Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος με στοιχεία Α, Β, Γ και Ε, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και δεύτερος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος Π.Δ/τος 70/1990, Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες, ορίζεται ότι "οι διατάξεις αυτού του Π.Δ/τος εφαρμόζονται σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες..." με το άρθρο 2 ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος θεωρούνται: 1. Ναυπηγοεπισκευαστικό 'Εργο: Κάθε ναυπηγική ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση. Με την παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007,ορίζεται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων τηρούνται υποχρεωτικά οι διατάξεις του ν. 1568/1985 και των κατ` εξουσιοδότηση του κανονιστικών πράξεων, όπως ιδίως του π.δ. 70/1990 (ΦΕΚ 31 Α) και του π.δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11 Α). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, καθόσον το Π.Δ. 70/1990, στις διατάξεις του οποίου παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της, αναφέρεται σε εργασίες που διενεργούνται στην Ελλάδα και εντός ναυπηγείου και όχι σε εργασίες που γίνονται εν πλω και εκτός Ελλάδας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμη, αφού από την προαναφερθείσα διάταξη της παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007, προκύπτει ότι το διάταγμα αυτό, (π.δ. 70/1990) εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση επισκευής και συντήρησης πλοίου, όπως εν προκειμένω. Επομένως,
Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. 70/1990, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.1 του Β.Δ. 806 της 30-11/16-12-1970, περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητος 800 κόρων και άνω, "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος διά την συντήρησιν και καλήν λειτουργίαν των κινητηρίων μηχανών, των βοηθητικών μηχανημάτων, των λεβήτων και λοιπών μέσων παραγωγής της προσωπικής δυνάμεως, ψυκτικών μηχανών και των λοιπών εγκαταστάσεων εντός του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου και υπέρ και υπ` αυτά, του μηχανισμού πηδαλίου και πάσης εν γένει μηχανικής και ηλεκτρικής εγκαταστάσεως ευρισκομένης οπουδήποτε του πλοίου, των παντός είδους σωληνώσεων και στεγανών θυρών του πλοίου, των εξαρτημάτων, τεμαχίων και αμοιβών εν γένει αυτών, εξαιρέσει των ραδιοτηλεγραφικών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, υποχρεούμενος να έχει πάντα ταύτα εις κατάστασιν αμέσου και ασφαλούς λειτουργίας". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, είναι επίσης υπεύθυνος "διά την καλήν συντήρησιν των διαμερισμάτων μηχανοστασίου, λεβητοστασίου και αντλιοστασίου, των αποθηκών καυσίμων και υλικών μηχανής, των διπυθμένων και των σηράγγων". Κατά την παρ. 3, "Διά την επιμέλειαν της συντηρήσεως πάντων των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων μηχανημάτων, διαμερισμάτων και χώρων δέον ο Α' Μηχανικός να συνεννοήται μετά του Πλοιάρχου". Κατά το άρθρο 71 παρ.1 του ίδιου Β.Δ. "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος και οφείλει να λαμβάνη παν αναγκαίον μέτρον προς πρόληψιν διαρροής, πυρκαϊάς και αυτομάτου αναφλέξεως εις τα διαμερίσματα της δικαιοδοσίας του". Τέλος κατά το άρθρον 72 παρ.1 του ίδιου Β.Δ, "ο Α' Μηχανικός επιμελείται της εκτελέσεως εν πλω και εν όρμω πασών των επισκευών μηχανικής φύσεως των δυναμένων να εκτελεσθώσι, διά του υπ` αυτόν προσωπικού και των μέσων τα οποία διαθέτει το πλοίον...." Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "προκειμένου περί επισκευών, δι` ας απαιτείται η προσφυγή εις συνεργεία ή εργοστάσια ο Α' Μηχανικός οφείλει ν` αναφέρη περί τούτου εις τον πλοίαρχον, ίνα ούτος συνεννοούμενος μετά του πλοιοκτήτου ενεργήση σχετικώς. Εν τη περίπτωση ταύτη ο Α' Μηχανικός οφείλει, άμα τη ενάρξει των εργασιών της επισκευής, να παρακολουθή αυστηρώς τους εργαζομένους και να βεβαιούται ότι η εργασία εκτελείται ταχέως και συμφώνως προς τους κανόνας της τέχνης". Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση στην παρεμπίπτουσα απόφασή της, με την οποία απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, περί της οποίας στη συνέχεια θα αναφερθεί, για τη στοιχειοθέτηση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου παραπέμπει στις παραπάνω διατάξεις που αναλύθηκαν, των άρθρων 66,71 και 72 του άνω Β.Δ. 806/1970, οι οποίες προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου. Ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, επικαλούμενος ότι οι παραπάνω διατάξεις εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν, καθόσον αυτές δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου και δεν αναφέρονται στην ευθύνη του Αρχιμηχανικού, ιδιότητα που προσέδωσε η προσβαλλομένη απόφαση στον αναιρεσείοντα. Σε κάθε περίπτωση, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου. Η εν λόγω αιτίαση, κατά το πρώτο σκέλος της, είναι αβάσιμη, καθόσον τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις που προβλέπουν και επιβάλλουν οι παραπάνω διατάξεις για τον Α' Μηχανικό, πολύ περισσότερο, ισχύουν και για τον Αρχιμηχανικό. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα, κατά το δεύτερο σκέλος της ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου, είναι αβάσιμη, καθόσον το μεν από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι είναι σύνηθες σε πλοίο να υπάρχει Αρχιμηχανικός, το δε, από την επισκόπηση της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, προκύπτει ότι και ο ίδιος με την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού, εργαζόταν στο παραπάνω πλοίο. Εξάλλου, και από τη νομολογία των δικαστηρίων, αντιμετωπίζεται η ευθύνη, Αρχιμηχανικού σε πλοίο, όπως ενδεικτικά προκύπτει από τη με αριθμό 1442/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε ο Αρχιμηχανικός πλοίου για ανθρωποκτονία από αμέλεια επιβαίνοντος σε αυτό και τη με αριθμό 1153/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως,
Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του παραπάνω Β.Δ. 806/1970, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995, ορίζεται ότι "Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε Διεθνείς Συμβάσεις ή σε αυτή τη Σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα. Το πλοίο δεν μπορεί να αλλάξει τη σημαία του κατά τη διάρκεια ταξιδιού ή όταν προσεγγίσει σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται μεν δικαίωμα της Πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο να ασκεί (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων) αυτή και μόνη τη δημοσία εξουσία της επ` αυτού και όταν τούτο πλέει στην ανοικτή θάλασσα, θεωρουμένου τούτου και εις την περίπτωση αυτή ως μέρος του εδάφους της, και να λαμβάνει ποινικά και διοικητικά μέτρα επί του πλοίου και των επιβαινόντων αυτού, υπό την έννοια του αποκλεισμού της επεμβάσεως άλλης πολιτείας προς άσκηση εξουσίας επί του πλοίου και λήψη των μέτρων αυτών, δεν αποκλείεται όμως, το κράτος του οποίου ο δράστης είναι υπήκοος και το κράτος του οποίου το θύμα είναι υπήκοος, σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Ποινικού δικαίου που διέπουν τα ποινικά τους συστήματα να ασκήσουν συντρέχουσα δωσιδικία επί του αδικήματος που θα τελεστεί επί αλλοδαπού πλοίου στην ανοικτή θάλασσα. Κατά τη διάταξη 6 παρ.1 του Π.Κ. "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε...". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι καίτοι το ένδικο αδίκημα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης φέρεται ότι τελέστηκε στην αλλοδαπή, ήτοι εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου " Β. ΙΙ", στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, (ανοικτά του κόλπου Ομάν), εν τούτοις η παραπάνω απόφαση δε διαλαμβάνει ότι η παραπάνω πράξη είναι αξιόποινη και κατά τον Ποινικό Κώδικα της Λιβερίας, της οποίας τη σημαία έφερε το πλοίο και συνεπώς θεωρείται έδαφός της. Η παραπάνω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές της, που στηρίζονται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, η κρινόμενη πράξη, είναι αξιόποινη και από τον Π.Κ. της Λιβερίας, καθόσον στη σελίδα 56 αυτής, στην οποία γίνεται μνεία των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται μνεία και του άρθρου 233 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα της Λιβερίας. Επομένως,
Δ' και Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος με στοιχείο Δ' του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και πρώτος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, με την παραπάνω αιτίαση και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά τον νόμο συστατικά στοιχεία του. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠΔ), ενώ αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως, όπως εν προκειμένω, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υπέβαλε, την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία κατέθεσε εγγράφως και την ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, και, σχετικά με τη θεμελίωσή της επικαλέστηκε κατά λέξη τα παρακάτω: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 παραγρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Αν δεν περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 4 του ιδίου άρθρου, είναι ΑΚΥΡΟ. Επιπροσθέτως, κατ1 άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων, λεπτομερώς, την κατηγορία που του αποδίδεται. Από τις ανωτέρω επιταγές του Νόμου συνάγεται ότι στο κλητήριο θέσπισμα, βάσει του οποίου ο κατηγορούμενος εισάγεται να δικασθεί, πρέπει να περιγράφονται κατά σαφή και ορισμένο τρόπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Δυνάμει του επιδοθέντος σε μένα υπ' αριθ. 12455/2009 κλητήριου θεσπίσματος του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατηγορούμαι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που φέρεται ότι τελέσθηκε στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ανοικτά του κόλπου του ΟΜΑΝ) και εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου "Β. ΙΙ", στις 28-9-
Δ' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος των προσθέτων λόγων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, περί απόρριψης της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 6841/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Γ. - Ι. κατοίκου ... και τους από 29-1-2013, Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1265/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.