← Ελλάδα

ΑΠ 663/2015 — Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 663 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Έκδοση - Αποδοχή Εικονικών Φορολ. Στοιχείων, κατ'εξακ/ση.19 παρ. 1 εδ.α , β περ.α, 2,4, 21 ν. 2523/1997, όπως τροπ. με 40 παρ.1 ν. 3220/

  1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόφαση:
  2. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' ΚΠΔ, για ακυρότητα και έλλειψη ακρόασης, λόγω μη ατομικότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων. ΑΡΙΘΜΟΣ 663/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Π. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη και 2) Κ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Λαζαρίδου, περί αναιρέσεως της 29237/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Νοεμβρίου 2014 και 7 Νοεμβρίου 2014, δύο χωριστές αιτήσεις τους αναίρεσης, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/
  3. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία άλλες διατάξεις", υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 19 του ν. 2523/1997, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τις παρ.1 α και 6 του άρθρου 20 του ίδιου ν. 2523/1997, "
  1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω ...
  2. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος". Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ’ αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, δηλαδή τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη ή την απόσβεση του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη με αρ. 29237/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, που κήρυξε ενόχους τους δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενους για έκδοση και αποδοχή αντίστοιχα εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε και τεσσάρων ετών αντίστοιχα, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Π., με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 20-6-2002 έως 7-8-2003, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία C. MOBILE -ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΕ, εξέδωσε προς την επιχείρηση V. GOLD LTD τα υπό στοιχεία: ...20-12-2002 αξίας 1.216.400 ευρώ, ...20-12-202 αξίας 1.172.000 ευρώ, ...23-1-2003 αξίας 1.242.750 ευρώ και ...30-1-2003 αξίας 1.584.000 ευρώ τιμολόγια, καθώς και προς την εταιρεία με την επωνυμία G. ELECTRONIC SUPPLIES LTD τα υπό στοιχεία ...26-6-2002 αξίας ποσού ευρώ 457.000, ...28-6-2002 αξίας ποσού ευρώ 347.100, ...22-7-2002 αξίας ποσού ευρώ 605.550, ...22-7-2002 αξίας ποσού ευρώ 638.500, ...14-8-2002 αξίας ποσού ευρώ 593.850 και ...19-8-2002 αξίας ποσού ευρώ 842.650, τιμολόγια, τα οποία φορολογικά στοιχεία - τιμολόγια ήταν εικονικά, διότι εξεδόθησαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο εγνώριζε, τούτο δε έπραξε με σκοπό απόκρυψης της φορολογητέας ύλης. Επιπλέον, κατά το χρονικό διάστημα από 20-6-2002 έως 9-5-2003, με την αυτή ως άνω ιδιότητά του ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της ανωτέρω, υπ’ αυτού εκπροσωπουμένης εταιρείας τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία και δη Α) τα εκδόσεως από την εταιρεία με την επωνυμία Σ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ με αριθμό …20-6-2002 καθαρής αξίας ευρώ 448.600 και ΦΠΑ ευρώ 80.748, …25-6-2002 καθαρής αξίας ευρώ 340.250 και ΦΠΑ ευρώ 61.245, …12-7-2002 καθαρής αξίας ευρώ 387.500 και ΦΠΑ ευρώ 69.750, …18-7-2002 καθαρής αξίας ευρώ 382.000 και ΦΠΑ ευρώ 68.760, …20-7-2002 καθαρής αξίας ευρώ 454.000 και ΦΠΑ ευρώ 81.720, …12-8-2002 καθαρής αξίας ευρώ 641.300 και ΦΠΑ ευρώ 115.434, και …16-8-2002 καθαρής αξίας ευρώ 769.760 και ΦΠΑ ευρώ 138.556,80, φορολογικά στοιχεία - τιμολόγια, και Β) τα εκδόσεως από την εταιρεία με την επωνυμία Π. Π. -Α. Π. ΕΕ με αριθμό ... ...9-5-2003 αξίας 1.653.000 ευρώ ΦΠΑ 297.540 ευρώ, ... ...9-5-2003 αξίας εκ ποσού ευρώ 1.127.500 και ΦΠΑ εκ ποσού ευρώ 202.950, ... ...9-5-2003 αξίας εκ ποσού ευρώ 77.100 και ΦΠΑ αξίας 13.878 ευρώ, και ... ...9-5-2003 αξίας ποσού ευρώ 134.00 και ΦΠΑ 24.120 ευρώ φορολογικά στοιχεία, τα οποία ήταν εικονικά, διότι εξεδόθησαν για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο