← Ελλάδα

ΑΠ 646/2013 — Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 646 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχειών, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 19 παρ. 1 εδ.α, β περ. α, 2, 4, 21 ν. 2523/1997,1882/1990, όπως τροπ. με άρθρο 40 παρ.1 ν. 3220/2004).

  1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
  2. Αβάσιμος ο αττό το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για ακυρότητα διαδικασίας, από έλλειψη ταυτότητας ορισμένων αναγνωσθέντων εγγράφων.
  3. Βάσιμος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για μετατροπή της επιβληθείσας ποινής, χωρίς ειδική αιτιολόγηση της μη συνδρομής των όρων αναστολής της ποινής, κατά το άρ. 99 του ΠΚ, ακόμα και χωρίς αίτημα. Αναιρεί εν μέρει για μετατροπή ποινής (άρθρο 99 Π.Κ.). Αριθμός 646/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 52545/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2012 αίτηση του αναιρέσεως και στους από 6 Μαρτίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 937/
  4. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3220/2004), ορίζει ότι. "
  5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...
  6. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου.
  7. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
  8. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται: α) αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή και για μέρος αυτής. Επίσης ρητά αναφέρεται ότι τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής ανώτερη της πραγματικής, θεωρούνται ομοίως ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, μετατραπείσα προς πέντε ευρώ την ημέρα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 52545/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, που τη στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα διότι, από 21/2/2002 έως 7/12/2004, ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης "Χ. Μ." προέβη στη λήψη και καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία εικονικών φορολογικών στοιχείων (των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο τιμολογίων - δελτίων αποστολής) αφορωσών τις σ' αυτά (κατηγορητήριο) αναφερόμενες εταιρίες, καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες με αυτές συναλλαγές. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση". Περαιτέρω στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σελ. 11α επομ. αυτής) γίνονται κατά λέξη δεκτά τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 21-2-02 έως 7-12-04 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία συνιστούν εξακολούθηση ενός και ιδίου εγκλήματος, ήτοι αποδέχτηκε και καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία εικονικά φορολογικά στοιχεία και ειδικότερα, ως ιδιοκτήτης επιχείρησης με την επωνυμία "Χ. Α. Μ." προέβη, όπως προέκυψε από την με ημερομηνία 14/2/07 (ημερομηνία θεώρησης) έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, στην λήψη και καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία εικονικών κατά έννοια της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2523/97 φορολογικών στοιχείων από τις επιχειρήσεις "APPLE LITE A.E. ", "IRIS ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ", "ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΙΡΙΣ ΕΠΕ", "Γ. Μ. ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ" καθόσον διαπιστώθηκε ότι αφορούσαν στο σύνολο τους ανύπαρκτες συναλλαγές και δη: Χρήση 2002 (19 τιμολ.) από "APPLE LITE Α.Ε. " Α/Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΠΟΣΟ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 1 9/21-2-2002 9.200,00 1.656,00 10.856,00 2 10/28-2-2002 3.856,70 694,20 4.550,90 3 17/11-4-2002 6.650,00 1.197,00 7.847,00 4 16/10-4-2002 9.000,00 1.620,00 10.620,00 5 40/6-5-2002 8.940,00 1.609,20 10.549,20 6 42/8-5-2002 12.000,00 2.160,00 14.160,00 7 44/13-5-2002 10.500,00 1.890,00 12.390,00 8 46/15-5-2002 9.460,00 1.702,80 11.162,80 9 74-75/7-8-2002 8.335,00 1.500,30 9.835,30 10 60/1-6-2002 11.640,00 2.095,20 13.735,20 11 61/3-6-2002 11.500,00 2.070,00 13.570,00 12 63-64/5-6-2002 10.575,00 1.903,50 12.478,50 13 65/2-7-2002 8.112,00 1.460,16 9.572,16 14 106/12-11-2002 6.118,00 1.101,24 7.219,24 15 118/2-12-2002 12.138,00 2.184,84 14.322,84 16 120/4-12-2002 11.100,00 1.998,00 13.098,00 17 122/6-12-2002 11.947,00 2.150,46 14.097,46 18 123/10-12-2002 8.220,00 1.479,60 9.699,60 19 127/19-12-2002 8.180,00 1.472,40 9.652,40 ΣΥΝΟΛΟ 177.471,70 31.944,90 209.416,60 Χρήση 2003 (7 τιμολ.) από 1) "APPLE LITE A.E. " Α/Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΚΑΘ. ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 1 132/16-1-2003 5.480,00 986,40 6.466,40 2 133/21-1-2003 9.650,00 1.737,00 11.387,00 3 135/5-2-2003 8.499,00 1.529,82 10.028,82 4 136/6-2-2003 9.086,00 1.635,48 10.721,48 5 141/4-3-2003 6.745,00 1.214,10 7.959,10 6 142/11-3-2003 1.705,00 306,90 2.011,90 7 143/14-3-2003 7.278,00 1.310,04 8.588,04 ΣΥΝΟΛΟ 48.443,00 8.719,74 57.162,74 Χρήση 2003 (9 τιμολ. + 9 τιμολ.) 2) "ΙΡΙΣ ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ" και 3) "ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΙΡΙΣ ΕΠΕ" Α/Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΠΟΣΟ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 1 7/10-4-2003 Σειρά Γ 11.130,00 2.003,40 13.133,40 2 6/3-4-2003 Σειρά Γ' 6.710,00 1.207,80 7.917,80 3 24-25/2-5-2003 Σειρά Γ 12.225,00 2.200,00 14.425,00 4 28/5-5-2003 Σειρά Γ 12.050,00 2.169,00 14.219,00 5 32/8-5-2003 Σειρά Γ 12.250,00 2.205,00 14.455,00 6 34/14-5-2003 Σειρά Γ 11.950,00 2.151,00 14.101,00 7 36/19-5-2003 Σειρά Γ 11.750,00 2.115,00 13.865,00 8 38/28-5-2003 Σειρά Γ 12.000,00 2.160,00 14.160,00 9 1/2-4-2003 τιμ.Σειρά Γ 9.400,00 1.692,00 11.092,00 ΣΥΝΟΛΟ 99.465,00 17.903,20 117.368,20 A/A ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΚΑΘ. ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 10 106/5-6-2003 11.900,00 2.142,00 14.042,00 11 110/11-6-2003 4.233,40 762,01 4.995,41 12 122/3-7-2003 10.620,00 1.911,60 12.531,60 13 125/9-7-2003 8.640,00 1.555,20 10.195,20 14 129/17-7-2003 7.785,00 1.401,30 9.186,30 15 35-36/4-8-2003 12.570,00 2.262,60 14.832,60 16 42/13-8-2003 11.100,00 1.998,00 13.098,00 17 43/18-8-2003 9.050,00 1.629,00 10.679,00 18
  9. 67/4-11-2003 8.736,00 1.572,48 10.308,48 ΣΥΝΟΛΟ 84.634,40 15.234,19 99.868,59 "Γ. Μ." (41 τιμολ.) Α/Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΠΟΣΟ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 1 43/1-10-03 11.660,00 2.098,80 13.758,80 2 44/2-10-03 11.740,00 2.113,20 13.853,20 3 45/3-10-03 11.500,00 2.070,00 13.570,00 4 46/4-10-03 11.600,00 2.088,00 13.688,00 5 47/6-10-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 6 48/7-10-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 7 49/8-10-03 11.900,00 2.142,00 14.042,00 8 51/10-10-03 11.900,00 2.142,00 14.042,00 9 50/9-10-03 12.100,00 2.178,00 14.278,00 10 52/11-10-03 9.900,00 1.782,00 11.682,00 11 53/13-10-03 12.300,00 2.214,00 14.514,00 12 55/14-10-03 12.250,00 2.205,00 14.455,00 13 56/15-10-03 12.300,00 2.214,00 14.514,00 14 57/17-10-03 11.000,00 1.980,00 12.980,00 15 58/18-10-03 11.772,00 2.118,96 13.890,96 16 59/22-10-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 17 60/23-10-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 18 61/24-10-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 19 62/27-10-03 11.000,00 1.980,00 12.980,00 20 63/29-10-03 12.500,00 2.250,00 14.750,00 21 64/30-10-03 10.800,00 1.944,00 12.744,00 22 65/31-10-03 9.700,00 1.746,00 11.446,00 23 66/3-10-03 12.300,00 2.214,00 14.514,00 24 67/4-11-03 11.100,00 1.998,00 13.098,00 25 68/6-11-03 Π.440,00 2.059,20 13.499,20 26 69/7-11-03 10.300,00 1.854,00 12.154,00 27 70/10-11-03 12.400,00 2.232,00 14.632,00 28 71/12-11-03 12.500,00 2.250,00 14.750,00 29 72/14-11-03 11.748,00 2.114,64 13.862,64 30 73/18-11-03 11.260,00 2.026,80 13.286,80 31 74/20-11-03 12.500,00 2.250,00 14.750,00 32 75/25-11-03 11.000,00 1.980,00 12.980,00 33 76/27-11-03 9.700,00 1.746,00 11.446,00 34 77/1-12-03 12.500,00 2.250,00 14.750,00 35 80/8-12-03 11.000,00 1.980,00 12.980,00 36 78/2-12-03 11.000,000 1.980,00 12,980,00 37 79/4-12-03 12.500,00 2.250,00 14.750,00 38 81/11-12-03 10.500,00 1.890,00 12.390,00 39 82/13-12-03 9.000,00 1.620,00 10.620,00 40 83/22-12-03 12.000,00 2.160,00 14.160,00 41 84/24-12-03 9.000,00 1.620,00 10.620,00 ΣΥΝΟΛΟ 469.670,00 84.540,60 554.210,60 και χρήση 2004 "Γ. Μ." (14 τιμολ.) Α/Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΠΟΣΟ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ 1 84/5-1-2004 10.300,00 1.854,00 12.154,00 2 85/7-1-2004 7.060,00 1.270,80 8.330,80 ΣΥΝΟΛΟ 17.360,00 3.124,80 20.484,80 Α/ Α ΑΡΙΘ. ΤΙΜ.-Δ.Α., ΗΜΕΡ. ΠΟΣΟ Φ.Π.