009 κλητήριου θεσπίσματος του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατηγορούμαι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που φέρεται ότι τελέσθηκε στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ανοικτά του κόλπου του ΟΜΑΝ) και εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου "Β. ΙΙ", στις 28-9-

  1. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα: "....Συγκεκριμένα, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου "Β. ΙΙ", ο δεύτερος κατηγορούμενος υποπλοίαρχος του πλοίου αυτού, ο τρίτος κατηγορούμενος αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας με την επωνυμία "ESTORIL NAVIGATION COMPANY LTD" (και επιβαίνων στο πλοίο) και ο τέταρτος κατηγορούμενος Α' μηχανικός του και παρότι όλοι ήταν υπεύθυνοι να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εκτελούνται με ασφάλεια οι εργασίες αφαίρεσης των - μήκους 13.800 μέτρων σωληνώσεων Θέρμανσης φορτίου που βρίσκονται στις 16 δεξαμενές του προκειμένου να μην επηρεάζονται από το υλικό τους τα φορτία, τα οποία θα μετέφερε στο εξής το πλοίο, επέτρεψαν σε πενταμελές συνεργείο εφαρμοστών (που αποτελούνταν από τους Φ. Μ., Γ. Λ., Ε. Λ., Ν. Σ. και Α. Ν.) να εκτελεί ολόκληρο το προαναφερθέν έργο με ιδιαίτερη ταχύτητα, δηλ., στο μισό χρόνο (14 ημερών), αντί του αναγκαίου χρόνου (των 28 ημερών), χωρίς να είναι δυνατόν και εξ αυτού του λόγου να τηρείται η ασφαλής διαδικασία αφαίρεσης των σωληνώσεων, ήτοι χωρίς να λύνονται οι σωληνώσεις από τις φλάντζες τους και να καθαρίζονται με την υπό πίεση διοχέτευση εντός αυτών θαλασσινού νερού για την απομάκρυνση εύφλεκτων υπολειμμάτων παλαιότερων φορτίων που είχαν εισχωρήσει στις σωληνώσεις και χωρίς να πραγματοποιείται μέτρηση για την ανίχνευση των επικίνδυνων αερίων στις δεξαμενές αμέσως μετά τον ανωτέρω καθαρισμό, με απoτέλεσμα, ενώ οι τέσσερις πρώτοι εφαρμοστές έκοβαν τους ακάθαρτους σωλήνες στην 15η κατά σειρά δεξαμενή και σε σημείο ευρισκόμενο κάτω από τις προαναφερθείσες φλάντζες, να αναφλέγουν αιφνίδια από σπινθήρα τα εντός αυτών, σημαντικής ποσότητας, εναπομείναντα εύφλεκτα υλικά και να τους προκαλέσουν σοβαρότατα που οδήγησαν αιτιακά στο θάνατο των τριών εξ αυτών, ήτοι του Ε. Λ. (την 1.10.2004), του Φ. Μ. (την 2.10.2004) και του Ν. Σ. (την 20.11.2004), εντός Νοσοκομείου του ΟΜΑΝ. στο οποίο μεταφέρθηκαν για περίθαλψη. Για παράβαση των άρθρων 1,
  2. 7, 14, 26 § 1,
  3. 51, 53, 61, 63, 64, 79, 94, 302 § 1 ΠΚ, 233 § 1 Ποινικού Κώδικα Λιβερίας". Συνεπώς, κατηγορούμαι ότι προκάλεσα το αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά των ανωτέρω παθόντων με σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του ανωτέρω αποτελέσματος η οποία συνίσταται κυρίως σε παραλείψεις τήρησης μέτρων ασφαλείας. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση του σχετικού εγκλήματος (μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης) από αμέλεια, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθ. 15 Π.Κ., κατά το οποίο, προϋπόθεση για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης ενός προσώπου για ορισμένο αξιόποινο αποτέλεσμα είναι να είχε το πρόσωπο αυτό ιδιαίτερη, δηλ. (ειδική και όχι γενική), νομική (και όχι ηθική ή άλλη) υποχρέωση να παρεμποδίσει με ενέργεια του την επέλευση του συγκεκριμένου αξιόποινου αποτελέσματος. Πηγές της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, μπορεί να είναι είτε ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή σύμβαση ή συγκεκριμένη προηγούμενη του αποτελέσματος άδικη πράξη του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος (Νομολογία: Α.Π. 242/2010, Τρ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 317/2003, Πράξη § Λογ. Π.Δ., σελ. 198, Α.Π. 1583/87, Ποιν. Χρον. 1988, σελ. 241) Κατά παγία δε νομολογία, για την κατ' άρθ. 321 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. (και άρθ. 6 παραγρ. 3, εδ. α' και β' της Ε.Σ.Δ.Α.) πληρότητα και εγκυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που φέρεται ότι προκλήθηκε με σύνολο συμπεριφοράς, στην οποία περιλαμβάνεται παράλειψη, πρέπει αφενός μεν να αναφέρεται η διάταξη του άρθ. 15 Π.Κ. αφετέρου δε να προσδιορίζεται ειδικά η πηγή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης προς ενέργεια του φερομένου ως υπαιτίου και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο αυτή πηγάζει. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά από το κλητήριο θέσπισμα, τότε αυτό είναι ΑΚΥΡΟ, σύμφωνα με το άρθ. 321 παρ. 4 Κ.Π.