ανωτέρω, κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Σ., με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 8-8-2003 έως 1-12-2003, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία C. MOBILE -ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΕ, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της ανωτέρω, υπ’ αυτού εκπροσωπουμένης εταιρείας, τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία και δη Α) τα εκδόσεως από την εταιρεία με την επωνυμία Σ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ με αριθμό ...1-12-2003 καθαρής αξίας ευρώ 719.350 και ΦΠΑ ευρώ 129.483, Β) τα εκδόσεως από την εταιρεία με την επωνυμία Σ. Σ. ΕΕ με αριθμό ...1-10-2003 αξίας ευρώ 458.100 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 82.458, ...15-10-2003 αξίας ευρώ 641.862,50 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 115.535,25, ...20-10-2003 αξίας ευρώ 483.000 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 86.940, ...31-10-2003 αξίας ευρώ 67.000 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 12.060, ...3-11-2003 αξίας ευρώ 629.125 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 113.242,50, ...4-11-2003 αξίας ευρώ 639.350 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 115.083, ...4-11-2003 αξίας ευρώ 274.570 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 49.422,60, ...1-12-2003 αξίας ευρώ 1.708.940,08 και ΦΠΑ αξίας ευρώ 307.609,22, και Γ) τα εκδόσεως από την εταιρεία με την επωνυμία Π. Π. - Α. Π. Ε.Ε. με αριθμό ... ...24-9-2003 αξίας 310.000 ευρώ και ΦΠΑ ευρώ 55.800, ... ...24-9-2003 αξίας 310.000 ευρώ και ΦΠΑ ευρώ 55.800, ... ...24-9-2003 αξίας 420.000 ευρώ και ΦΠΑ 75.600 ευρώ, ... ...24-9-2003 αξίας 180.000 ευρώ και ΦΠΑ 32.400 ευρώ, ... ...24-9-2003 αξίας 245.000 ευρώ και ΦΠΑ 44.100 ευρώ, ... ...24-9-2003 αξίας 380.000 ευρώ και ΦΠΑ 68.400 ευρώ, και ... ...25-9-2003 αξίας 260.000 ευρώ και ΦΠΑ 46.800 ευρώ, φορολογικά στοιχεία, τα οποία ήταν εικονικά, διότι εξεδόθησαν για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο ανωτέρω κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Στην κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο άγεται από την αναγνωσθείσα από 5-11-2007 έκθεση ελέγχου από την οποία προέκυψε ότι η μεν βρετανική επιχείρηση με την επωνυμία V. LTD ήταν εξαφανισμένη επιχείρηση και είχε διακοπεί η ισχύς του ΑΦΜ της από 2-5-2002 ήτοι πριν την έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων από την εταιρεία της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, η δε βρετανική εταιρεία G. ELECTRONIC SUPPLIES LTD ήταν εξαφανισμένη εταιρεία και για το λόγο αυτό διεκόπη η ισχύς του ΑΦΜ της από 18-7-
  3. 0 πρώτος κατηγορούμενος στον οποίο αφορά η κατηγορία της έκδοσης προς τις ανωτέρω δύο αλλοδαπές εταιρείες φορολογικών στοιχείων, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της αποδιδόμενης κατηγορίας της έκδοσης των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, προσεκόμισε σε απλή φωτοτυπία κίνηση τραπεζικού λογαριασμού της υπ’ αυτού εκπροσωπουμένης ανωτέρω εταιρείας που διαθέτει στην τράπεζα ALPHA BANK με καταθέσεις οι οποίες ως αιτιολογία φέρουν τα υπ’ αριθμ. ... και ... ανωτέρω τιμολόγια. Ειδικότερα, από τις εν λόγω αιτιολογίες φέρεται να έχουν κατατεθεί έναντι του τιμολογίου ... ποσό ευρώ 37.500 και να υπολείπεται ποσό ευρώ 419.500, έναντι του τιμολογίου ... να έχουν κατατεθεί ευρώ 427.000, έναντι του τιμολογίου ... να έχει κατατεθεί ποσό ευρώ 605.000 και να υπολείπεται ποσό ευρώ 550, να έχει εξοφληθεί όλο το ποσό του με αριθμό ... τιμολογίου εκ ποσού ευρώ 638.500, έναντι του τιμολογίου ... να έχει καταβληθεί ποσό ευρώ 593.000 και να οφείλεται ευρώ 850, έναντι του τιμολογίου ... να έχει καταβληθεί ποσό ευρώ 842.850 ήτοι επιπλέον ευρώ 200, έναντι του τιμολογίου ... να έχει καταβληθεί ποσό ευρώ 996.000 και να οφείλεται ευρώ 260.400 και έναντι του τιμολογίου ... να έχει καταβληθεί το ποσό των ευρώ 800.000 και να οφείλεται ευρώ 372.000, δίχως περαιτέρω να προκύπτει καταβολή για τα τιμολόγια ... και ... Εν τούτοις, παράλληλα προσκομίζεται μόνον το τιμολόγιο ... και οι φορτωτικές των