← Ελλάδα

ΑΠ 657/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 657 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας με την επίκληση νεότερων στοιχείων. Τα επικαλούμενα και φερόμενα ως νέα στοιχεία δεν θεωρούνται νέα και είχαν τεθεί υπό την κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 657/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη. Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 128-129/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, με αριθμό και ημερομηνία 569/8-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περίπτωση 2η, 527 §§ 1 & 3 και 528 § 1 του ΚΠΔ, την από 28ης Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατουμένου για άλλη αιτία στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 128-129/28-3-2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως εννέα

(9)ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, για τον αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ λόγο και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο το χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1708/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ' σελ. 698, ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 597). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 137/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 1070, ΑΠ 557/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 37). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δ'αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β', σελ. 318, Ηλ. Γάφου, Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ', σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 428/1993 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΓ' σελ. 266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΒ' σελ. 799 κτλ.. Ομοίως Α. Μπουροπούλου, όπου παραπ. σελ. 318, Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Β' σελ. 671). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 του ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε Δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 σε άλλο Δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ1 καταδικάσθηκε με την υπ'αριθ. 128-119/28-3-2002 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη στη συνέχεια αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ'αυτής εκ μέρους του ιδίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθ. 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, σε ποινή καθείρξεως εννέα
(9)ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τα αξιόποινα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, τα οποία τέλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 και τα οποία συνίστανται στο ότι στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους στις 17-1-1999, χωρίς να είναι τοξικομανείς: A) Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59, 5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ό χιλιόμετρο της εθνικής οδού ......-....., την οποία μετά από καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Αγρινίου εγκατέλειψαν μέσα στο υπ'αριθ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το οποίο εκινούντο, και ετράπησαν σε φυγή. και Β) Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ό χιλιόμετρο της εθνικής οδού .......-......, με το ανωτέρω υπ'αριθ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "........" και με έδρα την ...(.....), την ανωτέρω ποσότητα των 59, 5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα υπ'αριθ. 373/1999 πρακτικά και απόφαση του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών και τις απολογίες των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Σε τυχαίο τροχονομικό έλεγχο που διενεργούσαν τη νύκτα της 17-1-1999 στον κόμβο ..... της πόλεως ..... αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Αγρινίου, θεώρησαν ύποπτο ένα αυτοκίνητο στο οποίο έκαναν σήμα στάσης για έλεγχο. Στο αυτοκίνητο μάρκας ...... με αριθ. κυκλ. ..... επέβαιναν δύο άτομα, οδηγός και συνοδηγός, τα οποία στο σχετικό σήμα δεν υπάκουσαν, αλλά αντίθετα ανέπτυξαν ταχύτητα με σκοπό να διαφύγουν προς την κατεύθυνση του ..... Οι αστυνομικοί τέθηκαν σε καταδίωξη του παραπάνω οχήματος και ειδοποίησαν και τους συναδέλφους τους, που έστησαν μπλόκο στο 40ό χιλιόμετρο της Ε.Ο. ......-....... Οι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου καταδιωκόμενοι και εν όψει του μπλόκου σταμάτησαν το αυτοκίνητο σε σκοτεινό σημείο της Ε.