Δ. (ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: Α.Π. 1505/2007, Ποιν. Χρον Λ/Η' σελ. 437, Α.Π. 84/2008, Ποιν. Χρον. ΝΗ' σελ. 883). Συνεπώς, στην περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αμελής συμπεριφορά συνίσταται σε παράλειψη τήρησης μέτρων ασφαλείας, πρέπει υποχρεωτικά να παρατίθενται στο κλητήριο θέσπισμα και οι διατάξεις των κανόνων δικαίου που επιβάλλουν την τήρηση των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, καθώς αυτές συνιστούν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του να μεριμνήσει για την τήρηση τους, η παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας, εφόσον επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ανάγεται στο σχετικό έγκλημα ενέργειας (μη γνήσιας παράλειψης, κατά το άρθ. 15 Π.Κ.). Πέραν του ότι η ανωτέρω νομολογία έχει πλέον παγιωθεί, επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση που οι προϋποθέσεις ύπαρξης αξιόποινης πράξης ορίζονται σε ειδική διάταξη κανόνα δικαίου, μη αναφερομένη στον Π.Κ., πρέπει υποχρεωτικά στο κλητήριο θέσπισμα να αναγράφεται και αυτή η διάταξη, βάσει της οποίας καθίσταται αξιόποινη η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη. (Α.Π. 1887/1989, Ποιν. Χρον. Μ, σελ. 889, Α.Π. 309/1972, Ποιν. Χρον. KB, σελ. 524). Επομένως, σε κάθε περίπτωση που η αμελής συμπεριφορά που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αφορά σε τήρηση μέτρων ασφαλείας, πρέπει, για την πληρότητα του κλητηριου θεσπίσματος, να αναφέρονται ειδικά σ' αυτό οι διατάξεις των κανόνων δικαίου, οι οποίοι επιτάσσουν την τήρηση τους, καθώς οι διατάξεις αυτές αποτελούν τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων θα κριθεί αν είναι αξιόποινη ή όχι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συμπεριφορά. Στην υπό κρίση υπόθεση, το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα εντελώς αόριστα μου αποδίδει αναληθώς ότι ενώ ήμουν Αρχιμηχανικός (γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς δεν ήμουν και δεν επέβαινα στο εν λόγω δεξαμενόπλοιο ως Αρχιμηχανικός) του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου "Β. II" και ενώ αυτό έπλεε σε διεθνή ύδατα, δήθεν επέτρεψα μαζί με τους άλλους συγκατηγορουμένους μου, στο προαναφερθέν συνεργείο εφαρμοστών να εκτελεί με ιδιαίτερη ταχύτητα τις εργασίες αφαίρεσης των σωληνώσεων θέρμανσης φορτίου που βρίσκονταν στις 16 δεξαμενές του, χωρίς να τηρείται η ασφαλής διαδικασία για την εκτέλεση του έργου αυτού, δηλ. με παράλειψη των μέτρων ασφαλείας που αναφέρει (χωρίς να λύνονται οι σωληνώσεις από τις φλάντζες τους και να καθαρίζονται με την υπό πίεση διοχέτευση εντός αυτών θαλασσινού νερού για την απομάκρυνση εύφλεκτων υπολειμμάτων παλαιότερων φορτίων που είχαν εισχωρήσει στις σωληνώσεις και χωρίς να πραγματοποιείται μέτρηση για την ανίχνευση των επικίνδυνων αερίων στις δεξαμενές αμέσως μετά τον ανωτέρω καθαρισμό). Συνεπώς, το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ΔΕΝ αναφέρει ούτε τους κανόνες δικαίου, βάσει των οποίων ήμουν εγώ υπεύθυνος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών, ούτε τους κανόνες δικαίου που καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και επιτάσσουν την τήρηση τους ούτε τους κανόνες δικαίου που καθιστούν υπεύθυνο για την επίβλεψη της τήρησης τους τον Αρχιμηχανικό σε περίπτωση κατά την οποία είχα αυτήν την ιδιότητα, δηλ. ΟΥΔΟΛΩΣ προσδιορίζει τον κανόνα δικαίου βάσει του οποίου ανάγεται η αποδιδομένη σε μένα συμπεριφορά σε έγκλημα ΟΥΤΕ την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση μου νια τη λήψη και την τήρηση των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας που φέρεται ότι παραλείφθηκαν ΟΥΤΕ τον κανόνα δικαίου από τον οποίο απορρέει αυτή η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ως εκ τούτου είναι ΑΚΥΡΟ, κατ' άρθ. 321 παρ. 1 και 4 Κ..Π.Δ. Ενώ τέλος δεν αναφέρει από ποιο στοιχείο προέκυπτε, ότι είχα την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού. Επειδή με βάση τα προαναφερθέντα το κλητήριο θέσπισμα δυνάμει του οποίου παραπέμπομαι ενώπιον Σας να δικασθώ ως κατηγορούμενος είναι ΑΚΥΡΟ".