Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 653 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα, Νομίμου βάσεως έλλειψη. Περίληψη: Ψευδορκία μάρτυρα. 1) Έλλειψη αιτιολογίας. 2) Έλλειψη νόμιμης βάσης. 3) Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη προανακριτικών καταθέσεων που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 653/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 190/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1975/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την από το άρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ενώ η μη ορθή εκτίμηση τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, εφόσον περί αυτών κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 190/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε
(5)μηνών, αναστελείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, στη ......, ενόρκως εξεταζομένη, στις 4-2-2000, ως μάρτυρας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 2431/ΕγΑ 467/11-8-1999 αγωγής αποζημιώσεως από τροχαίο ατύχημα, που συνέβη την .... και είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της Ψ2, την οποία αγωγή είχε ασκήσει, μεταξύ άλλων, ο εγκαλών κατά του συζύγου της και 2ου κατηγορουμένου, Χ2, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς, ως συνεπιβάτης του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανωτέρω σύζυγός της, ότι, "στα ..... ένα αυτοκίνητο με χρώμα κόκκινο είδαμε να φεύγει από την πορεία του και να έρχεται κατ' επάνω μας. Έκανε προσπέραση μια νταλίκα, εκεί είναι διακεκομμένες οι γραμμές, εμείς είχαμε ορατότητα, αλλά από την άλλη πλευρά ήταν η νταλίκα και το αυτοκίνητο το κόκκινο έκανε προσπέραση της νταλίκας και ήρθε και έπεσε πάνω μας, σκοτώθηκε μια κοπέλα.....για το δυστύχημα αποκλειστική υπαίτιος ήταν η κοπέλα, διότι εκείνη τη στιγμή η νταλίκα προσπερνούσε ένα άλλο αυτοκίνητο χρώματος άσπρου και η κοπέλα έκανε διπλή προσπέραση με το κόκκινο αυτοκίνητό της......εμείς πηγαίναμε στη δική μας λωρίδα ενώ η νταλίκα ήταν απ' την αριστερή .....το σημείο συγκρούσεως ήταν στο δικό μας, ήρθε επάνω μας και ο σύζυγός μου έστριψε το τιμόνι δεξιά, ο σύζυγός μου δεν είχε άλλη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση.....εμείς είμασταν στη μεσαία λωρίδα....το σημείο συγκρούσεως ήταν εκεί που ήταν τα λάδια". Τα παραπάνω, όμως, και ειδικότερον το γεγονός ότι η ανωτέρω Ψ επεχείρησε διπλή υπέρβαση άλλων (δύο) αυτοκινήτων, εισελθούσα με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... Ε.Ι.Χ αυτοκίνητό της στο αντίθετο, προς την πορεία της, ρεύμα κυκλοφορίας των οχημάτων (προς ......), όπου και συνέβη η επίδικη σύγκρουση, ήταν ψευδή, διότι απεδείχθη ότι η ανωτέρω παθούσα δεν πραγματοποίησε διπλή υπέρβαση άλλων αυτοκινήτων και η επίδικη πλαγιομετωπική σύγκρουση συνέβη εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της τελευταίας (προς ....) και όχι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας, επί του οποίου εκινείτο το υπό του β' κατηγορουμένου οδηγούμενο αυτοκίνητο. Τα παραπάνω ανενδοιάστως προκύπτουν 1) από το σαφές, από ....., σχεδιάγραμμα του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο αποτυπώνεται με σαφήνεια ότι το σημείο της πλαγιομετωπικής συγκρούσεως των δύο οχημάτων ευρίσκετο εντός του προς Αθήνας ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, επί του οποίου εκινείτο το όχημα της ατυχούς Ψ και ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως του υπό του β' κατηγορουμένου οδηγούμενου αυτοκινήτου παρουσίαζαν αριστερή, ως προς την νοητή ευθεία της πορείας του, κλίση, καταλήγοντας εν μέρει εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την Αθήνα, 2) από την υπ' αριθμ. 