Ο. και άνοιξαν τις πόρτες φεύγοντας προς αντίθετες κατευθύνσεις. Οι αστυνομικοί κατάφεραν να συλλάβουν τον πρώτο αλλοδαπό κατηγορούμενο, ενώ ο δεύτερος εκμεταλλευόμενος το σκότος και την σύγχυση κατόρθωσε να διαφύγει. Σε σχετική έρευνα που διενήργησαν τα αστυνομικά όργανα στο προαναφερθέν όχημα, βρήκαν και κατέσχεσαν 59, 5 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένης σε 6 δέματα και ακόμα μία απόδειξη ενοικίασης αυτοκινήτου της εταιρείας ...... στο όνομα του 2ου κατ/νου Χ1 με τα πλήρη στοιχεία, ένα εισιτήριο οχήματος και δύο εισιτήρια επιβατών του πλοίου "......" της γραμμής ....-..... και ακόμα ένα κινητό τηλέφωνο, που έπεσε από κάποιον των κατ/νων έξω από το αυτοκίνητο. Αυτά καταθέτει με σαφήνεια και μετά λόγου γνώσεως ο εξετασθείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας αστυνομικός Γ1, ο οποίος μετείχε από την αρχή στην επιχείρηση καταδίωξης και σύλληψης του 1ου των κατ/νων και ο οποίος καταθέτει ότι αρχικά ο συλληφθείς αλλοδαπός είπε κλαίγοντας "ο Χ1 φταίει". Και οι δύο κατηγορούμενοι στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αρνήθηκαν την κατηγορία και ισχυρίστηκαν ο μεν πρώτος ότι έκανε τυχαία ωτοστόπ στην ....., ο δε δεύτερος ότι εκείνη την ημέρα είχε δανείσει το αυτοκίνητο στον γνωστό του Ζ
  1. Όμως δεν εξηγούν πειστικά, ο μεν πρώτος, γιατί βρέθηκαν εισιτήρια 2 επιβατών του πορθμείου ...-......, απόδειξη ότι και οι δύο ξεκίνησαν από την .... να παραλάβουν τα ναρκωτικά από την ευρύτερη περιοχή των ......., ο δε δεύτερος γιατί εξαφανίστηκε στις προσεχείς ημέρες από την οικία του και την εργασία του, δήλωσε ψευδώς ότι του κλάπηκε το όχημα και τελικά, όπως ο ίδιος παραδέχεται και με την απολογία του, έμεινε ήσυχος, όταν από την εταιρεία ενοικίασης του αυτοκινήτου σε τηλεφωνική επικοινωνία του δήλωσαν ότι παρέλαβαν κανονικά το αυτοκίνητο. ...". Ήδη ο αιτών Χ1 επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύεται η αθωότητά του: 1) Τη μαρτυρία του γνωστού του Ζ1, προς τον οποίο είχε δανείσει, κατά τους ισχυρισμούς του, στις 17-1-1999, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο, το ενοικιασμένο από τον ίδιο υπ'αριθ. κυκλ. ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο της εταιρείας ......, και 2) την υπ'αριθ. 152199/7-12-2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το σκεπτικό της οποίας προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-1999 μέχρι 13-5-1999 εργαζόταν αυτός στην εδρεύουσα στο ....... (.....) επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων του Β1 και της Β
  2. Επιπροσθέτως δε ζητεί να διαταχθεί η άρση του απορρήτου του υπ'αριθ. ...... κινητού τηλεφώνου, το οποίο βρέθηκε μέσα στο ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο και το οποίο ανήκει κατ'αυτόν στον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού, όπως κατέθεσε στην αστυνομία και ο συνοδηγός του Χ
  3. Επί των ως άνω επικαλούμενων από τον αιτούντα ως νέων αποδεικτικών στοιχείων και ισχυρισμών παρατηρούμε τα εξής: α) Αφού αναζητήθηκε ο μάρτυρας Ζ1 και διαπιστώθηκε ότι κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ελήφθη στις 16-6-2006, μετά από σχετική παραγγελία μας, από την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Καλλιόπη Θεολογίτου η ένορκη κατάθεσή του, με την οποία διέψευσε κατηγορηματικά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αιτούντος και στην οποία ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Γνωρίζω τον Χ1 από το 1997 ή 1998, καθώς εργαζόμασταν μαζί σε συνεργείο καθαρισμού. Στα πλαίσια της κοινής μας εργασίας τον είχα φιλοξενήσει στο σπίτι μου στη ... επί της οδού ....... (δεν θυμάμαι ακριβώς το νούμερο) περί το τέλος 1998 αρχές 1999 για δέκα με είκοσι ημέρες, γιατί δεν είχε δική του κατοικία. Από το σπίτι μου αποχώρησε γιατί εγώ τότε σύναψα σχέση με τη σημερινή σύζυγό μου, Ε