Α: ΣΥΝΟΛΟ 1 1-2/1-10-2004 τιμολ. 12.300,00 2.214,00 14.514,00 2 1/2-11-2004 Α.Α.-Τψ. ΣειράΒ 8.910,00 1.603,80 10.513,80 3 2/4-11-2004 " 9.278,00 1.670,04 10.948,04 4 10/20-12-2004 " 12.050,00 2.169,00 14.219,00 5 3/1-10-2004 " 10.800,00 1.944,00 12.744,00 5 4/7-12-2004 " 8.010,00 1.441,80 9.451,80 6 1-2/1-10-2004 " 10.225,40 1.840,57 12.065,97 7 4-5/1-10-2004 " 9.627,00 1.732,86 11.359,86 8 6/2-10-2004 " 10.090,00 1.816,20 11.906,20 9 7/4-10-2004 " 9.300,00 1.674,00 10.974,00 10 8/7-10-2004 " 505,00 90,90 595,90 11 9-10/11-10-2004 " 9.791,30 1.762,43 11.553,73 1 2 Π/12-10-2004 7.880,00 1.418,40 9.298,40 ΣΥΝΟΛΟ 118.766,70 21.378,00 140.124,70 Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ'εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 παρ. 2,10 ν. 2523/1997, όπως αντικ. με το ν. 2753/1999 και όπως τροπ. το αρ.21 με το αρ. 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 και το αρ. 19 παρ.1β, τροπ. με το άρ.40 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, γ) ως προς το δόλο του κατηγορουμένου αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του δικαστηρίου ότι πρόκειται για εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή όλων των αναφερομένων στο διατακτικών τιμολογίων που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης και καταχώρησε στα βιβλία του, δεχθέν, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των άνω παραδοχών, ότι αυτός τελούσε σε γνώση της άνω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εκδότη και ως προς το ύψος της συναλλαγής, με τις αναφερόμενες εταιρείες, αφού τα τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές του με τις εταιρείες αυτές, δ) η απόφαση δέχεται ότι τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος ήταν εικονικά, αναλύοντας επαρκώς γιατί αυτά ήταν εικονικά, αφορώντα ανύπαρκτες συναλλαγές της επιχείρησής του με τις εταιρείες και ε) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά το αιτιολογικό παραπέμπει στο διατακτικό, που περιέχει πλήρη όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, λόγοι του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δε δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά. Από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 7), προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων, στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν χωρίς α/α και τα παρακάτω έγγραφα, "επτά

(07)φωτοαντίγραφα επιταγών". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τους δύο παριστάμενους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Συνεπώς, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ορθώς έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3904/21-12-2010, " αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης ο εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του δικαστηρίου "πρότεινε να επιβληθεί στον (αναιρεσείοντα) κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και να μετατραπεί προς 10 ευρώ την ημέρα". Το δικαστήριο, αφού έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών , στη συνέχεια μετέτρεψε αυτή σε χρηματική, προς πέντε ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι: "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση μετατροπής της ποινής σε χρηματική". Όμως η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, όπως και σ` αυτήν αναφέρεται, δεν έγινε έρευνα προς διακρίβωση των αναγκαίων για τη μη χορήγηση της αναστολής στοιχείων, ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωση της απορριπτικής κρίσης τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έπρεπε να μνημονεύονται στην απόφαση για να υπάρχει αιτιολογία αυτής, κατά την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έννοια, ανεξάρτητα του ότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο. Έτσι, όμως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη, ως προς τη διάταξη για τη μετατροπή της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής φυλακίσεως σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 52545/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξη αυτής, περί μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, Χ. Μ. του Α., ποινής φυλακίσεως των τριών
(3)ετών σε χρηματική ποινή. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την ανωτέρω από 31-7-2012 αίτηση - δήλωση για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.