τιμολογίων ..., ... και ... δίχως από αυτές να προκύπτει παραλαβή του εμπορεύματος. Δεδομένου δε και του γεγονότος ότι οι ανωτέρω λήπτριες εταιρείες των ανωτέρω τιμολογίων από τις αρμόδιες αλλοδαπές αρχές φέρονται εξαφανισμένες κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2002 που φέρονται να έχουν γίνει οι αναφερόμενες στην προσκομισθείσα από τους κατηγορουμένους ανωτέρω κίνηση λογαριασμού, καταβολές, τα δε σχετικά έγγραφα καταβολής οι ανωτέρω κατηγορούμενοι δεν έθεσαν υπόψη της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι από τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει ότι έλαβαν χώρα πράγματι οι ανωτέρω συναλλαγές. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από το διενεργηθέντα έλεγχο από την αρμόδια ΔΟΥ όσον αφορά στην εταιρεία με την επωνυμία Σ. Π. & ΣΙΑ ΟΕ: Η εν λόγω εταιρεία δήλωση έναρξη εργασιών στη ΔΟΥ Ν. Σμύρνης την 10-2-2002 με ημερομηνία έναρξης 30-1-2002 και δεν υπέβαλε ουδέποτε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ τα ομόρρυθμα μέλη της Π. Σ. και Α. Σ. δεν έχουν στοιχεία στη ΓΑΔΑ, δήλωσαν ως ΑΔΤ στο συμφωνητικό σύστασης της εταιρείας αριθμό ταυτότητος που ανήκει σε άλλο άτομο, η δηλωθείσα από τον Π. Σ. διεύθυνση ήταν ανύπαρκτη στη δε δηλωθείσα από τον Α. Σ. διεύθυνση δεν κατοίκησε ποτέ, τα δε πρόσωπα αυτά αν και αναζητήθηκαν δεν ανηυρέθησαν. Εξάλλου, κατά την ίδια έκθεση η μισθωθείσα από την ανωτέρω εταιρεία και δηλωθείσα στην φορολογική αρχή ουδέποτε λειτούργησε παρά μόνον τυπικά έως μηνός Οκτωβρίου 2002 παρά το γεγονός ότι έχει φορολογικά στοιχεία και το έτος 2003, η επιφάνεια δε της έδρας της δεν επαρκεί για να αποθηκεύσει και διακινήσει εμπορεύματα. Περαιτέρω όσον αφορά στην εταιρεία "Σ. Σ. ΕΕ" συστήθηκε αρχικά με επωνυμία Π. Π. ΕΕ την 23-7-2002 με εταίρους τον Π. και Α. Π. Την 17-10-2002 ο Π. Π. με ποσοστό συμμετοχής 97% στην ανωτέρω εταιρεία μεταβιβάζει το ποσοστό του στον Σ. Σ., οπότε και τροποποιείται και η επωνυμία της ανωτέρω εταιρείας, ο οποίος εν εντούτοις, όπως προέκυψε είχε αποβιώσει ήδη από 5-8-
  4. Εξάλλου κατά την μετάβαση υπαλλήλου της αρμόδιας ΔΟΥ στην έδρα της ανωτέρω επιχείρησης δεν ανηύρε στοιχεία από τα οποία να προέκυπτε ύπαρξη επιχείρησης με την επωνυμία "Σ. Σ. ΕΕ" σε αυτή αλλά ανηυρέθη στο κουδούνι το όνομα του Π. Π. χωρίς να υπάρχει συμφωνητικό υπεκμίσθωσης. Τέλος, όσον αφορά στην επιχείρηση με την επωνυμία Π. Π. - Α. Π. Ε.Ε., διενεργήθηκε έλεγχος στην έδρα της ανωτέρω επιχείρησης την 17-4-2003 και 5-5-2003 οπότε διεπιστώθη ότι ήταν κλειστή ενώ δυνάμει της με αριθμό ...3-7-2003 είχε κηρυχθεί σε κατάσχεση πτώχευσης και παρά ταύτα συνέχιζε να εκδίδει τιμολόγια. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι κατά τα άνω. Το αίτημα αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α πρέπει να απορριφθεί διότι δεν απεδείχθη έως το χρόνο που έλαβε χώρα η ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι κατηγορούμενοι με επέδειξαν θετική και επωφελή για την κοινωνία συμπεριφορά, αλλά ούτε αυτό της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ διότι το επίδικο αδίκημα έγινε με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικά ωφέλη οι κατηγορούμενοι χωρίς να τελούν σε κατάσταση ένδοιας, εξάλλου το αίτημα αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ τυγχάνει απορριπτέο προεχόντως ως αόριστος διότι δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι αναγκαία και δη πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα τους". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και δη τιμολογίων που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές αγοράς χρυσού στο σύνολό τους, κατ’ εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ, 19 παρ. 1, 4 και 21 παρ. 2,10 και 24 ν. 2523/1997, όπως αντικ. με το ν. 2753/1999 και όπως τροπ. το αρ. 21 με το αρ. 