  4. Πέρα από την φιλοξενία που του είχα προσφέρει δεν είχαμε άλλες 3παφές, δηλαδή δεν βγαίναμε έξω μαζί, ούτε κάναμε ιδιαίτερη παρέα. Προς το τέλος του 1998 και στη συνέχεια θυμάμαι ότι ο Χ1 διέθετε ένα αυτοκίνητο τύπου στέϊσιον και χρώματος λευκού, μάλλον ....., το οποίο χάλασε και στη συνέχεια χρησιμοποιούσε νοικιασμένο αυτοκίνητο, που ήταν χρώματος μπλε και καινούργιο. Κανένα από τα οχήματα που κατείχε ο Χ1 δεν το χρησιμοποίησα εγώ για κανένα λόγο. Επειδή μάλιστα δεν έχω δίπλωμα οδήγησης και εκείνο το διάστημα είχα σε βάρος μου περιοριστικούς όρους απέφευγα να οδηγώ, γιατί αν με συλλαμβάνανε θα είχα προβλήματα και με την οικογένειά μου και με την αστυνομία. Σε κάποια παρουσία μου στο Α.Τ. Ν. Χαλκηδόνας, όπου έδινα παρών (δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία) μου ζητήθηκε και κατέθεσα για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, γιατί με είχε κατηγορήσει ότι μου είχε παραχωρήσει το αυτοκίνητό του και την μεταφορά την είχα κάνει εγώ. Για το περιστατικό αυτό είχα προτείνει και κατέθεσαν ως μάρτυρες η πρώην σύντροφός μου Γ2 (αγνώστων λοιπών στοιχείων) και ο φίλος μου Γ3, κάτοικος ....., οδός ..... (δεν θυμάμαι το νούμερο). Από τότε δεν έχω λάβει καμία πληροφόρηση για την πράξη αυτή. Πιστεύω ότι ο Χ1 με έμπλεξε στη συγκεκριμένη πράξη επειδή οι Αλβανοί με τους οποίους τέλεσε τη μεταφορά ήταν αρχικά δικοί μου γνωστοί και τους γνώρισε από εμένα. Συμπληρωματικά σας αναφέρω ότι ουδέποτε είχα σύνδεση ή έκανα χρήση κινητού τηλεφώνου της εταιρείας "COSMOTE", αλλά χρησιμοποιούσα κινητό τηλέφωνο της εταιρείας "PANAFON". Επί πλέον δεν γνωρίζω κάποιο άτομο με το όνομα Δ
  5. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό είχε προβάλλει ο αιτών Χ1 και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της απολογίας του, χωρίς να κριθεί, όμως, αυτός ως βάσιμος. και β) Από τα πρακτικά και ιδίως από το σκεπτικό της υπ'αριθ. 152199/7-12-2004 αποφάσεως του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει μεν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-1999 μέχρι 13-5-1999 εργαζόταν ο αιτών Χ1 στην εδρεύουσα στο .... (......) επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων των Β1 και Β2, πλην όμως στηρίζεται η παραδοχή αυτή του συγκεκριμένου Δικαστηρίου μόνο στην ένορκη κατάθεση του ιδίου του Χ1, αφού δεν εξετάστηκαν τότε άλλοι μάρτυρες, ούτε απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι Β1 και Β2, γιατί ήταν άγνωστη η διαμονή τους. Περαιτέρω, από το ίδιο το περιεχόμενο της από 28-2-2002 αιτήσεως και του από 23-10-2006 υπομνήματος του αιτούντος Χ1, καθώς και από τα πρακτικά της υπ'αριθ. 128-119/28-3-2002 αποφάσεως του δικάσαντος κατ'έφεση Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι προσκόμισε και επικαλέστηκε αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του ως άνω Δικαστηρίου σχετική βεβαίωση της εταιρείας "COSMOTE", από την οποία προέκυπτε ότι ουδέποτε ανήκε σ'αυτόν το υπ'αριθ. ...... κινητό τηλέφωνο. Δεν είναι, κατόπιν τούτου, απαραίτητο να διαταχθεί η άρση του απορρήτου του συγκεκριμένου κινητού τηλεφώνου, όπως ζητεί ο αιτών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κι αν ακόμη μπορεί να εξακριβωθεί ότι ανήκει αυτό σε συγκεκριμένο τρίτο άτομο, δεν είναι απαραίτητο να είναι το τελευταίο ο κατά τον κρίσιμο χρόνο κάτοχός του και συγχρόνως οδηγός του υπ'αριθ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Τέλος, από το υπ'αριθ. πρωτ. ....... έγγραφο του Δ/ντή της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδας ....... προκύπτει ότι κρατείται σήμερα ο ως άνω αιτών δυνάμει της υπ'αριθ. 153/8-3-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα
(10)ετών και τριών
(3)μηνών και σε χρηματική ποινή 3000 ευρώ για άλλη παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα του αιτούντος Χ1 για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, για τα οποία καταδικάσθηκε αυτός αμετακλήτως με την προαναφερθείσα υπ'αριθ. 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, και πρέπει, κατόπιν τούτου, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 55 § 1 του Ν.3160/2003). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 28ης Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατουμένου για άλλη αιτία στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 128-129/28-3-2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα Χ1 τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 8 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 28 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ1, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις α) της κατοχής κατά συναυτουργία και β) μεταφοράς κατά συναυτουργία ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την υπ' αριθμό 128-129/ 28-3-2002 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και ειδικότερα, του ότι " κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 17-1-1999, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του(μη διάδικο στην παρούσα δίκη) με πρόθεση τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, χωρίς να είναι τοξικομανείς. Ειδικότερα:
  1. Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59, 5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού .....- ....., την οποία, μετά καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Α.Τ Αγρινίου, εγκατέλειψαν μέσα στο υπ' αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το οποίο εκινούντο, και ετράπησαν σε φυγή και
  2. Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού .....- ....., με το ανωτέρω υπ' αριθμό ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία ...... και με έδρα την ....., την ανωτέρω ποσότητα των 59, 5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ήδη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα: 1) τη μαρτυρία του συνδεόμενου με αυτόν (αιτούντα) με φιλική σχέση Ζ1, προς τον οποίο (Ζ1), ο αιτών, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε παραχωρήσει προσωρινά τη χρήση του μισθωμένου από τον αιτούντα ΙΧΕ αυτοκινήτου, μέσα στο οποίο βρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες και 2) την υπ' αριθμό 152199/7-12-2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σε σχέση με τα στοιχεία που ο αιτών επικαλείται πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο προαναφερθείς Ζ1, κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, καταθέτοντας, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον της αντεισαγγελέως Πειραιώς Καλλιόπης Θεολογίτη, ενόρκως βεβαίωσε τα παρακάτω: "Γνωρίζω τον Χ1 από το 1997 ή 1998, καθώς εργαζόμασταν μαζί σε συνεργείο καθαρισμού. Στα πλαίσια της κοινής μας εργασίας τον είχα φιλοξενήσει στο σπίτι μου στη .... επί της οδού ...... (δεν θυμάμαι ακριβώς το νούμερο) περί το τέλος 1998 αρχές 1999 για δέκα με είκοσι ημέρες, γιατί δεν είχε δική του κατοικία. Από το σπίτι μου αποχώρησε γιατί εγώ τότε σύναψα σχέση με τη σημερινή σύζυγό μου Ε
  3. Πέρα από την φιλοξενία που του είχα προσφέρει δεν είχαμε άλλες επαφές, δηλαδή δεν βγαίναμε έξω μαζί, ούτε κάναμε ιδιαίτερη παρέα. Προς το τέλος του 1998 και στη συνέχεια θυμάμαι ότι ο Χ1 διέθετε ένα αυτοκίνητο τύπου στέϊσιον και χρώματος λευκού, μάλλον ......, το οποίο χάλασε και στη συνέχεια χρησιμοποιούσε νοικιασμένο αυτοκίνητο, που ήταν χρώματος μπλέ και καινούργιο. Κανένα από τα οχήματα που κατείχε ο Χ1 δεν το χρησιμοποίησα εγώ για κανένα λόγο. Επειδή μάλιστα δεν έχω δίπλωμα οδήγησης και εκείνο το διάστημα είχα σε βάρος μου περιοριστικούς όρους απέφευγα να οδηγώ, γιατί, αν με συλλαμβάνανε θα είχα προβλήματα και με την οικογένειά μου και με την αστυνομία. Σε κάποια παρουσία μου στο Α.Τ Ν. Χαλκηδόνας, όπου έδινα παρών (δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία) μου ζητήθηκε και κατέθεσα για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, γιατί με είχε κατηγορήσει ότι μου είχε παραχωρήσει το αυτοκίνητό του και την μεταφορά την είχα κάνει εγώ. Για το περιστατικό αυτό είχα προτείνει και κατέθεσαν ως μάρτυρες η πρώην σύντροφός μου Γ2 (αγνώστων λοιπών στοιχείων) και ο φίλος μου Γ3, κάτοικος ....... (δεν θυμάμαι το νούμερο). Από τότε δεν έχω λάβει καμία πληροφόρηση για την πράξη αυτή. Πιστεύω ότι ο Χ1 με έμπλεξε στη συγκεκριμένη πράξη, επειδή οι Αλβανοί, με τους οποίους τέλεσε τη μεταφορά, ήταν αρχικά δικοί μου γνωστοί και τους γνώρισε από εμένα. Συμπληρωματικά σας αναφέρω ότι ουδέποτε είχα σύνδεση ή έκανα χρήση κινητού τηλεφώνου της εταιρείας "COSMOTE", αλλά χρησιμοποιούσα κινητό τηλέφωνο της εταιρείας "PANAFON". Επί πλέον δεν γνωρίζω κάποιο άτομο με το όνομα Δ1". Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι ο αιτών είχε προβάλει και κατά την, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, απολογία του, τον ως άνω ισχυρισμό, που κρίθηκε αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 152199/7-12-2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι, με την ως άνω απόφαση, καταδικάστηκαν, ερήμην, για παράβαση του Α.