Το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αυτή, με την υπ` αριθμό 1265/2012, παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την οριστική απόφασή του, με την παρακάτω αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠΔ η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμπεται σε δίκη ο κατηγορούμενος με κλητήριο θέσπισμα πρέπει να προσδιορίζεται σ'αυτό (κλητήριο θέσπισμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία. Τούτο δε, διότι, ο κατηγορούμενος πρέπει να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδόμενης σ'αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης κατηγορίας για να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Πλέον τούτου το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιλαμβάνει και το άρθρο του ποινικού νόμου το οποίο προβλέπει την πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από τις ως άνω διατάξεις πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α)να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους Ν. κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β)να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δε προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, επίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ)να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικώς με την δι'ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος, με ενέργειες του δράστη, που επενεργούν αμέσως, και ο οποίος υπέχει θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του προσβαλλόμενου (με το ως άνω αποτέλεσμα) εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α)από ρητή επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη του νόμου β)από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια γ)από ειδική σχέση, που μπορεί να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, με την οποία αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον δ)από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Επί του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (ΠΚ 302) ο ποινικός νόμος διατυπώνει εξ υπαρχής την αντικειμενική υπόσταση ούτως ώστε περιλαμβάνει απευθείας σ'αυτή και την με παράλειψη τέλεση, χωρίς δηλαδή την ανάγκη συνδυασμού με το άρθρο 15 ΠΚ, το οποίο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι και ήδη εκκαλούντες Δ. Λ., Κ. Μ. και Β. Ε. πλοίαρχος, αρχιμηχανικός και Α'μηχανικός του δεξαμενόπλοιου "B. II", επί του οποίου, από αποδιδόμενη σ'αυτούς αμέλεια προκλήθηκε ο θάνατος του εργαζομένου σ'αυτό, Ε.Λ. προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, παραδεκτός, ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διότι δεν περιέχονταν σ'αυτό η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ καθώς και οι νομικές διατάξεις με τις οποίες προέκυπτε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους προς αποτροπή του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος (θάνατος εξ αμελείας) με τη λήψη και τήρηση των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και οι κατηγορούμενοι με ειδικό λόγο των ξεχωριστών εφέσεών τους, την επαναφέρουν και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή ορθώς απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (έστω και με ελλειπή αιτιολογία) διότι κατά τα προαναφερθέντα δε απαιτείτο η αναφορά του άρθρου 15 ΠΚ και όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συγκεκριμένου κλητηρίου θεσπίσματος (Α04/4257/2004) αναφέρονταν σ'αυτό οι ιδιότητες των κατηγορουμένων (πλοίαρχος, αρχιμηχανικός, Α' μηχανικός) από την οποία και απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 4 ΒΔ 806/1970 (πλοίαρχος) 66, 71, 72 ιδίου ΒΔ (μηχανικοί) (ΑΠ 660/2011, ΑΠ 1308/2011, ΑΠ 1341/2004). Ο λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος". Η παραπάνω αιτιολογία, της απορριπτικής της ενστάσεως παρεμπίπτουσας αποφάσεως, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι πλήρως αιτιολογημένη, αφού αναφέρονται σε αυτήν οι νομικές σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου για απόρριψη της ένστασης, με τις παραδοχές ότι στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου, η αμελής συμπεριφορά του και οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου από τους οποίους απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αποτροπής του ως άνω αποτελέσματος. Επομένως,

§1στοιχ.

Δ' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος των προσθέτων λόγων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, περί απόρριψης της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 6841/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Γ. - Ι. κατοίκου ... και τους από 29-1-2013, Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1265/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα

(250)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.