101/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, δια της οποίας έγινε δεκτό ότι οι ισχυρισμοί του 2ου κατηγορουμένου, με τους οποίους ευθυγραμμίστηκε και η κατάθεση της 1ης κατηγορουμένης συζύγου του, περί διπλής υπερβάσεως εκ μέρους του αυτοκινήτου της, ως άνω, αποβιωσάσης Ψ, είναι αβάσιμοι, διότι α) από τον συνδυασμό του πλάτους του οδοστρώματος στο σημείο της συγκρούσεως (14 μέτρων) με το πλάτος των αναφερομένων από τους κατηγορουμένους οχημάτων που ενεπλάκησαν, κατά τη δική τους άποψη, στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, προκύπτει ότι σε περίπτωση που οι εν λόγω ισχυρισμοί αντεπεκρίνοντο προς την αλήθεια, η σύγκρουση των μνησθέντων οχημάτων δεν θα ήταν πλαγιομετωπική (με τα αντίστοιχα αριστερά και εμπρόσθια τμήματα των δύο αυτοκινήτων), αλλά μετωπική, με πιθανότερη την πρόκληση βλάβης στα δεξιά τμήματα αυτών και β) ότι η ένδικη σύγκρουση συνέβη εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της άνω παθούσης, κρίνοντας εν τέλει ότι ο β' κατηγορούμενος υπήρξε συνυπαίτιος στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, που είχε ως επακόλουθο τον θανάσιμο τραυματισμό της άνω παθούσης και 3) από το γεγονός ότι η ίδια η 1η κατηγορουμένη αποδέχθηκε ότι ο σύζυγος της δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό προκειμένου να αποφύγει την επερχόμενη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της παθούσης, διότι δίπλα του και από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ιδίου ρεύματος, επί του οποίου εκινείτο το όχημά του, υπήρχε άλλο αυτοκίνητο, γεγονός που μαρτυρεί ότι το όχημα του β' κατηγορουμένου, κατά το χρόνο της συγκρούσεως, εκινείτο σε διαδικασία υπερβάσεως άλλου αυτοκινήτου, περιστατικό που, εκτιμώμενο εν συνδυασμώ με όσα προαναφέρθησαν, ενισχύει ακόμη περισσότερο την κρίση του Δικαστηρίου περί της εν μέρει εισόδου τμήματος του υπό του τελευταίου οδηγούμενου αυτοκινήτου εντός του αντιθέτου, προς αυτό, επί του οποίου εκινείτο, ρεύματος κυκλοφορίας, σημειουμένου ότι, με τις καταθέσεις ενώπιον του ακροατηρίου (και του πρωτοβαθμίου), τόσον ο μάρτυρας Γ1, οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, που εκινείτο κατά τον χρόνο του ατυχήματος στο προς .... ρεύμα κυκλοφορίας της εθνικής οδού, όσο και ο μάρτυρας Γ2, επίσης οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, που εκινείτο κατά τον ίδιο περίπου χρόνο καθ' ό συνέβη το επίδικο ατύχημα στο προς .... άγον ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού, διευκρίνισαν επαρκώς ότι δεν ήσαν αυτόπτες μάρτυρες των, υπό τις οποίες συνέβη, συνθηκών του ατυχήματος. Ειδικότερον, ο εξ αυτών πρώτος διευκρίνισε αρκούντως ότι το κόκκινο αυτοκίνητο, που στην από 3-9-1997 προανακριτική του κατάθεση βεβαίωσε ότι τον ακολουθούσε και επεχείρησε να προσπεράσει το δικό του όχημα, δεν ήτο της ατυχούς, ως άνω, Ψ, αφού αυτό εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ ο εξ αυτών δεύτερος διευκρίνισε ότι στα αναφερόμενα στην από 4-9-1997 προανακριτική του κατάθεση αυτοκίνητα δεν περιελαμβάνοντο και τα οχήματα της παθούσης και του β' κατηγορουμένου και ότι, τόσο το κόκκινο αυτοκίνητο, που είδε να κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όσο και η μαύρη ΒΜW, που εκινείτο όπισθεν αυτού (του κόκκινου αυτοκινήτου) στο ίδιο, προς ..... (ρεύμα κυκλοφορίας), δεν ενεπλάκησαν στο επίδικο τροχαίο. Τ' ανωτέρω, υπό της ως άνω κατηγορουμένης, που εξ ιδίας και αμέσου αντιλήψεως έλαβε γνώση, ως αυτόπτης των διαδραματισθέντων, εν γνώσει της και με τοιαύτη θέληση κατατεθέντα, ψευδή περιστατικά εμαρτύρησε, εξεταζόμενη ως άνω, εκείνη, με πρόδηλο σκοπό να συνδράμει τον σύζυγό της, ώστε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η και εις βάρος του ασκηθείσα αγωγή αποζημιώσεως, για καταβολή της οποίας εκείνος εις ολόκληρον είχε υποχρέωση μετά της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ". Υπό τα ούτως εκτιθέμενα, ως εκ των κατ' είδος ως άνω αποδεικτικών στοιχείων αβιάστως προκύπτοντα, πραγματικά περιστατικά, καθίσταται σαφές ότι εκείνη