Ν 690/1945, οι φερόμενοι ως εργοδότες του αιτούντος, Β1 και Β2, σε φυλάκιση 3 μηνών ο καθένας και ειδικότερα για το ότι απασχόλησαν τον ήδη αιτούντα στην επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων, που αυτοί διατηρούσαν, ως εργάτη, για το χρονικό διάστημα από 7-1-1999 έως 13-5-1999, χωρίς να καταβάλουν σ' αυτό τις δεδουλευμένες αποδοχές και διάφορα άλλα επιδόματα που του αναλογούσαν από τη σχέση εργασίας, που αυτός είχε μαζί τους. Για τα επικαλούμενα από τον αιτούντα ως άνω στοιχεία, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: 'Οσον αφορά την από 16-6-2006 ένορκη κατάθεση του Ζ1, ενώπιον της αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Καλλιόπης Θεολογίτου, από το περιεχόμενό της, προκύπτει ότι όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του αιτούντος, σύμφωνα με τον οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε χρησιδανείσει στον ως άνω μάρτυρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ μισθωμένο από τον ίδιο αυτοκίνητο, αλλά ουδέποτε αυτός (Ζ1) χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο όχημα και πολύ περισσότερο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αντίθετα, ο παραπάνω μάρτυρας, σύμφωνα με την ως άνω κατάθεσή του, επιρρίπτει στον αιτούντα την ευθύνη για την εμπλοκή του, από το γεγονός ότι οι Αλβανοί, με τους οποίους ο αιτών μετέφερε τις ναρκωτικές ουσίες, ήταν πρόσωπα γνωστά σε αυτόν (μάρτυρα) και από τον οποίο, ο αιτών γνώρισε τους Αλβανούς, διαψεύδοντας με τον τρόπο αυτό, σε κάθε περίπτωση τους ισχυρισμούς του αιτούντος. Επιπρόσθετα, η επίκληση και προσκομιδή από τον ίδιο τον αιτούντα της προμνησθείσας καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν δημιουργεί, σε βαθμό βεβαιότητας, απόδειξη περί του ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (17-1-1999), αυτός (αιτών) δεν μπορούσε να βρισκόταν στον τόπο που τελέστηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, από μόνο το γεγονός που αυτός επικαλείται, ότι, από 7-1-1999 έως 13-5-1999, προσέφερε τις υπηρεσίες του συνεχώς στους εργοδότες του και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να ευρίσκεται καθ' οδόν προς .......ή αντιστρόφως. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί σε σχέση με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ...... έγγραφο του Κ.Λ.Πάτρας, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, με το οποίο βεβαιώνεται ότι, κατά την 17-1-1999 (ημέρα τελέσεως των αδικημάτων), το ...... πραγματοποίησε τα παρακάτω δρομολόγια από ..... προς ..... κατά τις ώρες 07.15, 08.45, 10.15, 11.45, 13.15 και 14.45 και συνεπώς, κατά τον αιτούντα, δεν ήταν πρόσφορη και εφικτή η μετακίνησή του, λόγω της εργασιακής του σχέσεως, ως εργάτη καθαρισμού, ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό και κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, ο οποίος, όμως κρίθηκε αβάσιμος. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με το υπόμνημά του ισχυρισμοί του ίδιου, περί του ότι δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στις πράξεις, για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, και προς υποστήριξη των οποίων επικαλείται: α) την από ..... έκθεση εξετάσεως του συγκατηγορούμενού του Χ2, β) σειρά καταστάσεων εξερχομένων κλήσεων κινητής τηλεφωνίας, γ) σειρά τιμολογίων, δ) σειρά καταδικαστικών αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων σε βάρος του ......, είχαν υποβληθεί κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία και κρίθηκαν αβάσιμοι, αυτά δε καθ'εαυτά τα στοιχεία, όχι μόνο δεν αποτελούν νεότερα στοιχεία, τα οποία να μην είχαν τεθεί υπό την κρίση του, τουναντίον προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία αυτά, είχαν τεθεί υπό την κρίση του. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι, από αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τα προσκομισθέντα έγγραφα, ως προς τα οποία καθ' ολοκληρία αναφέρεται στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, κρίνει ότι αυτά, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τις καταθέσεις του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Άλλωστε, δεν προσκομίσθηκαν άλλα στοιχεία, διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων, που είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Τέλος, δεν συντρέχει λόγος άρσεως του απορρήτου της παροχής ...... κινητής τηλεφωνίας, η αντίστοιχη συσκευή της οποίας ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο με το οποίο μεταφέρονταν οι ναρκωτικές ουσίες, όπως ζητεί ο αιτών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-2-2006 αίτηση του Χ1, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών Χαλκίδας, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.