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 και το αρ. 19 παρ.1β, όπως ίσχυε το 1999 και τροπ. με το άρ.40 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις αναφέρει στη σελ. 22 και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων: α). Αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της εκδόσεως και της αποδοχής αντίστοιχα εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση και δη ότι αυτοί, ο πρώτος Π. Π., με την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου ημεδαπής ΑΕ, εξέδωσε κατ’ εξακολούθηση στις αναφερόμενες εταιρείες τα εκτιθέμενα φορολογικά εικονικά στοιχεία - τιμολόγια, που καταχώρησε στα βιβλία και αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός που γνώριζε, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Σ. με την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου ημεδαπής ΑΕ, αποδέχθηκε κατ’ εξακολούθηση από τις αναφερόμενες εταιρείες τα εκτιθέμενα φορολογικά εικονικά στοιχεία- τιμολόγια, που καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας και αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των κατηγορουμένων, με την παραδοχή ότι αυτοί ενήργησαν την έκδοση και αποδοχή αντίστοιχα, σε γνώση τους ότι τα τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και καταχώρησαν στα βιβλία των εταιρειών τους και σκοπό είχαν την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, γ) το εκτεθέν αιτιολογικό δεν εξαντλείται σε τυπική επανάληψη και αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως, με το οποίο ταυτίζεται μεν σε πολλά σημεία, αλλ’ όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η οποιαδήποτε διαφοροποίηση του αιτιολογικού της αποφάσεως, δ) προκύπτει με βεβαιότητα η πράξη για την οποίαν κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και επίσης προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί ότι μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, και δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα ή συσχέτιση και αξιολόγηση αυτών χωριστά και ατομικά και ε) με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο των κατηγορουμένων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. α’ , β’ και ε’ του ΠΚ. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ (κατ’ εκτίμηση) του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, των ένδικων αιτήσεων, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε και ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του εγγράφου και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών δημόσια στο ακροατήριο, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο και στο συνήγορό του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο και τον τίτλο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα κατ’ ιδίαν αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει (σελ.9 και 10 πρακτικών αποφάσεως), ότι έγινε στο ακροατήριο ανάγνωση της πρωτόδικης με αρ. 80989/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τα πρακτικά και τα έγγραφά της και αρκετά άλλα έγγραφα, που σημειώνονται στα πρακτικά και αναγνώσθηκαν με πρόταση του εισαγγελέα, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα και η ατομικότητα κάθε αναγνωσθέντος εγγράφου, για την ανάγνωση των οποίων δεν προβλήθηκε αντίρρηση από κανένα διάδικο, οι δε πληρεξούσιοι των δύο κατηγορουμένων που τους εκπροσώπησαν στο δικαστήριο, αφού ουδεμία αντίρρηση προέβαλαν, τόσο για την ανάγνωση αυτών, όσο και για την ταυτότητα και το περιεχόμενο αυτών, έπεται ότι έλαβαν πλήρως γνώση όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, τίτλου και περιεχομένου αυτών και έτσι είχαν κάθε δυνατότητα να αντικρούσουν αυτά και να προβούν σε δηλώσεις και παρατηρήσεις, κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ και δεν στερήθηκαν οι κατηγορούμενοι των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων. Επομένως ο από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Α’ και Β’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψης ακροάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις για μη ανάγνωση, λόγω μη καθορισμού της ατομικότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη κοινή αίτηση αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, α) την από 6-11-2014 αίτηση του Π. Π. του Α. και β) την από 7-11-2014 αίτηση του Κ. Σ. του Λ., περί αναιρέσεως της ιδίας με αρ. 29237/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους δύο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.