επέδειξε συμπεριφορά πληρούσα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ' αυτή εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος (ΠΚ 224 παρ. 2, 1) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, αναγνωρισθεί, όμως, υπέρ αυτής η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., καθόσον πράγματι, εκ των αυτών αποδεικτικών στοιχείων, απεδείχθη ότι η εν λόγω κατηγορουμένη, έως του χρόνου τελέσεως του ως άνω αδικήματος, έζησε όντως έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, επιδείξασα άψογη έναντι πάντων συμπεριφορά, μη απόστασα μέχρι τότε των κειμένων νόμων, αλλά και των κανόνων της ηθικής (βλ. αντίγραφο ποινικού μητρώου της, αναφερόν ποινική κατάσταση της ανωτέρω : μηδέν)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1,2 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει τα ψευδή γεγονότα σε αντιδιαστολή με τα αληθινά, καθώς και τη "γνώση" της αναιρεσείουσας σχετικά με τα υπ' αυτής κατατεθέντα ενόρκως ψευδή γεγονότα, εκθέτοντας στο αιτιολογικό της, ότι "κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς, ως συνεπιβάτης του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανωτέρω σύζυγός της, ότι ....τα παραπάνω, όμως και ειδικότερα .....ήσαν ψευδή, διότι απεδείχθη ότι ....και ότι ....τα ανωτέρω, υπό της ως άνω κατηγορουμένης, που εξ ιδίας και αμέσου αντιλήψεως έλαβε γνώση, ως αυτόπτης των διαδραματισθέντων, εν γνώσει της και με τοιαύτη θέληση κατετεθέντα, ψευδή περιστατικά εμαρτύρησε, εξεταζομένη ως άνω, εκείνη, με πρόδηλο σκοπό να συνδράμει το σύζυγός της, ώστε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η εις βάρος του ασκηθείσα αγωγή αποζημιώσεως". Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αξιολόγησε τα αποδεικτικά μέσα και ότι το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού (κατηγορητηρίου) είναι αβάσιμες, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν. Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτίμησε την αναγνωσθείσα "έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, την οποία, μάλιστα, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (Κ.Π.Δ 178 περ. β'), θα έπρεπε να την αναφέρει ιδιαιτέρως στην κατ' είδος απαρίθμηση των συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμη, διότι, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί έγγραφο και όχι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθ. 178 περ. β' του Κ.Π.Δ που να απαιτεί ειδική μνεία, και ως τέτοιο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα, που και αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι σχετικοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την σε βάρος της αναιρεσείουσας καταδικαστική του απόφαση, στις από 3-9-1997 και 4-9-1997 προανακριτικές καταθέσεις των Γ1, και Γ2, αντίστοιχα, οι οποίες όμως, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, δεν λήφθηκαν οι καταθέσεις αυτές υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, αλλά, στο σκεπτικό αυτής (απόφασης), επισημαίνεται αυτό που οι ίδιοι, ως άνω μάρτυρες, διευκρίνισαν στο ακροατήριο, σε αντίθεση με αυτό που είχαν καταθέσει προανακριτικώς, αναφορικά με την πορεία του αυτοκινήτου της παθούσας. Ειδικότερα, αναφορικά με τον πρώτο των ως άνω μαρτύρων, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης επισημαίνεται ότι "αυτός αρκούντως διευκρίνισε ότι το κόκκινο αυτοκίνητο, που στην από 3-9-1997 προανακριτική του κατάθεση βεβαίωσε ότι τον ακολουθούσε.....δεν ήτο της ατυχούς Ψ, αφού αυτό εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας....", αναφορικά δε με το δεύτερομ επισημαίνεται ότι "αυτός διευκρίνισε ότι στα αναφερόμενα στην από 4-9-1997 προανακριτική του κατάθεση αυτοκίνητα, δεν περιελαμβάνετο και το όχημα της παθούσης....". Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 190/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